Αναγνώστες

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Σαραντάκος


Νίκος Σαραντάκος (Συνέντευξη)

Κάποιες φορές νομίζεις ότι κάποιος έχει διαβάσει όλη την Ελληνική Γραμματεία. Ότι οι βιβλιοθήκες του έχουν το μέγεθος ενός Mall (όπως αυτό που θέλει να φτιάξει ο Ερντογάν στην πλατεία Ταξίμ). Ο Νίκος Σαραντάκος εργάζεται στο μεταφραστικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ζει στο Λουξεμβούργο. Έχει συγγράψει διηγήματα και δοκίμια. Έχει επίσης γράψει και εγχειρίδια πληροφορικής, αλλά και βιβλία για το μπριτζ! Για άλλα βιβλία υπογράφει τη φιλολογική τους επιμέλεια, ενώ σε άλλα έκανε τη μετάφραση.

Κύριο ενδιαφέρον του είναι η γλώσσα. Σε αυτήν είναι αφιερωμένο το ιστολόγιό του, sarantakos.wordpress.com(τίτλος: Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία), στο οποίο σχολιάζει την επικαιρότητα με ένα ταξίδι στις ρίζες των λέξεων που μονοπωλούν κάθε φορά τον κοινό μας βίο. Παράλληλα, στο ιστολόγιο αυτό θα βρείτε και πολλά ντοκουμέντα της ελληνικής δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας που τεκμηριώνουν τις αναρτήσεις του αλλά και που απλώς παρατίθενται στους χρήστες του διαδικτύου ως ηλεκτρονική βιβλιοθήκη.

Ίσως είναι ευκαιρία να πούμε ότι η πρωτοβουλία της έκδοσης του αναπνευστήρα δεν ήρθε ως αποτέλεσμα της σκέψης «γράφω καλά και σωστά, κάτσε να εκδώσω κανένα περιοδικό». Με άλλα λόγια αναγνωρίζουμε ότι πολλές φορές δεν είμαστε συγγραφικά σωστοί, αλλά εάν περιμέναμε να γίνουμε γλωσσικοί επαΐοντες, τότε θα έπρεπε για έτη πολλά να καταπνίγουμε την ορμή έκφρασης που μας επιτρέψει να εκτονώσουμε ο «αναπνευστήρας». Συγχωρέστε μας, δικαιολογήστε μας, διορθώστε μας.

Α: Χημεία και γλώσσα. Λογική και λόγος. Το προφίλ της οικογένειάς σας προδίδει μια συνύπαρξη κλίσεων που θα θεωρούσε κανείς κάπως ασυνήθιστη. Ποιο είναι το κοινό πεδίο όπου συμπίπτει το μαθηματικό υπόβαθρο με τις «θεωρητικές» σας αναζητήσεις; Επίσης, χωρίς σπουδές γλωσσολογίας ή άλλης σχετικής επιστήμης, τι σας δίνει αυτοπεποίθηση για τις γλωσσολογικές σας αναλύσεις;

Ν.Σ.: Πράγματι, ο πατέρας μου ήταν χημικός μηχανικός και έγραφε λογοτεχνία, ενώ ποιητής ήταν ο παππούς μου, εμπειροτέχνης χημικός. Δεν ξέρω αν περισσότερο βαραίνει το μαθηματικό υπόβαθρο ή η ματιά του μηχανικού. Για το άλλο που ρωτάς, δεν νομίζω ότι κάνω γλωσσολογικές αναλύσεις, γλωσσικές μάλλον. Είναι βέβαια αλήθεια ότι χρησιμοποιώ (στοιχειώδεις) αρχές της γλωσσολογίας για να αντικρούω τις αγλωσσολόγητες θέσεις διαφόρων, όπως κι εσύ μπορεί να επικαλείσαι στοιχειώδεις αρχές της φυσικής ή της βιολογίας για ν’ αντικρούσεις κάποιον που λέει ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη Γη ή ότι τα σκουλήκια φυτρώνουν από τη λάσπη, χωρίς απαραίτητα να έχεις σπουδάσει στο πανεπιστήμιο αυτές τις επιστήμες. Παρεμπιπτόντως, λίγη γλωσσολογία έχω σπουδάσει στο δεύτερο πτυχίο μου (αγγλική φιλολογία) αλλά βέβαια για να πεις κάποιον γλωσσολόγο πρέπει να έχει πάρει την κατεύθυνση, ίσως να έχει κάνει και μεταπτυχιακές σπουδές.

Α: Στις αρχές του αιώνα, το Γλωσσικό Ζήτημα πήρε έντονα πολιτικές διαστάσεις με τους καθαρευουσιάνους να κατηγορούν τους δημοτικιστές ως προδότες και πράκτορες ξένων συμφερόντων κ.α., πράγμα που προφανώς δεν επιβεβαιώθηκε. Σήμερα, η «προδοσία» ή η «ελληνικότητα» του καθενός κρίνεται από τη στάση του ως προς την «ανάγνωση» της Ιστορίας. Κατά τη γνώμη σας, ποιο θα ήταν το «όφελος» για ένα έθνος εάν γνώριζε ακόμη και τη σκοτεινή πλευρά της Ιστορίας του;

Ν.Σ.: Όχι μόνο της Ιστορίας. Πολλοί κατηγορούνται για ενδοτισμό με κριτήριο τη στάση τους στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» του παρόντος, τη στάση τους απέναντι π.χ. στους ξένους, τις γειτονικές χώρες ή τους μετανάστες. Γι’ αυτό και έχει τόση πέραση ο χαρακτηρισμός «γραικύλοι» -κάποτε θέλω να γράψω γι’ αυτόν. Το να γνωρίζει κάποιος ολόπλευρα την ιστορία, από όλες τις φωτεινές και σκοτεινές πλευρές της, όπως επίσης και να γνωρίζει την ιστορία από την πλευρά των Άλλων, βοηθάει να μπουν τα πράγματα στις διαστάσεις τους και να τα κατανοήσουμε καλύτερα και μετριάζει τον φανατισμό και τις άκριτες τοποθετήσεις. Δεν είναι και μικρό όφελος.

Α: Το Γλωσσικό Ζήτημα απασχόλησε το έθνος σχεδόν από τη γέννηση του κράτους μας και συνεχώς επανέρχεται από ορισμένους -διόλου αμελητέους- διανοητές. Αν θεωρήσουμε ότι είναι απίθανη μια επιστροφή στη γραμματική της δασείας και των αρχαιοπρεπών εκφράσεων, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για μια πιθανή περαιτέρω απλοποίηση της γλώσσας. Πώς βλέπετε το ενδεχόμενο κατάργησης του τόνου ή του γράμματος «ω» ή ακόμη και την επιβολή του «ι» στη θέση του «η» και των άλλων ομόηχων;

Ν.Σ.: Κι εγώ θεωρώ απίθανη την επιστροφή στο πολυτονικό, ωστόσο η λαθεμένη αντίληψη που προωθείται από πολλούς, ότι η σημερινή νεοελληνική γλώσσα υστερεί σε σύγκριση με την αρχαία ή την καθαρεύουσα, ασφαλώς δεν βοηθάει στη σωστή εκμάθηση της γλώσσας μας, ιδίως όταν αυτός που πλασάρει τις απόψεις αυτές είναι εκπαιδευτικός, και μάλιστα όταν διδάσκει γλωσσικά μαθήματα. Όσο για την ορθογραφία, που δεν είναι πάντως και πολύ σημαντικό πράγμα, νομίζω ότι και στο μέλλον θα συνεχιστεί η ορθογραφική απλοποίηση, ωστόσο με αργούς ρυθμούς, μαζί με τον εξορθολογισμό της ορθογραφίας, που δεν ταυτίζεται με την απλοποίηση (ας πούμε: ο εξορθολογισμός της γραφής των θηλυκών σε -ία/εία, όπου με την ισχύουσα ορθογραφία επικρατεί παράνοια, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε απλοποίηση αφού θα γράφουμε, π.χ. πρωτοπορεία, πατριδοκαπηλεία, λεξιλαγνεία για να είναι όμοια με τα απλά, πορεία, καπηλεία, λαγνεία).

Εσύ όμως ρωτάς για την καθιέρωση φωνητικής (ή φωνηματικής, πιο σωστά) ορθογραφίας. Αυτό είναι κάτι που μπορούμε να το συζητάμε σε ολόκληρο το τεύχος του Αναπνευστήρα. Πολύ συνοπτικά: δεν νομίζω ότι θέτει κανείς αυτή τη στιγμή τέτοιο ζήτημα· δεν είναι και τόσο εύκολο, τη στιγμή που έχουμε τόσον όγκο κειμένων με την ιστορική ορθογραφία· επίσης, η ελληνική έχει πολλά ομόηχα, οπότε δεν είναι τόσο απλή η φωνηματική ορθογραφία· τέλος, ο ηθικός πανικός που θα προκληθεί και το τεράστιο ξεβόλεμα της γενιάς που θα υποστεί την αλλαγή, καθιστούν ανέφικτη την αλλαγή, κατά τη γνώμη μου.

Α: Λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων και της τάσης του ανθρώπου προς την ευκολία έχουν μπει στη ζωή μας τα λεγόμενα greeklish. Είναι μια εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας ή είναι άλλη γλώσσα; Αποτελεί κίνδυνο ή μια άλλου είδους ευκαιρία για την ελληνική;

Ν.Σ.: Σωστά λες, τάση προς την ευκολία, που δεν είναι διόλου αμελητέα παράμετρος. Επιπλέον, τα γκρίκλις (εγώ τα γράφω με ελληνικούς χαρακτήρες όταν γράφω στα ελληνικά· προς τι η λατινογραφή;) είναι και φτηνότερα, αφού όταν γράφεις ελληνικά έχεις όριο 70 χαρακτήρες, ενώ 140 στο λατινικό αλφάβητο. Όμως τα γκρίκλις δεν είναι ούτε εξέλιξη της γλώσσας, ούτε άλλη γλώσσα, ούτε κίνδυνος ούτε ευκαιρία. Είναι ένα άλλο σύστημα γραφής για την αποτύπωση της ελληνικής. Παρόμοια γκρίκλις (τότε τα έλεγαν φραγκοχιώτικα) χρησιμοποιούνταν και στο παρελθόν -η Ερωφίλη έχει τυπωθεί έτσι, ενώ και οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν κατά κόρον συντμήσεις σαν τα σημερινά «τέσπα», «τπτ» κτλ. Η τάση προς την ευκολία δεν είναι ίδιον των σημερινών εφήβων αλλά διαχρονικός παράγοντας.

Α: Εμείς οι «νόμιμοι κληρονόμοι» των αρχαίων Ελλήνων μιλάμε την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας που «υπάρχει» χιλιετίες. Το δεδομένο αυτό μας κάνει να πρέπει να νιώθουμε κάποια «ευθύνη»; Αν ναι, γιατί;

Ν.Σ.: Σωστά βάζεις πολλά εισαγωγικά εδώ. Το αν η ελληνική γλώσσα που μιλάμε σήμερα είναι η ίδια με την αρχαία, είναι κάτι που δεν επιδέχεται απάντηση με τη γλωσσολογία, είναι περισσότερο ιδεολογική-πολιτική απόφαση. Εγώ παραπέμπω στο παράδοξο με το πλοίο του Θησέα, που οι Αθηναίοι το διατηρούσαν, λέει ο μύθος, με δόξα και τιμή. Κάθε που σάπιζε μια σανίδα, ένα κατάρτι, ένα κομμάτι ξύλο, το αντικαθιστούσαν με καινούργιο, μέχρι που, με τους αιώνες, δεν είχε μείνει ούτε ένα κομμάτι από το αρχικό πλοίο του Θησέα. Ήταν ακόμα «το πλοίο του Θησέα» ή όχι;

Ευθύνη δεν νομίζω ότι πρέπει να νιώθουμε, αλλά η γνώση των νέων ελληνικών βοηθάει στη γνώση της αρχαίας (πρόσεξε ότι αντιστρέφω το επιχείρημα των οπαδών της διδασκαλίας των αρχαίων), οπότε πιστεύω ότι μπορούμε να βγάλουμε καλύτερους κλασικούς φιλόλογους από τους ξένους, όπως και καλύτερους φιλόλογους της γλώσσας των ευαγγελίων.

Α: Στις μέρες μας, η γλώσσα έχει κάποιο χώρο στη δημόσια συζήτηση; Πώς κρίνετε τη χρήση της από τα δημόσια πρόσωπα (βλ. πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.α.);

Ν.Σ.: Δεν είναι εύκολο να κάνουμε διαχρονικές συγκρίσεις, αλλά δεν νομίζω ότι σήμερα τα δημόσια πρόσωπα υστερούν στη χρήση της γλώσσας σε σχέση με π.χ. πριν από 50 χρόνια. Όσοι αγανακτούν με τα «λάθη» που ακούνε από σημερινούς πολιτικούς ή δημοσιογράφους, που πολλά από αυτά δεν είναι λάθη, δεν συνειδητοποιούν ότι σήμερα, εξαιτίας του πρωτόγνωρου υπερπολλαπλασιασμού των μέσων επικοινωνίας, ακούμε και διαβάζουμε πολύ-πολύ περισσότερους πολιτικούς και δημοσιογράφους απ' ό,τι πριν από 30 χρόνια που είχαμε μόνο δυο κανάλια ή πριν από 50-60 χρόνια που μόνο ένα ραδιόφωνο υπήρχε (και έβαζε μόνο τα διαγγέλματα του Καραμανλή και του βασιλιά).

Και, ξαναλέω, πολλά από τα υποτιθέμενα λάθη δεν είναι λάθη. Το «έχει παράξει» που κάνει πολλούς να βγάζουν φλύκταινες είναι νομιμότατος αναλογικός τύπος που τον έχουν χρησιμοποιήσει και κάμποσοι λόγιοι σαν τον Κοραή ή τον Κούμα που θέλει πολύ θράσος να τους πεις αμόρφωτους.

Α: Ειδικά στον χώρο της Αριστεράς υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που ίσως απ’ τον υπερβολικό ζήλο να αντικρούσουν ανιστόρητα και παιδαριώδη επιχειρήματα εθνικιστών, περνούν στο άκρο του «ανθελληνισμού». Σε αυτό το πλαίσιο συχνά εντάσσεται και το ζήτημα περί «μακεδονικής» γλώσσας. Ποια είναι η άποψή σας επί του ζητήματος αλλά και επί της δημόσιας συζήτησης γύρω απ’ αυτό;

Ν.Σ.: Πάντα όταν αντικρούεις μια θέση υπάρχει κίνδυνος να γείρεις πολύ προς την αντίθετη μεριά, αλλά δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη «ανθελληνισμός» ούτε με εισαγωγικά. Για τη γλώσσα που μιλάει η πλειονότητα των κατοίκων της γειτονικής (ακατονόμαστης) χώρας πρέπει να σκεφτούμε ότι «γλώσσα είναι η διάλεκτος που έχει κανόνια και στρατό». Άρα, είναι γλώσσα. Το αν θα την πούμε «μακεδονική», «κατιμακεδονική» ή «μακεντόντσι» ή κάπως αλλιώς, αυτό εξαρτάται από το οριστικό όνομα του κράτους, διότι το πΓΔΜ είναι προσωρινό. Πριν από είκοσι χρόνια είχαμε πλησιάσει στη λύση του ζητήματος, αλλά η στάση του σημερινού πρωθυπουργού και του ΠΑΣΟΚ εμπόδισαν τη συμφωνία. Εγώ αυτή τη στάση θα χαρακτήριζα «αντεθνική», όταν για μικροκομματικούς λόγους Σαμαράς και ΠΑΣΟΚ τορπίλισαν μια λύση πολύ καλύτερη από αυτήν που μπορεί να επιτευχθεί τώρα, και ταυτόχρονα έθρεψαν τον εθνικισμό της γειτονικής χώρας.

Α: Όταν ορισμένοι σφετερίζονται -έως εξευτελίζουν- τις έννοιες που κρύβονται πίσω απ’ τις λέξεις Ελλάδα και Έλληνας μέσα από τις εμπαθείς υπερβολές τους και τη συμπλεγματική μεροληψία τους, τότε ακόμη και λέξεις όπως «πατριώτης» φαίνεται να παίρνουν μια αρνητική χροιά (ίσως υπό το πρίσμα του συνθήματος «κοιμάσαι πατριώτης, ξυπνάς φασίστας») και, έτσι, προκαλούν κάποιου είδους «ενοχές» σε όποιον αυτοπροσδιορίζεται έτσι ενώ αυτο-εντάσσεται στον χώρο της Αριστεράς. Τι σημαίνει πατριώτης; Τι σημαίνει για εσάς;

Ν.Σ.: Όπως λες, αν παίρνει αρνητική χροιά η λέξη πατριώτης είναι επειδή χιλιάδες εγκλήματα έχουν διαπραχτεί από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονταν έτσι, κι επειδή πάρα πολλοί την καπηλεύονται και την εξαργυρώνουν. Ωστόσο, το θέμα είναι υπό συζήτηση, και μέσα στην Αριστερά, δεν νομίζω ότι έχουμε καταλήξει.

Α: Διδασκαλία αρχαίων ελληνικών στα σχολεία: Θεωρείτε ότι πρέπει να γίνεται; Αν ναι, πώς (τάξεις, μέθοδος, προσέγγιση κ.α.);

Ν.Σ.: Παλιότερα έλεγα «ας διδάσκονται». Εγώ τα διδάχτηκα. Τώρα που πέρασαν τα παιδιά μου από το Γυμνάσιο και το Λύκειο, έχω αλλάξει γνώμη και φοβάμαι ότι κακώς διδάσκονται στο Γυμνάσιο -το αντεπιχείρημα, βέβαια, είναι ότι το Λύκειο έχει μετατραπεί σε μηχανισμό προετοιμασίας για τις εξετάσεις, οπότε αν τα διδάξεις μόνο στο Λύκειο ουσιαστικά τα παιδιά της θετικής κατεύθυνσης θα προσέχουν μόνο στην 1η Λυκείου.

Πάντως, υπολόγισε πόσες εκατοντάδες ώρες αφιερώνονται αυτή τη στιγμή στη διδασκαλία των αρχαίων στα έξι χρόνια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και πόσο ασήμαντο είναι το αποτέλεσμα αφού κανείς απόφοιτος δεν μπορεί να διαβάσει πρίμα βίστα ένα αρχαίο κείμενο. Με πολύ λιγότερες ώρες, τα παιδιά μαθαίνουν πολύ καλά μια ξένη γλώσσα.

Πολλοί θεωρητικοί της εκπαίδευσης και γλωσσολόγοι έχουν προτείνει να καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο και να φτιαχτούν κλασικά λύκεια που να βγάζουν λίγους αλλά πολύ γερούς φιλόλογους.

Αυτή τη στιγμή, υπάρχει υπερπροσφορά και υπερπαραγωγή φιλολόγων, και αυτό είναι το βασικό εμπόδιο σε μια πρόταση κατάργησης της διδασκαλίας των αρχαίων. Στις διάφορες φιλοσοφικές σχολές φοιτούν χιλιάδες φοιτητές -τι θα γίνουν όλοι αυτοί; Το πιο ειρωνικό είναι πως οι περισσότεροι δεν ξέρουν και πολύ καλά αρχαία αλλά θα κληθούν να τα διδάξουν.

Α: Το να χαρακτηρίσουμε κάποιον Έλληνα, όχι με τη νομική έννοια του πολίτη ενός κράτους αλλά με την εθνολογική, είναι ζήτημα βιολογικό (σχέσεις αίματος, ανθρωπολογίας) ή πολιτισμικό; Τι ορίζει το Ελληνικό Έθνος;

Ν.Σ.: Πολιτισμικό θα έλεγα. Το παιδί ενός Μαροκινού και μιας Φιλιππινέζας, που γεννήθηκε εδώ, πήγε σχολείο εδώ, μένει εδώ, τι είναι αν όχι ελληνάκι; Αλλά και κατά δήλωση του ενδιαφερομένου, με το ζόρι δεν γίνεται. Τα έθνη με μπερδεύουν πάντως, δεν είναι ένα θέμα για το οποίο έχω ισχυρές απόψεις.

Α: Αρχαιολατρεία, βυζαντινολατρεία και γενικά «λατρείες» με βλέμμα στο παρελθόν. Μιζέρια για το παρόν. Αυτή η προσκόλληση στο παρελθόν υποδηλώνει, κατά τη γνώμη σας, ανάγκη αναζήτησης ταυτότητας (ίσως και μοναδικότητας-«ανωτερότητας»), αποδοχή της αδυναμίας δημιουργίας σύγχρονου πολιτισμού ή απλώς έλλειψη συλλογικού οράματος για το μέλλον;

Ν.Σ.: Με την ισχύουσα ορθογραφία «αρχαιολατρία», παρακαλώ, διότι, λέει, δεν παράγεται απευθείας από το «λατρεύω» αλλά από τον αρχαιολάτρη. Είδες γιατί πιο πάνω μίλησα για παράνοια.

Η λατρεία του ένδοξου παρελθόντος είναι, ας πούμε, τονωτικό για το φρόνημα, μπροστά στο θλιβερό παρόν. Άλλο να τιμάς το παρελθόν και να το σέβεσαι, και βέβαια να το αγαπάς, και άλλο να το λατρεύεις.

Α: Πολλοί επικαλούνται την ανάγκη για «αναγέννηση του Ελληνισμού». Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς αυτή τη φράση; Συμμερίζεστε την άποψη;

Ν.Σ.: Δεν την αντιλαμβάνομαι και δεν τη συμμερίζομαι. Θα ήθελα να γίνουν πιο συγκεκριμένοι, να δούμε ποιοι θα πληρώσουν τα σπασμένα της αναγέννησης.

Πηγή: Νίκος Σαραντάκος (Συνέντευξη) - RAMNOUSIA 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου