Αναγνώστες

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Κορυφαίος Ερωτευμένος Τρελός Φιλόσοφος

Στη μικρή πόλη του Ρέκεν στον κόλπο Λότζεν, πεδινή περιοχή νοτιοδυτικά της Λειψίας, στις 15 Οκτώβρη 1844 κι ακριβώς στις 10.00 π.μ. γεννήθηκεν ο Φρίντριχ Νίτσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche). Επειδή η γενέθλιος ημέρα συνέπιπτε με τα 49α γενέθλια του Πρώσου βασιλιά Φρίντριχ Βίλχελμ Δ', πήρε το βαφτιστικό του κι ο μεγάλος φιλόσοφος, μιας κι ο πατέρας του είχε διοριστεί Δήμαρχος στη πόλη αυτή, από κείνον. Οι παππούδες του ήταν επίσης υπουργοί και λουθηρανοί στο θρήσκευμα, ενώ ο παππούς από τη μεριά του πατέρα του, Φρίντριχ Αύγουστος Λούντβιχ Νίτσε, ήταν από τους μεγαλύτερους μελετητές της προτεσταντικής αίρεσης, μ' αρκετά συγγράματα στο ενεργητικό του.
Στα 4 του έχασε τον πατέρα του, Καρλ Λούντβιχ (1813-1849), από εγκεφαλικό, -πέθανε τρελός- κι 6 μήνες αργότερα, πέθανε κι ο 2ετής μόλις, αδερφός του, Τζόζεφ. Η οικογένεια μετακόμισε στο κοντινό χωριό Νάουμπουργκ Ντερ Σάαλε, όπου και διέμεινε με τη μητέρα του Φραντζέσκα, (1826-1897), τη γιαγιά του απο τη μεριά του πατέρα, τις 2 αδερφές του πατέρα του και τη μικρότερη του αδερφή, Τερέζα-Ελίζαμπεθ-Αλεξάνδρα (1846-1935), για 8 χρόνια. Από τα 14 ως τα 19 του, φοίτησε κει κοντά, στο πολύ καλό σχολείο Schulpforta και προετοιμάστηκε για το πανεπιστήμιο. Εκεί συνάντησε τον ισόβιον "ακόλουθό" του, που επηρέασεν όλη την υπόλοιπη ζωή του, τον Πώλ Ντεσέν (Paul Deussen), -όστις προσχώρησε σ' αυτόν το 1861- που επρόκειτο να γίνει μέγας ιστορικός της φιλοσοφίας κι ιδρυτής της Κοινωνίας Σοπενάουερ.
Τα καλοκαίρια του, στις διακοπές, τα περνούσε στο Νάουμπουργκ, όπου κι είχεν ιδρύσει μια μικρή μουσική και λογοτεχνική λέσχη, τη GERMANIA, με μουσικό επίκεντρο, το μουσικό του είδωλο, τον Richard Wagner κι έγινεν ιδιαίτερα γνωστή περιγραφικά, ως Zeitschrift für Musik. Ο έφηβος Νίτσε, διάβασεν επίσης τα γραπτά των γερμανών ρομαντικών, Φρίντριχ Χέλντερλιν (Friedrich Hölderlin) και Ζαν-Πωλ Ρίχτερ (Jean-Paul Richter), καθώς και την αμφισβητούμενη "Απομυθοποίηση Του Ιησού", (Life Οf Jesus Critically Examined - Das Leben Jesu kritisch Βearbeitet, 1848). Έχοντας μεγαλώσει σ' αυστηρά θρησκευτικό περιβάλλον και θέλοντας να μη μοιάσει του πατέρα του, αμφισβήτησε καθετί τη χριστιανικό και δήλωσεν άθεος.
Έχοντας ολοκληρώσει μ' επιτυχία τον πρώτο αυτό κύκλο σπουδών του, μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης το 1864, στο τμήμα θεολογίας και φιλολογίας, μα γρήγορα τη προσοχή του κέρδισεν αποκλειστικά η δεύτερη, μ' ιδιαίτερην έμφαση στη μελέτη κι επεξήγηση αρχαίων, κλασσικών και βιβλικών κειμένων. Αφού παρακολούθησε με πάθος, ενδιαφέρουσες διαλέξεις, από εμπνευσμένους διδασκάλους, γρήγορα καθιερώθηκε μέσω των θαυμάσιων δοκιμίων του κι ειδικά για κείνα που αφορούσαν τους, Αριστοτέλη, Θέογνι και Σιμωνίδη. Το 1865 γνώρισε τις διδαχές και τα γραπτά του Σοπενάουερ κι επηρεάστηκε βαθιά.
Στα 23 του κατατάχτηκε στον στρατό, στο ιππικό σύνταγμα πυροβολικού, ενώ επέστρεψε να μείνει με τη μητέρα του στο Νάουμπουργκ. Προσπαθώντας να στηριχτεί πάνω στη σέλα ενός ιδιαίτερα απείθαρχου αλόγου, πέφτει και τραυματίζεται σοβαρά στο στέρνο. Παίρνει άδεια λίγων μηνών μα κι όταν επιστρέφει χωρίς να 'χει θεραπευτεί, αποστρατεύεται. Το τραύμα τούτο δε θεραπεύτηκε ποτέ εντελώς. Επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και το Νοέμβρη του 1868 συναντιέται, στο σπίτι ενός κοινού τους φίλου, με τον Βάγκνερ. Μοιράστηκαν τον ίδιον ενθουσιασμό για τον Σοπενάουερ και με δεδομένη τη λατρεία του για τη μουσική του, οι δυο άντρες γίνανε πολύ καλοί φίλοι. Ο Βάγκνερ είχεν ισχυρή προσωπικότητα, είχε περίπου την ηλικία του πατέρα του Νίτσε κι επίσης, είχε φοιτήσει κι εκείνος στο Πανεπιστήμιο Λειψίας, έτσι η φιλική τους σχέση ήτανε σχεδόν "οικογενειακή" αν και θυελλώδης ενίοτε, επηρεαζόντας επίσης τη μετέπειτα πορεία του. Το παραδέχτηκε κι ο ίδιος 20 χρόνια μετά.
Κείνη τη χρονιά, ένας από τους δασκάλους του, τονε συστήνει σα φιλόλογο, στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Το πανεπιστήμιο αυτό, του προσφέρει τη θέση κι έτσι σ' ηλικία μόλις 24 ετών, αποκτά την έδρα του καθηγητή κλασσικής φιλολογίας, τον Μάη του 1869. Εκεί έκαμε κι άλλες σημαντικές γνωριμίες μ' άλλους καθηγητές και καλλιέργησε τη φιλία του με τον Βάγκνερ, κάνοντάς του επισκέψεις τακτικά, στο σπίτι του στη Λουκέρνη. Κατά τη διάρκεια του γαλλο-πρωσσικού πολέμου, το 1870-1, υπηρέτησε σα νοσοκόμος, μα η υγεία του είχε κι άλλες επιπλοκές, τόσο στο παλιό του τραύμα, όσο κι από άλλες νόσους που κόλλησε, όπως διφθερίτιδα και δυσεντερία. Έκτοτε η υγεία του, μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν ανάκαμψε ποτέ.
Όλη του η εμπειρία από τις σπουδές, τ' αναγνώσματα, τις διαλέξεις, τη λατρεία στον Σοπενάουερ και τον θαυμασμό στη μουσική του Βάγκνερ, καθώς κι η απογοήτευσή του από τον σύγχρονο γερμανικό τρόπο ζωής, μετουσιώθηκε στο πρώτο του βιβλίο με τίτλο "Η Γένεση Της Τραγωδίας", που πρωτοδημοσίεψε σ' ηλικία 28 ετών. Ο Βάγκνερ έσπευσε, αν κι αναρμόδιος, να το παινέσει, μα έν ισχυρό κριτικό ράπισμα από τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο φιλόλογο Ulrich Von Wilamowitz-Möllendorff (1848-1931), έδωσεν άσχημη στάμπα στο βιβλίο, στον χώρο των μελετητών.
Την 6ετία 1872-9 συνέχισε να διαμένει στη Βασιλεία, αλλά επισκεπτότανε συχνά τον Βάγκνερ στο καινούργιο του σπίτι στη Μπάϊρέουτ, στη Γερμανία. Στη πρώτη του επίσκεψην εκεί, γνώρισε τη Μαλβίντα Μέισενμπουργκ (1872) και στη δεύτερη, ένα χρόνο μετά, συνάντησε κάποιον νεαρό, ονόματι Πωλ Ρέε. Τους συνδέσανε πολλά και τους τρεις και γίνανε φίλοι. Το 1876, σ' ηλικία 32 ετών, ζήτησε σε γάμο μιαν ολλανδέζα σπουδάστρια πιάνου στη Γενεύη, τη Mathilde Trampedach, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά τη διάρκειαν αυτής της περιόδου επίσης, έγραψε μερικές μελέτες για τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, διαποτισμένες από την αθεϊστική διδασκαλία του David Strauss, τις ιδέες του Σοπενάουερ, τη μουσικήν έμπνευση του Βάγκνερ. Στα 1878 έγραψε το "Προέλευση Των Ηθικών Συναισθημάτων" με την αρωγή του Πωλ Ρέε κι αυτό το βιβλίο σήμανε το τέλος της φιλίας του με τον Βάγκνερ, γιατί ο μουσικός πίστεψε πως διέκρινε μες στις σελίδες του, άσχημες περιγραφές για το πρόσωπό του.
Παρά τη συλλογικήν απόρριψη του πρώτου του βιβλίου, παρέμενεν αξιοσέβαστος στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, αλλά η υγεία του επιδεινώθηκε ξαφνικά κι άρχισε να έχει προβλήματα όρασης, ημικρανίες, ιλίγγους κι εμετό, έτσι ώστε οδηγήθηκε σε παραίτηση, τον Ιούνη του 1879. Από τότε ξεκίνησε να ζει ως "άπατρης, περιπλανώμενος τσιγγάνος, πολίτης του κόσμου άνευ υπηκοότητας", κατά τα δικά του ειρωνικά σχόλια. Τούτο γιατί είχεν απαρνηθεί τη γερμανική του υπηκοότητα, χωρίς παράλληλα να λάβει την ελβετική. Έτσι άρχισε να περιηγείται διάφορες πόλεις (Νίκαια, Σιλς-Μαρία, Λειψία, Τορίνο, Γένοβα, Ρεκοάρο, Μεσσήνη, Ράπαλο, Φλωρεντία, Βενετία και Ρώμη), με συχνές επιστροφές στο Νάουμπουργκ, στη μητέρα του. Σε μιαν από αυτές τις περιηγήσεις βρέθηκε στη Ρώμη, το 1882 κι έσπευσε να επισκεφτεί τη φίλη του Μαλβίντα, έχοντας ήδη λάβει γνώση για τον ενθουσιασμό του φίλου Ρέε, για κάποια νεαρή ρωσίδα, τη Λου Σαλομέ. Ήτανε τότε 38 ετών.


Η Λου Ο Νίτσε 38 ετών

Μια μέρα που η Λου Σαλομέ είχεν επισκεφτεί τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, εμφανίστηκε μπρος της κάποιος άντρας με φλογερό και βαθύ, θλιμμένο βλέμμα, γοητευτικός και μ' ένα παχύ μουστάκι. Μόλις την είδε κοντοστάθηκε κι αναφώνησεν αυθόρμητα:
-"Από ποια άστρα πέσαμε για να συναντηθούμε εδώ";
Εκείνη κεραυνοβολήθηκεν από το έντονο βλέμμα του που "ανακλούσεν αυτό που συνέβαινε μέσα του, αντίθετα από τις φευγαλέες εξωτερικές εκφράσεις". Σε λιγάκι ο φιλόσοφος ήτανε βαθιά ερωτευμένος και μιλούσε μ' ενθουσιασμό στους φίλους του γι' αυτήν. Η Φραντζ Όβερμπερκ, σύζυγος ενός απ' αυτούς, έγραψε στον άντρα της: "Εκείνος βρίσκεται στην ηλικία, που μια άρνηση ή κάποιο λάθος, δύσκολα υποφέρονται, ενώ κείνη βρίσκεται σ' αντίθεση με την οικογένειά της και τη κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πληγωθεί ο μεγαλύτερος..."
Η κατάσταση αυτή ήταν αρκετά σύνθετη και καθόλου ευνοϊκή. Ο Ρέε είχε τον χρόνο να την ερωτευτεί μες από τη συναναστροφή, τη κουβέντα και τους περιπάτους τους. Ο Νίτσε την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Ο Ρέε κι ο Νίτσε ήτανε φίλοι. Η Λου είχεν ήδη απορρίψει τον Ρέε, μα κείνος έμενε τριγύρω της με την ελπίδα να πετύχει κάτι καλύτερο, όντας θλιμμένος από την απόρριψη. Ο Νίτσε δεν έβλεπε λόγο για να νιώθει ανησυχία γιατί είχε διακρίνει στα μάτια της το ότι ενέδιδε μάλλον στο φλερτ του. Η κυρα-Λουίς, αντίθετα, αποφάσισε να γυρίσει στη Ρωσία, αφήνοντας τη κόρη της στη Γερμανία, σε κάποια φίλη. Ο Νίτσε, με τον Ρέε, τις πρόφτασε στο Μιλάνο και τις έπεισε να κάνουνε μιαν εκδρομή στη λίμνη Όρτα. Μπόρεσε τελικά να ξεμοναχιάσει τη Λου και να κάνουνε μαζί ένα περίπατο στο Μόντε Σάκο, μια σχετικά μικρή δασώδης βουνοπλαγιά, με διάστικτα παλαιά κτίρια. Η μητέρα κι ο Ρέε, κουράστηκαν να περπατούν κι οι δυο τους πήρανε το μονοπάτι, υποτίθεται για καμμιάν ώρα, μα γυρίσαν αργά τ' απόγευμα κι οι δυο φανερά ταραγμένοι.
Τι συνέβη μεταξύ τους το απόγευμα κείνο, δεν έγινε γνωστό, αλλά είναι αλήθεια πως η γοητεία του τηνε παρέσυρε για κάμποσο. Η ίδια θα πει, χρόνια μετά: "Αν φίλησα τον Νίτσε στο Μόντε Σάκο, δε το θυμάμαι πια.." Ο Νίτσε, αντίθετα, της έγραψε λίγο μετά: "Σας οφείλω τ' ομορφότερον όνειρο της ζωής μου". Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν είχε συνέλθει κάπως από το σοκ, είχε πει: " Η Λου της Όρτα, ήταν έν άλλο πλάσμα..." Όταν επισκέφτηκε τους Όβερμπεκ, λίγο μετά, τον είδανε σε μια πρωτόφαντη διάθεση. "Μιλούσε συνέχεια για τη Λου κι ήτανε σα να 'χε κερδίσει τον κόσμον όλο".
Ο Νίτσε συνάντησεν έντονες αντιδράσεις απ' το στενό του περιβάλλον. Η μητέρα κι η αδερφή του προσπάθησαν να τονε μεταπείσουν. Στην αρχή η μητέρα του κι όταν εκείνος προσπάθησε να ζητήσει τη βοήθεια της Ελίζαμπετ, που 'χανε πιο στενή σχέση, κόντρα στη μητέρα, τη βρήκε πρώτη φορά, απέναντί του. Στο μεταξύ έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε ν' αναβληθεί η επιστροφή της Λου στη Ρωσία κι εδώ υπάρχει μια τραγική ειρωνεία. Ο Νίτσε γνώριζε τον έρωτα του Ρέε με κάποια νεαρή ρωσίδα. Ο Ρέε είχε πληροφορηθεί τον έρωτα του Νίτσε για κάποια νεαρή κοπέλα. Δεν είχαν ακόμα συνδέσει τα γεγονότα και δε γνωρίζανε πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Έτσι για κάμποσο διάστημα, προσπαθούσανε κι οι δυο να εξασφαλίσουνε παράταση στην ίδια κοπέλα, ψάχνοντας ιδέες και της βρήκανε μια θαυμάσια πρόταση για μια μελέτη που θα τη κρατούσε μακριά τη φυγή της για κανά χρόνο. Μάταια η μαμα-Λουίς πάσχιζε να τη μεταπείσει, -η Λου ήταν Αγύριστο Κεφάλι, άλλη μια φορά.
Όταν η Λου κι ο Νίτσε συναντηθήκανε στη Λουκέρνη, της πρότεινε γάμο, ανοιχτά και ξεκάθαρα, μα κείνη του εξήγησε πως δε πρέπει να 'χει αυταπάτες, ακόμα κι αν αποφάσιζε να μην επιστρέψει στη Ρωσία και να παραμείνει στη Γερμανία με τους νέους φίλους της. Φεύγει για τη Πρωσσία και φιλοξενείται λίγες μέρες από την οικογένεια του Ρέε κι εκεί διαπιστώνει πως μεταξύ των δυο φίλων θα προτιμούσε τον μικρότερο και πιο ισορροπημένο. Ο Νίτσε τότε μόνο συλλαμβάνει την υποψία πως ο Ρέε κι η Λου έχουνε ...κάτι και το συλλαμβάνει ...ανάποδα! Πιστεύει πως οι δυο τους του παίζουνε παιχνίδι πίσω από τη πλάτη του, για να έχουνε κάλυψη στον δεσμό τους και να τους βοηθήσει να πετύχουνε την αναβολή της αναχώρησης. Τότε κάνει κάτι ... ποταπό: Συνθέτει μια φωτογραφία, σε κάποιο διάσημο τότε, ελβετό φωτογράφο, τον Jules Bonnet, με τους τρεις τους, όπου η Λου είναι πάνω σ' ένα κάρο κι οι δυο τους, Νίτσε και Ρέε, είναι ζεμένοι! Η Λου κρατά και τα γκέμια τους και το μαστίγιο που τους κεντρίζει.

Η ...επίμαχη φωτoγραφία

Η κίνηση αυτή και σα σύλληψη και σαν υλοποίηση, μαρτυρά από μόνη της το πως θα πρέπει να 'νιωσε ο φιλόσοφος τότε. Πολύ αργότερα θα συμβουλέψει δια στόματος Ζαρατούστρα: "Όταν πηγαίνετε στη γυναίκα μη λησμονείτε το μαστίγιο!"
Η Λου είχεν υποσχεθεί πως μετά τον Ρέε, θα επισκεφτεί το σπίτι του Νίτσε για να μείνει κι εκεί λίγες μέρες μαζί μ' αυτόν και την αδερφή του κι ήθελε να κρατήσει το λόγο της. Περάσανε μια μέρα μαζί όπου εκείνη ήτανε κλειστή κι απόμακρη, ενώ κείνος της εκμυστηρεύτηκε τι τονε χώριζε από τον Βάγκνερ. Όταν την είδε έτσι, την άφησε για να επισκεφτεί τη Βασιλεία και τους Όβερμπεκ, που τον είδανε "κουρασμένο και με αδυναμία συγκέντρωσης". Τον Ιούλιο, η Λου πηγαίνει στο Φεστιβάλ Βάγκνερ, -για τον οποίον είχεν ακούσει τόσα πολλά- στη Μπεϊρούτ και τονε γνωρίζει από κοντά. "Εξ αιτίας του μικρού του αναστήματος, ήταν ορατός μόνο για κλάσματα δευτερολέπτου, όπως ακριβώς το νερό του συντριβανιού που αναπηδά ξαφνικά πριν πέσει". Μετά, με συνοδεία την αδερφή του Νίτσε, πηγαίνουνε στο Νάουμπουργκ. Εκεί για μιαν ακόμα φορά νιώθει τη γοητεία του φιλόσοφου. Εδώ οφείλουμε να πούμε, πως ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που αναγνώρισαν αμέσως την ιδιοφυΐα του, τον καιρό που όλοι τον είχανε για εκκεντρικό.
Την ίδια στιγμή πληροφορούσε τον Ρέε για ό,τι συνέβαινε στο σπίτι. "Πίσω από τον Νίτσε υπάρχουνε κρυψώνες και μυστικά περάσματα, όπως σ' ένα παλιό κάστρο κι είναι κει που ίσως να κρύβεται ο πραγματικός του χαρακτήρας. Περνάμε όμως ευχάριστες ώρες καθισμένοι σ' ένα παγκάκι κει που αρχίζει το δάσος. Τι ωραία είναι να γελάς, να ονειρεύεσαι, να μιλάς το βράδι, όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου λάμπουνε μες από τα κλαδιά..." Πρέπει να πούμε πως η Λου είχε κερδίσει και μιαν άλλη μάχη: Είχε πείσει τη μητέρα της να την αφήσει στη Δυτικήν Ευρώπη. Ο Νίτσε ενθαρρυμένος, είχεν απολαύσει αυτή τη συντροφιά.
Η αδερφή του, άκουγε τρομαγμένη αυτές τις συζητήσεις. Οι τρόποι της Λου, οι διαφορές της, το πείσμα κι η αδιαφορία της στα κοινωνικά και θρησκευτικά θέματα, την έκαναν να τη διαβάλλει σ' όλο τον περίγυρο και στον ίδιο τον αδερφό της. "Πως μπόρεσεν ο αδερφός μου να συνδέσει τ' όνομά του μ' ένα τέτοιο υποκείμενο; Η Λου καυχιότανε πάντα για τη κακία της και τότε ο καημένος ο Φριτς προσπαθούσε να γίνεται όσο πιο κακός μπορούσε. Η Λου είναι πραγματικά η προσωποποίηση της φιλοσοφίας του αδερφού μου: ο τρελός εγωισμός που καταστρέφει όλα όσα του εμποδίζουνε τη πορεία, η παντελής έλλειψη ηθικής", έγραφε σε κάποια φίλη της. Ο Νίτσε ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του κι όταν του ζήτησαν να τη διώξει, έφυγε μαζί της σ' ένα μικρό διαμέρισμα στη Λειψία. Μα κι εκεί δέχτηκε τα πυρά τους, ότι και καλά, τώρα που 'τανε μόνος μαζί της, ήταν ευάλωτος στις επιθέσεις της και τελικά ήταν ο ίδιος αυτός που έδιωξε τη Λου μακριά.
Αυτό όλο έφερε τη ρήξη. Η Λου άφησε τον Νίτσε και πήγε γρήγορα να συναντήσει τον Ρέε και να μείνει μαζί του στο Βερολίνο. Μένει πλέον μονάχος με λίγους πια φίλους: τους Όβερμπεκ, τον Γκαστ και τη Μαλβίντα. Διαπιστώνει πόσον έντονα προσκολλημένος ήτανε με τη παρέα της Λου και του Ρέε. Οι δυο τους τον επισκέπτονται στη Λειψία μα δε νιώθει πλέον το δέσιμο του με κείνην όπως στο Νάουμπουργκ. Αργότερα θα της γράψει: "Να θυμάσαι αυτό: ο μοχθηρός εγωισμός όπως ο δικός σου, η απουσία συναισθημάτων προς τους άλλους, είναι χαρακτηριστικά που απεχθάνομαι πιότερο. Αντίο αγαπητή μου Λου, δε θα ξανασυναντηθούμε ποτέ. Προσπάθησε να δώσεις στους άλλους κι ιδιαίτερα στον φίλο Πωλ, αυτό που δεν έδωσες σε μένα".
Ο Νίτσε κατέπεσε πολύ, κατόπιν τούτων. Περιέπεσε σε κατάθλιψη κι αυτό το βεβαιώνουν οι Όβερμπεκ, τους οποίους επισκέφθηκε και τον είδανε σκέτο συντρίμμι. Μάλιστα οι υπαινιγμοί που άφηνε, οδηγούσανε τη σκέψη τους ακόμα και στην αυτοκτονία. Πάνω που πιστέψανε πως είχε χάσει τη μάχη, εκείνος επέστρεψε δυναμικά μ' ένα νέο βιβλίο, το "Ομοφυλοφιλικη Επιστήμη" (1882) και σα να μην έφτανε τούτο, τον έπιασε μια ...κρίση δημιουργική κι άρχισε να γράφει πυρετωδώς. Στη συνέχεια, ακολούθησαν: "Έτσι Μίλησε Ο Ζαρατούστρα" (1883-5), "Πέρα Από Το Καλό Και Το Κακό" (1886), "Γενεαλογία Της Ηθικής" (1887), και στη τελευταία πιο δημιουργική του χρονιά τα: "Η Περίπτωση Βάγκνερ" (1888), "Το Λυκόφως Των Ειδώλων" (1888), "Ο Αντίχριστος" (1888), "Ιδέ Ο 'Ανθρωπος" (1888) και "Νίτσε Εναντίον Βάγκνερ" (1888)!
Το πρωί της 3 Γενάρη 1889, έπαθε μια διανοητική διαταραχή, που άφησε κουσούρι σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του. Πάνω σε τούτο, τονε χτυπά το άλογο μιας άμαξας και κει καταρρέει για να μην επανέλθει ποτέ. Μερικοί υποστηρίζουνε πως υπήρξε θύμα της σύφιλης, (πρώτη διάγνωση στο νοσοκομείο της Βασιλείας), άλλοι πως έφταιξε το τραύμα στον στρατό, μερικοί άλλοι λένε πως φταίξαν οι ουσίες που έπαιρνε σαν ηρεμιστικά για να κατευνάζει το ταραχώδες πνεύμα του, τέλος, μερίδα ατόμων υποστηρίζει πως έφταιξε η κληρονομικότητα στο ευαίσθητο νευρικό του σύστημα, όπως στον πατέρα του. Η ακριβής αιτία παραμένει ακόμα ασαφής. Σημασία έχει πως αγωνίστηκε να εκδόσει τα κείμενά του, γνωρίζοντας πως θα 'χανε πολιτική και κοινωνικήν επίδραση στο γενικό σύνολο. Δυστυχώς δεν έζησε πολύ και λογικός, ώστε να το δει να συμβαίνει. Πρόλαβεν όμως σε μιαν αναλαμπή του να δώσει μια θαυμάσια σειρά διαλέξεων το 1888, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.
Τα 1889-90 τα πέρασε από νοσοκομεία σε σανατόρια, μέχρι που τονε πήρε η μητέρα του πίσω στο Νάουμπουργκ, όπου τονε περιέθαλψε για 7 συνεχή χρόνια. Μετά τον θάνατό της, το 1897, ανέλαβεν η αδερφή του και σε μια προσπάθεια να φρεσκάρει τη μνήμη των άλλων για τον αδερφό της, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια και συγκέντρωσε τα γραπτά του, σ' ένα μεγάλο σπίτι που νοίκιασε στον λόφο της Βαϊμάρης. Εκεί συγκέντρωσε τα χειρόγραφά του κι άφηνε τους επισκέπτες να τα κοιτάζουνε, ταυτόχρονα παρατηρώντας και τον ανίκανο πια φιλόσοφο.
Στις 25 Αυγούστου 1900, ο μεγάλος Νίτσε λυτρώθηκε από τα βάσανα τούτου του κόσμου, πιθανόν από πνευμονία, λίγο πριν κλείσει τα 56 του χρόνια. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο, πίσω από την εκκλησία του Ρέκεν, στον κόλπο Λότζεν, εκεί που 'χε γεννηθεί και μεγαλώσει και που εκεί επίσης βρίσκονται θαμμένες η μητέρα κι η αδερφή του.

___________________________________________________________________

Πέρα Από Το Καλό Και Το Κακό
(αποσπάσματα)



Το ευρωπαϊκό υβρίδιο ανθρώπου -ένας αρκετά άσχημος πληβείος, χρειάζεται σίγουρα μια ενδυμασία: χρειάζεται την ιστορία σα ντουλάπα για τις ενδυμασίες του. Αντιλαμβάνεται, βέβαια, ότι καμιά δεν του ταιριάζει απόλυτα -αλλάζει και ξαναλλάζει. Ας δει κανείς τον 19 αι. σε σχέση μ' αυτές τις γρήγορες προτιμήσεις κι αλλαγές της μασκαράτας του στιλ· ας δει επίσης τις στιγμές της απελπισίας, επειδή «τίποτε δεν μας ταιριάζει». Μάταια παρουσιαζόμαστε σα ρομαντικοί ή κλασικοί ή φλωρεντινοί ή μπαρόκ ή «εθνικοί», στα ήθη και στις τέχνες: τίποτε «δε μας πηγαίνει»! Το «πνεύμα» όμως, ειδικά το «ιστορικό πνεύμα», βλέπει πλεονέκτημα ακόμη και σ' αυτή την απελπισία: ξανά και ξανά δοκιμάζουμε ένα άλλο κομμάτι του παρελθόντος και της ξενικότητας, το φοράμε, το βγάζουμε και προπαντός το μελετάμε -είμαστε η πρώτη μελετηρή εποχή στο θέμα των ενδυμασιών, εννοώ των ηθικών, των άρθρων πίστης, των καλλιτεχνικών γούστων και των θρησκειών, προετοιμασμένοι όπως καμιά άλλη εποχή για το καρναβάλι του μεγάλου στιλ, για το πιο πνευματώδες αποκριάτικο γέλιο κι ευθυμία για τα υπερβατικά ύψη της ύψιστης ανοησίας και της γενικής αριστοφανικής κοροϊδίας. Ίσως να 'χουμε ανακαλύψει ακριβώς εδώ τη περιοχή της επινόησής μας, τη περιοχή που κι εμείς ακόμη μπορούμε να 'μαστε πρωτότυποι, ίσως επίσης παρωδοί της παγκόσμιας ιστορίας και παλιάτσοι του Θεού -ίσως να εξακολουθεί να 'χει κάποιο μέλλον ακριβώς το γέλιο μας, σήμερα που τίποτε δεν έχει πια μέλλον!

Η ιστορική αίσθηση (ή η ικανότητα να μαντεύουμε γρήγορα την ιεραρχία των αξιολογήσεων σύμφωνα με τις οποίες ένας λαός, μια κοινωνία, έν ανθρώπινο ον έχει ζήσει, το «μαντικό ένστικτο» για τις σχέσεις αυτών των αξιολογήσεων, για τη σχέση της αυθεντίας των αξιών με την αυθεντία των ενεργών δυνάμεων): αυτή η ιστορική αίσθηση, για την οποία εμείς οι Ευρωπαίοι μπορούμε να ισχυριζόμαστε πως είναι

ειδικότητά μας, ήρθε σε μας ως επακολούθημα της τρελής και μαγεμένης ημιβαρβαρότητας στην οποία είχε περιέλθει η Ευρώπη λόγω της δημοκρατικής ανάμειξης των τάξεων και των φυλών, μόνον ο 19 αι. ξέρει αυτή την αίσθηση, ως έκτη του αίσθηση. Το παρελθόν κάθε μορφής και τρόπου ζωής, κουλτουρών που παλιότερα βρίσκονταν κοντά η μια στην άλλη, πάνω στην άλλη, κυλά μέσα σε μας, τις «μοντέρνες ψυχές», τα ένστικτά μας τώρα αναρρέουν προς όλες τις κατευθύνσεις, εμείς οι ίδιοι είμαστε ένα είδος χάους: στο τέλος, όπως είπα πιο πριν, το «πνεύμα» βλέπει το πλεονέκτημά του σε όλα αυτά.

Μέσω της ημιβαρβαρότητάς μας στο σώμα και στις επιθυμίες έχουμε κρυφή πρόσβαση παντού όπου δεν είχε μια ευγενής εποχή και προπαντός πρόσβαση στο λαβύρινθο των ανολοκλήρωτων κουλτουρών και σε κάθε ημιβαρβαρότητα που υπήρξε μέχρι τώρα πάνω στη γη και στο βαθμό που το σημαντικότερο μέρος της ανθρώπινης κουλτούρας μέχρι τώρα ήταν ημιβαρβαρότητα, η «ιστορική αίσθηση» σημαίνει σχεδόν την αίσθηση και το ένστικτο για καθετί, το γούστο και τη γλώσσα για καθετί: πράμα που αποδεικνύει πως είναι μια μη ευγενής αίσθηση.

Για παράδειγμα, απολαμβάνουμε τον Όμηρο και πάλι: ίσως είναι το ευτυχέστερο προχώρημά μας το ότι ξέρουμε πώς να εκτιμήσουμε τον 'Όμηρο, που οι άνθρωποι μιας ευγενούς κουλτούρας (όπως οι Γάλλοι του 17 αι., σαν τον Σεντ Εβρεμόν, που τονε κατηγορούσε για το ευρύ πνεύμα του και σαν τον τελευταίο αντίλαλό τους, τον Βολταίρο) δε μπορούσαν και δε μπορούν να αφομοιώσουν τόσο εύκολα -τον Όμηρο, τον οποίο δύσκολα επέτρεπαν στον εαυτό τους να τον απολαύσουν. Το κατηγορηματικό Ναι κι Όχι της γεύσης τους, η εύκολα προκαλούμενη αηδία τους, η διστακτική επιφύλαξη τους απέναντι σε καθετί ξένο, ο φόβος τους για την ανοστιά ακόμη και μιας ζωηρής περιέργειας και γενικά κείνη η απροθυμία μιας ευγενούς κι αυτάρκους κουλτούρας να δεχτεί μια καινούργια επιθυμία, μιαν ανικανοποίηση με τη δική της κουλτούρα, ένα θαυμασμό για ό,τι είναι ξένο: όλα αυτά τους προδιαθέτουν να βλέπουν με δυσμένεια ακόμη και τα καλύτερα πράγματα στον κόσμο, που δεν είναι ιδιοκτησία τους και που δε μπορούν να γίνουν λεία τους και καμιά αίσθηση δεν είναι τόσο ακατανόητη σε τέτοιους ανθρώπους όσο η ιστορική αίσθηση κι η δουλοπρεπής πληβεία περιέργειά της.

Το ίδιο ισχύει και για τον Σαίξπηρ, αυτή την εκπληκτική ισπανική, μαυριτανική, σαξονική σύνθεση γούστων, που πάνω της ένας Αθηναίος από τον κύκλο του Αισχύλου θα 'χε μισοπεθάνει απ' τα γέλια ή από την ενόχληση: εμείς όμως δεχόμαστε ακριβώς αυτή την άγρια πολυχρωμία, αυτό το μπέρδεμα του πιο λεπτού, του πιο χονδροειδούς και του πιο τεχνητού, με μια μυστική εμπιστοσύνη κι εγκαρδιότητα, τον απολαμβάνουμε σαν μια καλλιτεχνική εκλέπτυνση προορισμένη ακριβώς για μας κι αφηνόμαστε να ενοχληθούμε από τους απωθητικούς ατμούς και την εγγύτητα με τον αγγλικό όχλο όπου ζουν η τέχνη και το γούστο του Σαίξπηρ τόσο λίγο όσο και στη Κάγια της Νάπολι, όπου συνεχίζουμε το δρόμο μας μαγεμένοι και πρόθυμοι, μ' όλες τις αισθήσεις μας ανοιχτές, όσο κι αν γεμίζουνε τον αέρα οι οχετοί των λαϊκών γειτονιών. Εμείς οι άνθρωποι της «ιστορικής αίσθησης»: έχουμε ως τέτοιοι τις αρετές μας, δε χωρά αμφιβολία γι' αυτό δεν έχουμε φιλοδοξίες, είμαστε ανιδιοτελείς, μετριοπαθείς, γενναίοι, γεμάτοι αυτοϋπερνίκηση, γεμάτοι αφοσίωση, πολύ ευγνώμονες, πολύ υπομονετικοί, πολύ πρόθυμοι, με όλα αυτά, δεν έχουμε, ίσως, «πολύ γούστο». Ας το ομολογήσουμε τελικά στον εαυτό μας: αυτό που εμείς οι άνθρωποι της «ιστορικής αίσθησης» βρίσκουμε δυσκολότερο να συλλάβουμε, να νιώσουμε, να γευτούμε, να αγαπήσουμε, αυτό που κατά βάθος μας βρίσκει προκατειλημμένους και σχεδόν εχθρικούς, είναι ακριβώς ό,τι είναι πλήρες κι εντελώς ώριμο σε κάθε τέχνη και κουλτούρα, το πραγματικά ευγενές στα έργα και στους ανθρώπους, η στιγμή τους της λείας θάλασσας και της αλκυόνειας αυτάρκειας, το χρυσό και το ψυχρό που δείχνουν όλα τα πράγματα όταν έχουν φτάσει στην ολοκλήρωσή τους.
Ίσως η μεγάλη μας αρετή της ιστορικής αίσθησης να βρίσκεται σε αναγκαία αντίθεση με το καλό γούστο, ή με κάθε άριστο γούστο τουλάχιστον κι ακριβώς τις σύντομες μικρές κι ύψιστες ευτυχείς συγκυρίες και μεταμορφώσεις της ανθρώπινης ζωής, έτσι όπως λάμπουν εδώ κι εκεί, τις επικαλούμαστε μόνο με τη μεγαλύτερη δυσκολία, μόνο με τον μεγαλύτερο δισταγμό, μόνο με τον μεγαλύτερο καταναγκασμό: εκείνες τις θαυμαστές στιγμές όπου μια μεγάλη δύναμη σταματούσε θεληματικά μπρος στο απεριόριστο και στο απροσμέτρητο, που μια αφθονία λεπτής χαράς με τον αιφνίδιο περιορισμό και την απολίθωση, με το να είσαι στέρεος και να καθορίζεις τον εαυτό σου, γινόταν αντικείμενο απόλαυσης πάνω σε ένα έδαφος που εξακολουθούσε να τρέμει.
Το μέτρο μάς είναι ξένο, ας το παραδεχτούμε. Αυτό που μας κεντρίζει είναι το απέραντο, το άμετρο. Σαν τον καβαλάρη πάνω στο άλογο που τρέχει μπρος αφρισμένo, αφήνουμε να μας πέσουν τα χαλινάρια μπροστά στο απέραντο, εμείς οι μοντέρνοι άνθρωποι, σα μισοβάρβαροι και δε φτάνουμε στη δική μας ευδαιμονία παρά μόνον εκεί όπου διατρέχουμε περισσότερο κίνδυνο.

Ηδονισμός, πεσιμισμός, ωφελιμισμός, ευδαιμονισμός: όλοι αυτοί οι τρόποι σκέψης που μετρούν την αξία των πραγμάτων σύμφωνα με την ηδονή και τον πόνο, δηλαδή σύμφωνα με συνοδές καταστάσεις και πάρεργα, είναι πρώτου πλάνου τρόπόι σκέψης κι απλοϊκότητες, που καθένας που 'χει συνείδηση δημιουργικών δυνάμεων και συνείδηση καλλιτέχνη, δεν θα τις δει δίχως κοροϊδία, αν κι όχι δίχως οίκτο. Οίκτος για σας! Αυτό, σίγουρα, δεν είναι οίκτος για τη κοινωνική «αθλιότητα», οίκτος για τη «κοινωνία» με τους αρρώστους της και τους άτυχούς της, οίκτος για τους φαύλους και τους τσακισμένους από την αρχή που κείτονται παντού γύρω μας κι ακόμη λιγότερο είναι οίκτος για τα γκρινιάρικα, καταπιεσμένα, εξεγειρόμενα στρώματα των δούλων, τα οποία αποβλέπουν στην κυριαρχία, που την ονομάζουν «ελευθερία». Ο δικός μας οίκτος είναι ένας ανώτερος, πιο μακρύθωρος οίκτος, βλέπουμε πώς μικραίνει τον εαυτό του ο άνθρωπος, πώς τον μικραίνετε εσείς! Κι υπάρχουν στιγμές που βλέπουμε τον δικό σας οίκτο με απερίγραπτη αγωνία, όταν αμυνόμαστε εναντίον αυτού του οίκτου -όταν βρίσκουμε τη σοβαρότητά σας πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε επιπολαιότητα. Θέλετε αν είναι δυνατόν -και δεν υπάρχει πιο τρελό «αν είναι δυνατό»- να εξαλείψετε τον πόνο. Κι εμείς; Πράγματι φαίνεται ότι εμείς θα θέλαμε να γίνει πιο άσχημος και πιο μεγάλος απ' ό,τι ήταν ποτέ! Η ευημερία, όπως την εννοείτε εσείς- αυτό δεν είναι σκοπός, αυτό φαίνεται σε μας τέλος! Μια κατάσταση που κάνει γρήγορα τον άνθρωπο καταγέλαστο κι αξιοπεριφρόνητο -που κάνει επιθυμητή τη καταστροφή του! Η πειθαρχία του πόνου, του μεγάλου πόνου -κι δε ξέρετε πως αυτή η πειθαρχία μόνο δημιούργησε κάθε ανύψωση του ανθρώπου μέχρι σήμερα; Κείνη η ένταση της ψυχής στην ατυχία, που καλλιεργεί τη δύναμή της, ο τρόμος της στη θέα της μεγάλης καταστροφής, η επινοητικότητά της κι η ανδρεία της στο να υφίσταται, ν' αντέχει, να ερμηνεύει, να εκμεταλλεύεται την ατυχία κι ό,τι άλλο είχε ποτέ από βάθος, μυστήριο, μάσκα, πνεύμα, πανουργία και μεγαλείο, δεν της δόθηκαν μέσω του πόνου, μέσω της πειθαρχίας του μεγάλου πόνου;
Στον άνθρωπο, δημιούργημα και δημιουργός είναι ενωμένα: στον άνθρωπο υπάρχει ύλη, κομμάτι, περίσσεια, πηλός, λάσπη, τρέλα, χάος αλλά στον άνθρωπο υπάρχει επίσης δημιουργός, γλύπτης, σκληρότητα του σφυριού, ο θεϊκός παρατηρητής κι η έβδομη ημέρα, καταλαβαίνετε αυτή την αντίθεση; Κι ό,τι ο οίκτος σας είναι για το «δημιούργημα στον άνθρωπο», για κείνο που πρέπει να διαμορφωθεί, να σπάσει, να σφυρηλατηθεί, να κομματιαστεί, να πυρακτωθεί, να ραφιναριστεί, κείνο που πρέπει να υποφέρει -και θα υποφέρει; Κι ο δικός μας οίκτος, δεν καταλαβαίνετε για ποιον είναι ο αντίθετος οίκτος μας όταν προστατεύει τον εαυτό του απ' το δικό σας οίκτο θεωρώντας τον τη χειρότερη απ' όλες τις εκθηλύνσεις και τις εξασθενήσεις; Οίκτος λοιπόν εναντίον οίκτου! Αλλά, για να το πω άλλη μια φορά, υπάρχουν ανώτερα προβλήματα από τα προβλήματα της ηδονής και του πόνου και του οίκτου και κάθε φιλοσοφία που πραγματεύεται μόνον αυτά είναι αφέλεια.

Εμείς οι αμοραλιστές! Αυτός ο κόσμος που μας αφορά, που εμείς πρέπει να φοβόμαστε και ν' αγαπούμε, αυτός ο σχεδόν αόρατος, μη ακουόμενος κόσμος του λεπτού διατάζειν, του λεπτού υπακούειν, ένας κόσμος του «σχεδόν» από κάθε άποψη, σοφιστικός, τραχύς, αγκαθερός, τρυφερός: ναι, είναι καλά προστατευμένος απέναντι σε αδέξιους παρατηρητές και φιλική περιέργεια! Είμαστε μπλεγμένοι σ' ένα στέρεο δίχτυ καθηκόντων και δε μπορούμε να βγούμε απ' αυτό. Σ' αυτό είμαστε κι εμείς «άνθρωποι του καθήκοντος»! Μερικές φορές, είναι αλήθεια, μπορεί να χορεύουμε μες στις «αλυσίδες» μας κι ανάμεσα στα «ξίφη» μας συχνά, είναι εξίσου αλήθεια, τρίζουμε τα δόντια μας και δυσφορούμε ανυπόμονα με τη κρυφή σκληρότητα του κλήρου μας. Αλλά ό,τι και να κάνουμε, οι βλάκες και τα φαινόμενα είναι εναντίον μας και λένε «αυτοί είναι άνθρωποι δίχως καθήκον», -έχουμε πάντα τρελούς και φαινόμενα εναντίον μας!

Εντιμότητα -αν υποτεθεί ότι αυτή είναι δική μας αρετή, από την οποία δε μπορούμε ν' απαλλαχτούμε, εμείς τα ελεύθερα πνεύματα- λοιπόν, θέλουμε να δουλέψουμε πάνω σ' αυτή με όλη τη κακία και την αγάπη μας και να μη κουραζόμαστε να «τελειοποιούμαστε» μες στη δική μας αρετή, τη μόνη που μας έχει απομείνει: μακάρι η λάμψη της ν' απλωθεί μια μέρα πάνω απ' αυτή τη γερασμένη κουλτούρα και τη ζοφερή της σοβαρότητα σα χρυσωμένο μπλε κοροϊδευτικό απογευματινό φως! Κι αν μολαταύτα η εντιμότητά μας κουραστεί μια μέρα κι αναστενάξει και τεντώσει τα μέλη της και μας βρει πολύ σκληρούς και θελήσει να της είναι τα πράγματα πιο καλά, πιο εύκολα, πιο τρυφερά, σαν ένα ευχάριστο ελάττωμα: ας μείνουμε σκληροί, εμείς οι τελευταίοι στωικοί! Και ας στείλουμε βοήθεια στην εντιμότητά μας οτιδήποτε διαβολικό έχουμε μέσα μας -την αηδία μας για το χονδροειδές και το τυχαίο, το να προσβλέπουμε στο απαγορευμένο μας, το τυχοδιωκτικό θάρρος μας, την οξεία κι ενοχλητική περιέργειά μας, τη πιο λεπτή, μεταμφιεσμένη και πνευματική θέληση για δύναμη κι υπερνίκηση του κόσμου, που περιπλανιέται άπληστα σ' όλες τις σφαίρες του μέλλοντος, -ας τρέξουμε να βοηθήσουμε τον «Θεό» μας με όλους τους «διαβόλους» μας! Είναι πιθανό να μας παρεξηγήσουν και να μας πάρουν για κάτι που δεν είμαστε: τί σημασία έχει! Οι άνθρωποι θα πούνε: «η ‘εντιμότητά’ τους είναι η διαβολικότητά τους και τίποτε παραπάνω!» Και τι σημασία έχει!

Ακόμη κι αν είχαν δίκιο! Όλοι οι θεοί μέχρι σήμερα δεν ήταν τέτοιοι διάβολοι που έγιναν άγιοι και ξαναβαφτίστηκαν; Και τι ξέρουμε τελικά από μας; Και πώς θέλει να ονομάζεται το πνεύμα, που μας οδηγεί (είναι ζήτημα ονομάτων); Και πόσα πολλά πνεύματα βρίσκονται μέσα μας; Η εντιμότητά μας, ημών των ελεύθερων πνευμάτων -ας φροντίσουμε να μη γίνει ματαιοδοξία μας, στολίδι κι επίδειξή μας, σύνορό μας,

ηλιθιότητά μας! Κάθε αρετή τείνει προς την ηλιθιότητα, κάθε ηλιθιότητα προς την αρετή. «Ηλίθιος μέχρι αγιότητας» λένε στη Ρωσία -ας φροντίσουμε να μη γίνουμε τελικά από εντιμότητα άγιοι και βαρετοί! Δεν είναι η ζωή εκατό φορές πολύ σύντομη -για να τη βαριόμαστε; Θα έπρεπε να πιστεύουμε στην αιώνια ζωή...
Ας μου συγχωρεθεί η ανακάλυψη ότι κάθε ηθική φιλοσοφία μέχρι τώρα ήταν βαρετή κι υπνωτικό κι ότι «η αρετή» δεν βλάφτηκε για μένα από τίποτε άλλο περισσότερο απ' ό,τι από τη βαρετότητα των συνηγόρων της, μ' αυτό δεν θέλω να αγνοήσω τη γενική χρησιμότητά τους. Είναι σημαντικό να σκέπτονται όσο το δυνατόν λιγότεροι άνθρωποι για την ηθική κατά συνέπεια, είναι πολύ σημαντικό να μη γίνει μια μέρα ενδιαφέρουσα η ηθική! Αλλά μην ανησυχείτε! Και σήμερα είναι όπως ήταν πάντα: δεν βλέπω κανέναν στην Ευρώπη, που να έχει (ή να διαδίδει) κάποια ιδέα ότι η σκέψη για την ηθική μπορεί να γίνει επικίνδυνη, ύπουλη, παραπλανητική, ότι θα μπορούσε να περικλείει μιαν ολέθρια μοίρα! Δείτε, για παράδειγμα, τους ακούραστους, αναπόφευκτους εγγλέζους ωφελιμιστές και πόσο αδέξια και τιμημένα πατούν, προχωρούν, πάνω στα ίχνη του Μπένθαμ (μια ομηρική μεταφορά το λέει αυτό ακριβέστερα), όπως είχε πατήσει κι αυτός στα ίχνη του Ελβέτιους (όχι δεν ήταν επικίνδυνος άνθρωπος αυτός ο Ελβέτιους, ο ανέμελος συγκλητικός, όπως τον έλεγε ο Γκαλιάνι). Καμιά καινούργια σκέψη, καμιά λεπτότερη αλλαγή και μετατροπή μιας παλιάς σκέψης, ούτε καν μια πραγματική ιστορία

όλων εκείνων των πραγμάτων που έγιναν αντικείμενο σκέψης παλιότερα: συνολικά, μια αδύνατη φιλολογία, αν υποτεθεί ότι δεν ξέρει κανείς πώς να τη φουσκώσει με λίγη κακία. Γιατί και μέσα σ' αυτούς τους μοραλιστές (τους οποίους γενικά πρέπει να διαβάζει κανείς μ' επιφύλαξη, αν πρέπει βέβαια να τους διαβάσει) γλίστρησε κείνο το παλιό αγγλικό ελάττωμα που λέγεται υποκρισία κι είναι ηθικός ταρτουφισμός, τούτη τη φορά κρυμμένος κάτω από τη νέα μορφή της επιστημονικότητας, δεν λείπει επίσης ένας μυστικός αγώνας με τύψεις συνείδησης, από τις οποίες πρέπει φυσικά να υποφέρει μια ράτσα παλιών πουριτανών. (Ο μοραλιστής δεν είναι το αντίθετο του πουριτανού; Δηλαδή ως στοχαστής που παίρνει την ηθική σαν κάτι συζητήσιμο, άξιο ερωτηματικών, κοντολογίς σαν πρόβλημα; Το ηθικολογείν δεν είναι αμοραλικό;) Τελικά όλοι θέλουν όλοι να δώσουν δίκιο στην αγγλική ηθική: στο βαθμό που η ανθρωπότητα ή η «γενική ωφέλεια» ή η «ευτυχία της πλειοψηφίας», όχι! η ευτυχία της Αγγλίας πρέπει να εξυπηρετηθεί καλύτερα. Θα 'θελαν μ' όλες τους τις δυνάμεις ν' αποδείξουν ότι η προσπάθεια για την αγγλική ευτυχία, εννοώ για μόδα κι άνεση (κι ως υπέρτατο στόχο μια θέση στο Κοινοβούλιο), είναι ταυτόχρονα ο αληθινός δρόμος της αρετής και μάλιστα ότι κάθε αρετή που υπήρξε ποτέ στον κόσμο ενσαρκωνόταν σε μια τέτοια προσπάθεια.
Κανένα απ' αυτά τα δυσκίνητα, ανήσυχα στη συνείδηση αγελαία ζώα (που αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν την υπόθεση του εγωισμού ως υπόθεση της γενικής ευημερίας) δεν θέλει να μάθει ή να μυριστεί πως η «γενική ευημερία» δεν είναι ιδεώδες, ή ένας στόχος ή μια έννοια που μπορεί να συλληφθεί, αλλά μόνον ένα εμετικό, πως, αυτό που είναι σωστό για έναν δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να είναι σωστό για έναν άλλο, ότι η απαίτηση για μια ηθική για όλους είναι επιζήμια ακριβώς για τους ανώτερους ανθρώπους, κοντολογίς πως υπάρχει μια ιεραρχία μεταξύ ανθρώπου κι ανθρώπου, κατά συνέπεια και μεταξύ ηθικής κι ηθικής. Είναι ένα μετριοπαθές κι εντελώς μέτριο είδος ανθρώπων, αυτοί οι άγγλοι ωφελιμιστές, κι όπως είπαμε: στο βαθμό που είναι βαρετοί δε μπορεί να εκτιμά κανείς αρκετά τη χρησιμότητά τους. Θα 'πρεπε ακόμα να τους ενθαρρύνουμε: πράγμα που εν μέρει επιδιώκεται στους ακόλουθους στίχους:




Γεια σας, αργοί εργάτες,

Πάντα «όσο αργότερα τόσο καλύτερα»

Αλύγιστοι απ' το κεφάλι ως τα πόδια,

Δίχως ενθουσιασμό, δίχως αστεία,

Αμείωτα μέτριοι,

Δίχως ευφυία και δίχως πνεύμα!




Στις όψιμες εποχές, που μπορούν να 'ναι περήφανες για την ανθρωπιά τους, παραμένει τόσος πολύς φόβος, τόσος πολύς δεισιδαίμoνας φόβος για το «άγριο και σκληρό ζώο», του οποίου η υποδούλωση αποτελεί τη περηφάνια κείνων των πιο ανθρώπινων εποχών, ώστε ακόμη κι απτές αλήθειες παραμένουν, θαρρείς από γενική συμφωνία, ανείπωτες για αιώνες, επειδή δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν να βοηθήσουν ώστε να ξανάρθει στη ζωή κείνο το άγριο, επιτέλους σκοτωμένο ζώο. Ίσως ριψοκινδυνεύω κάτι όταν αφήνω μια τέτοια αλήθεια να μου ξεφύγει: ας την πιάσουν άλλοι πάλι και ας της δώσουν τόσο πολύ «γάλα ευσεβών σκέψεων» να πιει, ώστε να μείνει ήσυχη και ξεχασμένη στη παλιά γωνιά της.
Πρέπει να ξεμάθουμε αυτά που ξέραμε για τη σκληρότητα και ν' ανοίξουμε τα μάτια μας πρέπει τελικά να γίνουμε ανυπόμονοι, ώστε να μην περιφέρονται πια ενάρετα κι αυθάδικα τέτοιες προπετείς ογκώδεις πλάνες όπως, για παράδειγμα οι πλάνες παλιών και καινούργιων φιλοσόφων σχετικά με τη τραγωδία. Όλα σχεδόν όσα ονομάζουμε «ανώτερη κουλτούρα», βασίζονται στη πνευματικοποίηση και την εμβάθυνση της σκληρότητας, -αυτή είναι η δική μου πρόταση. Κείνο το «άγριο ζώο» δεν έχει σκοτωθεί καθόλου, ζει, ακμάζει, απλώς θεοποιήθηκε. Αυτό που αποτελεί την οδυνηρή ηδονή της τραγωδίας είναι η σκληρότητα. αυτό που έχει ευχάριστο αποτέλεσμα στον λεγόμενο τραγικό οίκτο, και κατά βάση σε κάθε υπέροχο πράγμα ώς πάνω στις πιο υψηλές και λεπτές ανατριχίλες της μεταφυσικής, αντλεί τη γλυκύτητά του αποκλειστικά από το ανακατεμένο μέσα του συστατικό της σκληρότητας. Αυτό που οι Ρωμαίοι στην αρένα, οι χριστιανοί στην έκσταση του Σταυρού, οι Ισπανοί στις πυρές και τις ταυρομαχίες, οι σημερινοί Γιαπωνέζοι, που συνωθούνται στις τραγωδίες, ο παριζιάνος συνοικιακός εργάτης που έχει μια νοσταλγία για αιματηρές επαναστάσεις, η βαγκνερίστρια, που «βιώνει» τον Tριστάνo κι Ιζόλδη με τη θέλησή της σε αναστολή, αυτό που απολαμβάνουν όλοι αυτοί και θέλουν να το πιουν με μυστική δίψα είναι το φίλτρο της μεγάλης Κίρκης «σκληρότητας». Εδώ, βέβαια, πρέπει να βγάλουμε από τη μέση την αλλοτινή χοντροκέφαλη ψυχολογία, που 'ξερε να διδάσκει για τη σκληρότητα μόνον ό,τι γεννιέται από τη θέα του ξένου πόνου: υπάρχει επίσης μια άφθονη, υπεράφθονη απόλαυση του δικού μας πόνου, μια απόλαυση τού να κάνουμε τον εαυτό μας να υποφέρει και παντού όπου επιτρέπει ο άνθρωπος να πείθεται να αρνείται τον εαυτό του με τη θρησκευτικήν έννοια, ή να αυτοακρωτηριάζεται, όπως μεταξύ των Φοινίκων και των ασκητών ή γενικά να παραιτείται από τις χαρές των αισθήσεων, ν' αποσαρκώνεται, να νιώθει συντριβή, να προβαίνει σε πουριτανικούς σπασμούς μετανοίας, να ανατέμνει τη συνείδηση και να προβαίνει στη πασκαλική θυσία της διάνοιας, δελεάζεται κρυφά κι ωθείται απ' τη σκληρότητά του, από κείνες τις επικίνδυνες ανατριχίλες της σκληρότητας που στρέφονται εναντίον του εαυτού του. Ας προσέξουμε, τέλος, ότι ακόμη κι ο άνθρωπος της γνώσης, όταν αναγκάζει το πνεύμα του σε γνώση που 'ναι αντίθετη προς τη κλίση του πνεύματός του και συχνά ενάντια στην επιθυμία της καρδιάς του, λέγοντας Όχι εκεί που θα ήθελε να καταφάσκει, ν' αγαπά, να λατρεύει, ενεργεί ως καλλιτέχνης και μεταμορφωτής της σκληρότητας σε κάθε περίπτωση που παίρνουμε τα πράγματα σοβαρά και σε βάθος υπάρχει πράγματι ένας βιασμός, μια επιθυμία να κάνουμε κακό στη θεμελιώδη θέληση του πνεύματος, που ακατάπαυστα θέλει τη φαινομενικότητα και την επιφανειακότητα, σε κάθε επιθυμία μας για γνώση υπάρχει ήδη σταγόνα σκληρότητας.

Ίσως να μην είναι άμεσα κατανοητά όσα είπα παραπάνω για μια «θεμελιώδη θέληση του πνεύματος»: αφήστε με να εξηγηθώ. Το κάτι που διατάζει και που ο λαός το ονομάζει «πνεύμα» θέλει να είναι κύριος μέσα του και γύρω του και να νιώθει κύριος: από την πολλαπλότητα έχει τη θέληση για απλότητα, μια θέληση που συνδέει κι εξημερώνει, που διψά για κυριαρχία και που είναι πραγματικά φτιαγμένη για κυριαρχία. Οι ανάγκες και οι ικανότητές του είναι ίδιες με κείνες που οι φυσιολόγοι αναγνωρίζουν για οτιδήποτε ζει, αναπτύσσεται και πολλαπλασιάζεται. Η δύναμη του πνεύματος να ιδιοποιείται ό,τι είναι ξένο γίνεται φανερή σε μια ισχυρή κλίση να εξομοιώνει το καινούργιο με το παλιό, να απλουστεύει το πολύπλοκο, να παραβλέπει ή ν' αποκρούει ότι είναι καθ' ολοκληρίαν αντιφατικό: το ίδιο όπως υπογραμμίζει αυθαίρετα, αποσπά και παραποιεί για δικό του όφελος ορισμένα γνωρίσματα και γραμμές από αυτό που του είναι ξένο, από κάθε κομμάτι«εξωτερικού κόσμου». Η πρόθεσή του σ' όλ' αυτά είναι η ενσωμάτωση νέων «εμπειριών», η τακτοποίηση καινούργιων πραγμάτων μέσα σε παλιά πλαίσια, η ανάπτυξη δηλαδή· ακριβέστερα, το αίσθημα της ανάπτυξης, το αίσθημα της αυξανόμενης δύναμης. Η ίδια αυτή θέληση εξυπηρετείται από μια φαινομενικά αντίθετη ενόρμηση του πνεύματος, μια αιφνίδια απόφαση για άγνοια, για αυθαίρετο αποκλεισμό, ένα κλείσιμο των παραθύρων του, μια εσωτερική άρνηση αυτού ή του άλλου πράγματος, μια άρνηση να το αφήσει να πλησιάσει, ένα είδος αμυντικής στάσης απέναντι σε πολλά απ' όσα μπορούν να γίνουν αντικείμενα γνώσης, μια ικανοποίηση με το σκοτάδι, με τους κλειστούς ορίζοντες, μια κατάφαση και έγκριση της άγνοιας: όλ' αυτά είναι απαραίτητα ανάλογα με το βαθμό της δύναμης του πνεύματος να ιδιοποιείται, τη «πεπτική» του δύναμη, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά και πράγματι το «πνεύμα» μοιάζει περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο με στομάχι. Εδώ ανήκει επίσης η περιστασιακή θέληση του πνεύματος να αφεθεί να απατηθεί, ίσως με την κακόβουλη ιδέα ότι αυτό δεν είναι έτσι, αλλά ότι απλώς τηρούνται τα προσχήματα, μια χαρά με κάθε αβεβαιότητα και πολυσημαντότητα, μια ξέχειλη απόλαυση με την ιδιόρρυθμη στενότητα και μυστικότητα μιας γωνιάς, με την υπερβολική εγγύτητα, με το πρώτο πλάνο, με το μεγαλοποιημένο, με το μειωμένο, με το μετατοπισμένο, με το ωραιοποιημένο, μια απόλαυση με την ιδιομορφία όλων αυτών των εξωτερικεύσεων της δύναμης. Τέλος εδώ ανήκει επίσης εκείνη η όχι αβλαβής ετοιμότητα του πνεύματος να απατά άλλα πνεύματα και να προσποιείται μπροστά τους, εκείνη η συνεχής πίεση κι ώθηση μιας δημιουργικής, διαμορφωτικής, μεταβαλλόμενης δύναμης: εδώ το πνεύμα απολαμβάνει τη πολυειδία και το δόλο των μασκών του, απολαμβάνει επίσης και το αίσθημα της σιγουριάς που του προσφέρει αυτό το πράγμα, διότι ακριβώς μέσω των πρωτεϊκών τεχνών του είναι καλύτερα κρυμμένο και προστατευμένο!

Σ' αυτή τη θέληση για επίφαση, για απλούστευση, για μάσκα, για μανδύα, κοντολογίς για επιφάνεια, γιατί κάθε επιφάνεια είναι μανδύας, αντιτίθεται κείνη η υπέροχη κλίση του ανθρώπου της γνώσης, που 'χει και θέλει να 'χει, βαθιά, πολύπλευρη κι ολοκληρωτική άποψη των πραγμάτων: ως ένα είδος σκληρότητας της διανοητικής συνείδησης και γούστου, που κάθε γενναίος στοχαστής θ' αναγνωρίσει στον εαυτό του, με τη προϋπόθεση πως έχει σκληρύνει κι οξύνει για πολύ καιρό την άποψή του για τον ίδιο του τον εαυτό κι είναι συνηθισμένος στην αυστηρή πειθαρχία και στην αυστηρή γλώσσα. Θα πει «υπάρχει κάτι σκληρό στην κλίση του πνεύματός μου». Ας προσπαθήσουν να τον αποτρέψουν γι' αυτό οι ενάρετοι και αξιαγάπητοι! Πράγματι, θα ήταν πιο ευγενικό αν, αντί για σκληρότητα, μας καταλόγιζαν «άκρατη εντιμότητα» -εμάς τα ελεύθερα, πολύ ελεύθερα, πνεύματα- και μήπως θα είναι αυτή κάποτε η μεταθανάτια φήμη μας; Στο μεταξύ -γιατί θα περάσει πολύς καιρός ώσπου να συμβεί αυτό- θα 'μαστε οι λιγότερο διατεθειμένοι να ντυθούμε με τέτοιου είδους ηθικά λεκτικά πούλια και κρόσια: όλη η δουλειά μας μέχρι τώρα μας κάνει να σιχαινόμαστε ακριβώς αυτό το γούστο και την εύθυμη χλιδή του.

Υπάρχουν ωραίες, λαμπερές, ηχηρές, γιορταστικές λέξεις: εντιμότητα, αγάπη για αλήθεια, αγάπη για σοφία, αυτοθυσία για χάρη της γνώσης, ηρωισμός του φιλαλήθους, -υπάρχει κάτι σ' αυτές που κάνει τη περηφάνια των ανθρώπων να φουσκώνει. Εμείς όμως οι ερημίτες οι αρκτόμυες, έχουμε πειστεί εδώ και πολύ καιρό, με όλη τη μυστικότητα της συνείδησης ενός ερημίτη, ότι κι αυτή η άξια λεκτική παράτα ανήκει στα παλιά ψεύτικα στολίδια, κουρέλια και χρυσόσκονη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας κι ότι πρέπει να ξαναγνωριστεί κάτω κι απ' αυτά τα κολακευτικά χρώματα κι επιχρωματίσεις το βασικό κείμενο άνθρωπος-φύση. Διότι το να μεταφράσουμε τον άνθρωπο πίσω στη φύση· να θέσουμε υπό έλεγχο τις πολλές μάταιες και αλλοπρόσαλλες ερμηνείες και δευτερεύοντα νοήματα τα οποία ορνιθοσκάλισαν και ζωγράφισαν μέχρι τώρα πάνω σ' αυτό το αιώνιο βασικό κείμενο ανθρώπου-φύσης· να κάνουμε ώστε στο εξής να στέκεται μπροστά στον άνθρωπο έτσι όπως στέκεται αυτός ήδη, σκληρυμένος από την πειθαρχία της επιστήμης, μπροστά στην άλλη φύση, με τα ατρόμητα μάτια ενός Οιδίποδα και τα σφραγισμένα αφτιά ενός Οδυσσέα, κουφός στα δόλια καλέσματα των παλιών μεταφυσικών πουλολόγων, οι οποίοι για πάρα πολύ καιρό του έψαλλαν: «είσαι κάτι παραπάνω! είσαι ανώτερος! είσαι άλλης καταγωγής!» Αυτό μπορεί να είναι ένα σπάνιο και τρελό καθήκον, αλλά είναι καθήκον -ποιος θα το αρνιόταν! Γιατί το διαλέγουμε εμείς, αυτό το τρελό καθήκον; Ή για να θέσω αλλιώς το ερώτημα: «γιατί γενικά η γνώση;» Ο καθένας θα μας ρωτήσει γι' αυτό. Κι εμείς, πιεσμένοι κατ' αυτό τον τρόπο, εμείς που έχουμε θέσει στον εαυτό μας το ίδιο ερώτημα εκατό φορές, δεν βρήκαμε και δε μπορούμε να βρούμε καλύτερη απάντηση...
1886


Από: http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=1306

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου