Αναγνώστες

Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

«Η γλώσσα και το λεξιλόγιο του Ν. Καζαντζάκη»









Τσοπανάκης Αγαπητός, «Η γλώσσα και το λεξιλόγιο του Ν. Καζαντζάκη»
Καζαντζάκης Νίκος, [Αφιέρωμα], Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1977. Σσ. 65-72

Ο λόγος του Καζαντζάκη είναι ζωντανός, νευρώδικος και αψύς. Η κίνησή του είναι γοργή, λεβέντικη. Είναι ένας λόγος Κρητικός, αρσενικός, που θάλεγες πως, σαν τους Κρητικούς, καμαρώνει κι αυτός την λεβεντιά του, γιατί έχει συνείδηση της λεβεντιάς του.

Η γλώσσα του Καζαντζάκη, από την άλλη μεριά, είναι ανάμεικτη από ποιητικά και πεζά στοιχεία, από ιδιωματικά και κοινά, από στοιχεία που έχουν σημασιολογική διαφάνεια κι από άλλα που και οι ειδικοί δυσκολεύονται να μαντέψουν την σημασία τους γιατί αυτά, τις πιο πολλές φορές, ανήκουν σε ειδικούς και απόμερους τομείς της ιδιωματικής γλωσσικής ζωής.

Όλα όμως αποβλέπουν να πραγματοποιήσουν αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν «ύψος» ή «υψηλόν», κάτι που αποτελούσε την ανώτατη επιδίωξή τους και για το όποιο έγραψαν και θεωρητικές αναλύσεις (πβλ. Διονυσίου ή [Ψευδο] Λογγίνου, Περί ύψους).

Όπως είναι εύλογο, σε ένα τόσο μεγάλο έργο, με ποικίλα γνωστικά πεδία, με διαφορετικά κοινωνικά και ψυχολογικά και χρονικά επίπεδα, με ποικίλα λογοτεχνικά είδη (έπος, θέατρο, φιλοσοφικό δοκίμιο, μυθιστόρημα, μεταφράσεις Ιλιάδας και Οδύσσειας —οι δυο αυτές σε συνεργασία με τον κλασσικό φιλόλογο I. Θ. Κακριδή) με λογής – λογής ήρωες (Οδυσσέας, Ζορμπάς, Άγιος Φραγκίσκος, Καπετάν Μιχάλης, Χριστός), τα γλωσσικά στοιχεία υφίστανται ορισμένες αυξομειώσεις, και ορισμένες εξάρσεις ή υποχωρήσεις. Αυτά, άλλοτε συνταιριάζονται με τον πίνακα στον όποιο ανήκουν, άλλοτε ίσως όχι και τόσο, τις πιο πολλές φορές θεληματικά, κάποτε κι από ανάγκη. Από την ανάγκη που νιώθει ο κάθε δημιουργός να κρατά την σφραγίδα του και να την ακουμπά δυνατά στο χαρτί που εξουσιάζει ή που τον εξουσιάζει.

Ο Καζαντζάκης ο ίδιος και τα ήξερε αυτά τα προβλήματα, τόσο από την νεαρή του ηλικία, όταν μετάφραζε τις συνομιλίες του Έκκερμαν με τον Γκαίτε. (Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, Αθήναι 1913), όσο και σε άλλες περιπτώσεις και σε απίθανα ακόμα συμφραζόμενα. Δίνω πρώτα ένα παράθεμα από την σ. 147 της μετάφρασης του εκείνης: «Όταν ανώτερον πνεύμα προαισθανθή ή διακρίνη με το οξύ του βλέμμα την ενδόμυχη εργασία της. φύσεως, τότε, η γλώσσα που του μετεβιβάσθη δεν τον αρκεί πια να έκφραση τόσο ανώτερες από την ανθρωπότητα ιδέες, θα του εχρειάζετο η γλώσσα των πνευμάτων. Αλλ’ επειδή δεν την γνωρίζει, πρέπει να αρκεσθή στις ανθρώπινες εκφράσεις, που είναι όμως ανεπαρκείς και κατεβάζουν ή αλλοιώνουν τις ιδέες του για τις νέες σχέσεις που αυτός ανεκάλυψεν.

Το δεύτερο παράθεμα είναι από τον Αλέξη Ζορμπά και αναφέρεται σε μιαν προσπάθεια του «αφεντικού» να διάβαση κάτι ποιητικό, να ξεδώση ο νους του από τα καθημερινά: «Όλα ετούτα μου φάνηκαν, για πρώτη φορά σήμερα, χωρίς αίμα, χωρίς μυρωδιά και ουσία ανθρώπου· γαλάζες, ξεβαμμένες, αδειανές λέξες στον αγέρα. Αποσταγμένο, πεντακάθαρο νερό, χωρίς μικρόβια και χωρίς θρεφτικές ουσίες χωρίς ζωή».

Στο πρώτο παράθεμα, το πρόβλημα του Γκαίτε και όλων των στοχαστών που επιχειρούν να διεισδύσουν ή να αποκαλύψουν έναν καινούργιο γνωστικό τομέα είναι ότι παράλληλα βρίσκονται στην ανάγκη να εκφράσουν για πρώτη φορά καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες, δηλ. ουσιαστικά, ρήματα και επίθετα κυρίως, που δεν υπάρχουν όλα στο γλωσσικό μας κεφάλαιο και πρέπει οπωσδήποτε να εξευρεθούν ή να εφευρεθούν. Ο δανεισμός είναι η πρώτη και εύκολη λύση, που σαν δανεισμός που είναι σου δένει από πολλές απόψεις τα χέρια και τα πόδια και προπάντων την ψυχή. Η δημιουργία, πάλι, τελείως καινούργιων λέξεων είναι δύσκολη συνήθως και για τον δημιουργό —αν όχι αδύνατη— και δυσκολεύει άλλο τόσο και τον χρήστη, αν αυτές οι καινούργιες λέξεις δεν έχουν γλωσσική και σημασιολογική διαφάνεια, αν δεν στηρίζωνται δηλαδή σε γνωστές λέξεις και δεν έχουν σχηματισθή επάνω σε γνωστά πρότυπα. Από μιαν τρίτη πλευρά όμως, ο συμβιβασμός με την κατάσταση και η προσπάθεια να τα βγάλης πέρα με αυτά που διαθέτεις είναι καταθλιπτικός. Φτώχεια πνευματική, γλωσσική αποτελμάτωση. Δεν έχεις φτερά. Δεν μπορείς να δημιουργήσης. Το πρόβλημα το ξέρουν πολύ καλά, γιατί το αντιμετωπίζουν καθημερινά, και όλοι οι δημιουργικοί επιστήμονες και οι τεχνολόγοι.

Στο δεύτερο παράθεμα, που άφορα την ποίηση του Mallarmé, ο Καζαντζάκης μας ανοίγει ένα παράθυρο, για να ιδούμε πώς ο ίδιος ένιωθε τον λόγο και πώς φάνταζαν στα μάτια του οι λέξεις. Μπορούμε να καταλάβουμε κι από αυτό το παράθεμα ότι τον λόγο τον ήθελε ζωντανό, σπαρταριστό, πολυπαλμικό, ανθρώπινο, παλληκαρίσιο, αρσενικόν. Και την λέξη την ήθελε κρουστή, εντυπωσιακή, όχι ουδέτερη και άνοστη. Ίσως ο καλλιτέχνης μας έδωσε έτσι ένα μέρος τουλάχιστο από το καλλιτεχνικό του πρόγραμμα, για εκείνην την στιγμή τουλάχιστο.

Δεν ελογάριαζα ότι θα μου δινόταν η ευκαιρία να ασχοληθώ ξανά, έστω και με αποσπασματικόν τρόπο, με την «ποιητική λέξη» μολονότι πολύ θα το ήθελα, και πολύ λιγότερο ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το ποιητικό ή πεζογραφικό λεξιλόγιο του μακαρίτη, από 20 κιόλας χρόνια, Νίκου Καζαντζάκη. Το πρώτο πολύ θα το ήθελα, γιατί οι (κλασικοί) φιλόλογοι δεν έχουν προσέξει την διαλεκτική λέξη και τον ανεξάντλητο θησαυρό που έχει στην διάθεσή του ο δημιουργός, όταν θελήση να περάση σε πιο απόμερες περιοχές της γλώσσας· και ότι αυτός είναι ένας σπουδαίος λόγος για τον όποιο αυτός ο θησαυρός, λιγότερο ή περισσότερο, μόνιμα όμως οπωσδήποτε, ξεπηδά από τα κείμενα όλων των συγγραφέων που έχουν ζήσει τα παιδικά τους χρόνια σε κάποιο διαλεκτικό περιβάλλον, πολύ συχνά χωρίς να το υποψιάζωνται και οι ίδιοι.

Οι κλασσικοί κυρίως φιλόλογοι προτιμούν να πιστεύουν ότι ο Όμηρος σχημάτιζε ο ίδιος όλα τα κοσμητικά του επίθετα και τις άλλες ειδικές λέξεις που του χρειάζονταν, αναγνωρίζουν όμως ότι ο Αισχύλος δανείστηκε ορισμένα Σικελικά στοιχεία. Ως προς την απασχόληση με το λεξιλόγιο και με την γλώσσα του Καζαντζάκη, νομίζω πως οι νέοι είναι πιο κατάλληλοι και πιο ευαίσθητοι σ’ αυτά τα θέματα και διαθέτουν ασφαλώς περισσότερον καιρό για έρευνες. Γι’ αυτό θα επιχειρήσουμε σήμερα μια γενική θεώρηση της γλώσσας του Καζαντζάκη, για να δώσουμε μόνο τα αδρά χαρακτηριστικά της.

Έφηβοι ακόμα, όταν εκείνος ήταν πια ώριμος άνδρας εντυπωσιαζόμασταν από τον καινούργιο τρόπο με τον οποίο έδενε τον λόγο του και στόλιζε την φράση του, από τις φιλοσοφικές και πολιτικές περιπλανήσεις του, όπως τις διατύπωσε στην Ασκητική (Salvatores Dei) στην «Αναγένηση» του Δ. Γληνού, από τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις κι από τα μεγάλα, αργότερα, κατορθώματα του, όπως ήταν η «Οδύσσεια», τόσο σαν προέκταση του μύθου του Οδυσσέα πέρα από την ομηρική Οδύσσεια, όσο και σαν μεγαλόπνοο και μεγαλόστομο υλικό επίτευγμα με τον μαγικό αριθμό των τριαντατριών χιλιάδων τριακοσίων τριαντατριών (33333) δεκαεπτασύλλαβων στίχων. Δεν μας ενοχλούσε —απεναντίας, νέοι ήμασταν και μας άρεσκε— ούτε η ευκαιριακή μεγαλοστομία ούτε η συχνή ψηφίδωση του λόγου με επίθετα που φαίνονταν ή ήταν δυσκολονόητα, και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να δώσουν αμέσως την καθαρή εικόνα του νοήματος. Μας συνέπαιρναν, αντίθετα, οι μεγάλες χειρονομίες, οι αστραπές και οι κεραυνοί, και η Ακαδημία τότε βράβευε τα «Σύννεφα στο Γέρμα» του Γιώργου Δελή. Ο Καβάφης ήταν ακόμα εξωτικός, κι ο χωρίς επίθετο λόγος του δεν χάιδευε τις αισθήσεις μας, όσο κι αν εντυπωσίαζε την ψυχή και τον νου μας.

Στην εργασία μου εκείνη, που δεν ήταν λογοτεχνική αλλά μονάχα γλωσσικοφιλολογική, αναφέρθηκα στα διαλεκτικά δάνεια των σύγχρονων νεοελλήνων ποιητών, για να στηρίξω την άποψη ότι τέτοια δάνεια γίνονταν πάντα, και μπορούμε να τα αναζητήσουμε και σε αρχαίους ποιητές και πεζογράφους. Έδινα μερικά δείγματα κι από τους τελευταίους.

Για τα διαλεκτικά δάνεια του Καζαντζάκη χρησιμοποίησα την δήλωση που κάμνει ο ίδιος στο τέλος της πρώτης, της ωραίας και μνημειακής έκδοσης της Οδύσσειας (έκδοση «Πυρσού», Αθήνα 1933), που θα ήταν ευχής έργο να ξαναεκδοθή, φωτοτυπικά. Η δήλωση αυτή βρισκόταν πριν από το λεξιλόγιο (σ. 1-7), ένα λεξιλόγιο με κάπως περισσότερες από 1500 διαλεκτικές λέξεις, για τις όποιες δινόταν μια διασάφηση, κι έλεγε τα έξης: «Εξηγούνται εδώ οι πιο δύσκολες λέξεις… Όλες είναι παρμένες από όλα τα μέρη της Ελλάδας και μπήκαν ύστερα από πολύχρονη δύσκολη εκλογή. Πέντε ή έξι μονάχα αναγκάστηκα να φκιάξω: αστροπόταμος (Γαλαξίας), βοράστρι (άστρο της τραμουντάνας), βοδάλαφο (τάραντος), νεροβούβαλος (ιπποπόταμος), χεραγκαλιά (αλαμπρατσέτα).

Δεν νομίζω ότι έχουμε και το ελάχιστο δικαίωμα να αμφισβητήσουμε την κατηγορηματική αυτήν βεβαίωση του ποιητή, ή να συζητήσουμε την ακρίβειά της. Ίσα – ίσα ο ίδιος σηκώνει λίγο τον πέπλο και μας αποκαλύπτει ένα από τα μυστικά της δημιουργίας του: τον τρόπο με τον οποίο κυνηγούσε τις ψηφίδες, με τις όποιες θα στόλιζε τον λόγο του. Το μόνο σημείο, το οποίο θα έπρεπε ίσως να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, είναι η αναλογία των διαλεκτικών στοιχείων, στην οποία το κρητικό ποσοστό αναγκαστικά θα είναι —και είναι πράγματι— σημαντικότερο.

Σημειώνω τώρα μερικές —ελάχιστες— από αυτές τις λέξεις, άπλες και σύνθετες, ουσιαστικά και επίθετα, ρήματα και επιρρήματα, μόνο για να πάρουμε μιαν γενική ιδέα και του διαλεκτικού μας πλούτου και της εκτάσεώς του σε διάφορους γνωστικούς τομείς. Πριν το κάμω όμως, θέλω να επιστήσω την προσοχή σ’ αυτό που είπαμε παραπάνω, δηλ. στο πόσο δύσκολη είναι η δημιουργία νέων λέξεων, όταν σε 1500 λέξεις μόνο αυτές οι πέντε είναι οι πλασμένες από τον ποιητή. Κι αυτές όμως, αν τις προσέξουμε, αποτελούν μετάφραση ή προσαρμογή από πρότυπα που προϋπάρχουν, κι όλες είναι σύνθετες, —δεν είναι επομένως ολωσδιόλου νέες: αστροπόταμος είναι προσαρμογή από τον «Ιορδάνη ποταμό», όπως λέγεται στα νησιά, διαλεκτικά, ο Γαλαξίας, το βοράστρι είναι μετάφραση του άστρου της Τραμουντάνας, όπως λένε οι ναυτικοί τον πολικό αστέρα, νεροβούβαλος είναι μετάφραση και προσαρμογή μαζί, χεραγκαλιά επίρρ. είναι επίσης μετάφραση του αλαμπρατσέτα· Μόνο ο Τάρανδος πήρε νέα υπόσταση με το βοδάλαφο, κι αυτό σύνθετο.

Να, τώρα, οι μερικές από τις διαλεκτικές λέξεις από το λεξιλόγιο αυτό με τις διασαφήσεις που δίνει ο ίδιος: αβλέμονας = βαθύς γιαλός˙ «Τρώει τον α – α», τρώει τον περίδρομο, αβλόχι = στενό φαράγγι, στενοπορία, άγρη = κυνήγι, λεία, αναριτσιαζω = ανατριχιάζω, ανεμοδούρι = άνεμος με χιόνι, ανερούσα = φυρονεριά, όταν τραβιέται η θάλασσα, ασκοντάβλα = κουβάς, κυρίως δερμάτινος, πηγαδιού, βολάζουν (τα ψάρια) = πηδούν κοπαδιαστά, εφταπάρθενος χορός = ο αστερισμός του Ταύρου, κράφαλα, τα = απότομες αχτές, κρινονιά, η = φυτεία κρίνων, λάφτω = πίνω με τη γλώσσα, μούρτζουφλος = με χονδρά φρύδια, νυχτοπάρωρος — που γυρίζει αργά τη νύχτα, ξέτερα = χώρια, ξετεριασμένα, όβγορο = ψηλό μέρος που πρωτοφαίνεται, σκοπιά, ορδί («ρίχνω ο.») = στρατοπεδεύω, πέφκι = μικρό χαλί, στρηνιάζω = ρεκάζω, βγάζω στριγγιά φωνή, συδιό = δυο – δυο, ταίρι – ταίρι, τσαφαρίζω = βγάζω σπασμένο αχό (για σταμνιά, καμπάνες κττ.) , φυρονεριά = ανερούσα, ρήχη, τραβηγμένα νερά, χαβονω -ουμαι = φιμώνω, παραλύω από μαγικό φόβο, ψαλάσσω = πασπατεύω, ψάχνω, κ.λ.π.

Πολλές απ’ αυτές που παράθεσα είναι κρητικές λέξεις, πολλές είναι κι από άλλα μέρη της Ελλάδας· όλες όμως είναι ευρήματα για τον γλωσσολόγο ή για κείνον που τις ξέρει ή τις καταλαβαίνει: η άγρη, η ανερούσα (αναρρέουσα), η κρίνωνια, το λάπτω, τα εξέτερα, το επεύχιον, οι συνδύο (και οι συντρείς), το χαβώνω («χάβος = ο καημός», δηλ. το χαλινάρι που περνιέται στο στόμα του αλόγου, βλ. Σχόλια στους Ιππ. του Άριστοφ., στ. 1147), το ψαλάσσω, κι εκατοντάδες τέτοιες λέξεις που λαμπυρίζουν μέσα στα κείμενα του Καζαντζάκη. Ο αναγνώστης όμως δεν είναι γλωσσολόγος, και το πρόβλημα του είναι να καταλαβαίνη το κείμενο που έχει μπροστά του. Από την άλλη μεριά πάλι και το πρόβλημα του δημιουργού είναι πώς θα κρατά άγρυπνο κι ορθό το πνεύμα του ανθρώπου που του έκαμε την τιμή να πάρη στο χέρι του αυτό το δημιούργημα, να μην τον ξεγελά με ασήμαντα, να του προσφέρη δυσεύρετα και πολύτιμα πετράδια. Και μαζί με τον λόγο και το ύφος, έχουν τον λόγο τους και οι σπάνιες λέξεις.

Το πρόβλημα των ποιητικών λέξεων είναι ένα μικρό μέρος από το πρόβλημα των λέξεων, κι αυτό με την σειρά του μικρό μέρος από το πρόβλημα του λόγου. Μικροί και μεγάλοι, αρχαίοι και νέοι, έχουν ασχοληθή και ασχολούνται πάντα με αυτό το μοναδικό φαινόμενο της ανθρώπινης επικοινωνίας, κι είναι δύσκολο να μην θυμηθή κανείς σ’ αυτήν την συγκυρία τα λόγια του Αριστοτέλη για την μοναδικότητα του λόγου στον άνθρωπο καθώς και για την θεμελιακή σχέση του λόγου με την ομαδική, την πολιτική, ζωή του: «διότι δε πολιτικόν ο άνθρωπος ζώον πάσης μελίττης και παντός αγελαίου ζώου μάλλον, δήλον ουδέν γαρ, ως φαμέν, μάτην η φύσις ποιεί· λόγον δε μόνον άνθρωπος έχει των ζώων· η μεν ουν φωνή του λυπηρού και του ηδέος εστί σημείον, διό και τοις άλλοις υπάρχει ζώοις (μέχρι γαρ τούτου η φύσις αυτών ελήλυθεν, του έχειν αίσθησιν λυπηρού και ηδέος και ταύτα σημαίνειν αλλήλοις), ο δε λόγος επί το δηλούν εστι το συμφέρον και το βλαβερόν, ώστε και το δίκαιον και το άδικον· τούτο γαρ προς τα άλλα ζώα τοις ανθρώποις ίδιον, το μόνον αγαθού και κακού και δικαίου και αδίκου και των άλλων αίσθησιν έχειν˙ η δε τούτων κοινωνία ποιεί οικίαν και πόλιν». (Αριστ. Πολιτ. 1253α 7 κ.ε.)

Στην φάση αυτή, το πρόβλημα είναι βέβαια πρόβλημα επικοινωνίας, πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, για κάποιον πρακτικό σκοπό. Πέρα όμως από την ξερή μετάδοση ενός μηνύματος υπάρχει και ο τρόπος με τον όποιον κι εμείς θα το μεταδώσουμε καθώς και το πώς θα το δεχτή ο άλλος. Είναι ένα είδος ανταλλαγής ή αγοραπωλησίας ιδεών, που χρειάζεται Marketing, όπως λένε σήμερα, δηλ. μιαν τεχνική της «αγοράς» ή αγοροτεχνική, όπως θα μπορούσαμε να την μεταφέρουμε στα ελληνικά. Ανάλογα λοιπόν με την αίσθηση προς την όποια απευθύνεται η αγοροτεχνική, πρέπει να κινηθούν, δηλ. να συγκινηθούν, σε έμφυτες ανάγκες του ανθρώπου να βλέπη, να ακούη, να γεύεται, να μυρίζεται, να ψάχνη κάτι ευχάριστο και ωραίο, κάτι που τα σχήματα και τα χρώματά του, οι ρυθμοί και οι ήχοι του, οι οσμές, οι γεύσεις και οι αφές του θα είναι απαλές και ταιριασμένες με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του, με τις πλατωνικές, αν προτιμάτε, «ιδέες» της ψυχής μας. Συνειδητά ή ασύνειδα, από πανάρχαια διάθεση, από τον καιρό που ο κόσμος ήταν εκπληκτικός, ποιος ξέρει, όλοι οι άνθρωποι είναι υποταγμένοι στο ωραίο, το δικό τους, ο καθένας, ωραίο.

Και ο λόγος λοιπόν μπήκε πολύ νωρίς σ’ αυτήν την διαδικασία, κυρίως ως τραγούδι, αλλά και ως πεζός λόγος. Ο λόγος όμως δεν είναι μόνο ήχος και ρυθμός, είναι και νόημα, που δεν χρειάζεται πάντοτε να είναι ωραίο. Ένα ναι ή ένα όχι ή ένα κούνημα του κεφαλιού θα ήταν αρκετό. Και για το ναι όμως και για το όχι, η ανθρώπινη ψυχή, που είναι αδύναμη κι ευαίσθητη, έχει ανάγκη από την κατάλληλη προσφορά. Κι η κατάλληλη προσφορά είναι ένα μεγάλο μυστικό, που το ξέρουν λίγοι άνθρωποι ή το έχουν από γεννησιμιού τους, και σε κρατούν καρφωμένον, όταν ανοίξουν το στόμα τους, ή το αποκτούν με επίπονη άσκηση. Το ήξερε κιόλας ο Όμηρος, όταν έλεγε πως ο Οδυσσέας: «ως έφαθ’, οι δ’ άρα πάντες ακήν εγένοντο σιωπή, κηληθμώ δ’ έσχοντο κατά μέγαρα σκιόεντα» («αυτά τους έλεε, κι οι άλλοι αμίλητοι, βουβοί δεν βγάζουν άχνα, σα μαγεμένοι από τα λόγια του στον ισκιερό αντρωνίτη»). Αυτά τα λέει βέβαια ο Οδυσσέας στο κείμενό μας, ο Όμηρος όμως ο ίδιος ήταν που του έβαζε τα λόγια στο στόμα, κι ήταν ο ίδιος πάλι που καταλάβαινε την απήχησή τους και την δική του αξία.

Πώς γίνεται αυτό; Πώς ο ήχος των λέξεων και του λόγου, πώς το νόημά τους και η μουσική τους μπορούν να σκίζουν ή να παρηγορούν την ανθρώπινη καρδιά;

Πολλές είναι οι απαντήσεις, κι αυτές άρχισαν κιόλας από την αρχαία εποχή, όταν τις φιλοξένησε κάτω από τον μανδύα της η «ρητορική τέχνη», που ξεκίνησε βέβαια στην αρχή σαν μελέτη του έντεχνου λόγου και του τρόπου με τον όποιο αυτός ήταν ή που θα ήταν σε θέση να πείθη τους πολίτες. Σε μιαν κοινωνία σαν την ελληνική, από νωρίς πολιτικοποιημένην, το πρώτο πράγμα που πρόσεξαν οι Έλληνες ήταν ότι μερικοί άνθρωποι που μιλούσαν στις λαϊκές συγκεντρώσεις έπειθαν ή ενθουσίαζαν το ακροατήριό τους, ενώ άλλοι το άφηναν αδιάφορο. Χάρη στο δημοκρατικό πνεύμα των σοφιστών μελετήθηκε και αναλύθηκε το μυστικό του λόγου και δημιουργήθηκαν οι ρητορικές σχολές. Όσοι ήθελαν να επηρεάζουν τον λαό, έσπευδαν να μάθουν το μεγάλο μυστικό. Μας σώθηκαν η Ρητορική (Τέχνη) του Αριστοτέλη και το Περί ύψους του Διονυσίου ή [ψευδο] Λογγίνου, που το αναφέραμε κιόλας.

Δεν είναι δυνατό να πούμε σ’ αυτό το σημείο τίποτε περισσότερο παρά μονάχα ότι η λέξη είναι ένα από τα πρώτα και βασικά στοιχεία που στοχάζεται ένας άξιος δημιουργός. Κι ο Καζαντζάκης το ήξερε αυτό.

Δεν συζητούμε ακόμα για το ωραίο σαν αποτέλεσμα επεξεργασίας λεκτικής και νοητικής, σαν απόθεση του περιττού, μάδημα των φύλλων και των φτερών, ως που να δώσουν το κόκκαλο και το νεύρο, όπως έκαμνε ο Καβάφης. Ο Καζαντζάκης το έκαμνε με τον δικό του τρόπο, με τον γρήγορο ρυθμό του λόγου, με την αυστηρή παράταξη των γεγονότων, με τους «υψηλούς» στόχους που έβαζε μπροστά του.

Συζητούμε για τα φύλλα και τα φτερά τα ίδια, για τις λέξεις που είναι καλεσμένες να ηχήσουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, για τα γιαλιά και τα λιλιά που κρεμάζουμε όλοι επάνω μας, ένα μαντήλι, βραχιόλια, σκουλαρίκια, μια γραβάτα, και για να καμαρώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας και για να μας δη ο κόσμος και να μας προσέξη: «Ούτος εκείνος»! Ακόμα και στοιχεία «δήθεν απλότητας» και άλλα όμοια, μπορεί πολλές φορές να καλύπτουν μιαν διάθεση εντυπωσιασμού και αλαζονείας, και αυτό συμβαίνει με πολλές γενειάδες και απλυσιές που κυκλοφορούν σήμερα, όχι μόνο ανάμεσα στους νέους — αυτοί είναι δικαιολογημένοι — αλλά και σε ώριμους — ηλικιακά — ανθρώπους. Αυτά όλα είναι μια όχι και πολύ επιτυχημένη μεταμφίεση του παγωνιού και του Νάρκισσου, που κουβαλάμε μέσα μας, και δεν μπορούμε να τον πνίξουμε. Ένας «τύφος» άλλης μορφής.

Τι μελαγχολικός και τι ωραίος είναι εκείνος ο τελευταίος σαρκαστής, ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας, του 2 αι. μ. Χ., όταν στους «Νεκρικούς διάλογους» του καλεί τους πάντες να αποθέσουν τα στολίδια τους, ακόμα και τα ρούχα και τα κρέατά τους και τα μαλλιά τους, και την αλαζονεία τους και όλα, πριν μπουν στην βάρκα του Χάροντα, για να μην την βουλιάξουν!

Κι ο Καζαντζάκης ήταν ένας περήφανος Κρητικός, και νομίζω ότι αγωνιζόταν εναντίον της ψευτιάς και της προσποίησης. Προτιμούσε να κρεμά κουδούνια στον λαιμό των κοπαδιών του, να έχη το τόξο πάντα τεντωμένο, έτσι που ν’ ακούουμε τους παλμούς του, ήθελε να μην κρύβη, και να μην κρύβεται αυτό που ο ίδιος ήθελε να δώση στον λόγο του. Το πόσο πολλά ή πόσο λίγα, αυτό εξαρτάται από το πρόγραμμα του καλλιτέχνη κι από τον στόχο που επιδιώκει. Φυσικά, και από το αποτέλεσμα της δημιουργίας, που δεν είναι άσχετο και με την καλή μας διάθεση. Το «μέτρο» είναι κάτι για το οποίο δεν θα συμφωνήσουν ποτέ δυο άνθρωποι μεταξύ τους.

Το πρόβλημα είναι ο ποιητικός λόγος και ο πεζός λόγος, οι ομοιότητες και οι διαφορές τους καθώς και το ποσοστό του εξωτικού στοιχείου — ως προς το λεξιλόγιο — που σηκώνει το κάθε είδος. Ο Αριστοτέλης στην Ρητορική του, που μνημονεύσαμε, δίνει πολλές συνταγές γύρω από αυτό το θέμα, μερικές από τις όποιες δικαιώνουν τον δρόμο που ακολούθησε ο Καζαντζάκης: «και ωρίσθω λέξεως αρετή σαφή είναι…. και μήτε ταπεινήν μήτε υπέρ το αξίωμα, άλλα πρέπουσαν, η γαρ ποιητική (δηλ. λέξις) ίσως ου ταπεινή, αλλ’ ου πρέπουσα λόγω». Και συνεχίζει: «το γαρ εξαλλάττειν (δηλ. την λέξιν) ποιεί φαίνεσθαι σεμνοτέραν˙ ώσπερ γαρ προς τους ξένους οι άνθρωποι και προς τους πολίτας, το αυτό πάσχουσι και προς την λέξιν˙ διό δει ποιείν ξένην την διάλεκτον˙ θαυμασταί γαρ των απόντων εισίν, ηδύ δε το θαυμαστόν εστιν» (Αριστ. Ρητ. 1404 I κε. οι υπογραμμίσεις δικές μου). Σε ελεύθερη απόδοση αυτά δηλώνουν πως η τροποποίηση της διατύπωσης την κάμνει (την διατύπωση) να φαίνεται πιο επιβλητική. Γιατί οι άνθρωποι και με την φραστική διατύπωση παθαίνουν το ίδιο που παθαίνουν με τους ξένους και με τους συμπολίτες τους. Εντυπωσιάζονται από αυτά που βρίσκονται μακρυά (δηλ. από τους ξένους) , κι ό,τι είναι φανταχτερό είναι ευχάριστο».

Αυτά ισχύουν κυρίως για τον ποιητικό λόγο, παράλληλα όμως ο Αριστοτέλης συνιστά και τον περιορισμό και την μετρημένη χρήση των «γλωσσών», δηλ. των διαλεκτικών, καθώς και των σύνθετων λέξεων, κι αυτών που πλάθονται από τον ίδιο τον δημιουργό: «γλώτταις μεν και διπλοίς ονόμασι (=σύνθετες λέξεις) και πεποιημένοις (=πλασμένες λέξεις) ολιγάκις και ολιγαχού χρηστέον» (Ρητ. 1404 b 28 κε.) .

Το κέντημα του πεζού λόγου του Καζαντζάκη με διαλεκτικά στοιχεία, κυρίως κρητικά, είναι αναμφισβήτητο, και πιο φανερό και πιο φυσικό στα κείμενα που διαδραματίζονται κυρίως στην Κρήτη και με Κρητικούς (Αλέξης Ζορμπάς, Καπετάν Μιχάλης) πιο περιορισμένο στον Φτωχούλη του Θεού και στον Τελευταίο Πειρασμό. Και, φυσικά, δεν είναι μόνο οι λέξεις, είναι και οι σημασίες τους οι ιδιωματικές, είναι και οι γραμματικοί τύποι που συνυφαίνονται με τις λέξεις:

Σημειώνω μερικά φωνητικά, γραμματικά και λεξιλογικά στοιχεία (από τον Αλέξη Ζορμπά):

α) Φωνητικά, γραμματικά: ‘ποδιαφωτούσε (=άποδ-), είχαμε ‘ποφάει (=άποφ-), ολόδρωτη (=ολοΐδρωτη) , ξέχρωσα ( = ξεχρέωσα) , βλοημένη (=εύλογ-), ο ‘γούμενος (=ηγ-) , τον εδικό του, γλυκότατη· με δημοκρατικιά συγκατάβαση, εξωτερικιά, επιβλητικιά, πολεμικιά (Παναγία), πονετικιά, κ.ά., δυνάμες, του Σύμπαντου, να συνηφέρη (=να συνέλθη) , γαλάζες ( = -ζιες), να σκουντρήξουμε (τα κόκκινα αυγά) , τρούπωξε, είχε τρουπώξει (=τρύπωσε) , τυλιμένος ( = -γμ-), κ.α.

β) Ιδιωματικές λέξεις: αγκρισμένο θεριό, στ’ απάκια, πιθώνω, αρμόδεναν, γερακοκούδουνα, δυναμάρι (μοχλός: «ένα μεγάλο κορμό, να τον σφηνώνη δ.»), ζωνόσβουρος, κερόμπολη («οι μέλισσες τυλίγουν με κερόμπολη τον άγριο ζωνόσβουρο» ζωνόσβουρος είναι ένα είδος μεγάλης σφήκας με ζωνάρια χρωματιστά, που όταν μπη μέσα στην κυψέλη, οι μέλισσες τον σκοτώνουν με τα κεντριά τους και ύστερα τον σκεπάζουν με την κερόμπολη, ή (μ)πρόπολη, όπως λέγεται ακόμα στην Ρόδο, δηλ. με την πρώτη ύλη του κεριού, κι έτσι τον μουμιοποιούν (η λ. πρόπολη είναι η αρχαία πρόπολις, η, με την ίδια σημασία). Η κρητική κερόμπολη πρέπει να είναι η ίδια με την ροδιακή πρόπολη, με παρετυμολογία προς το κερί, θανατόμυγες, οι μύγες που τριγυρνούν τα νεκρά ζώα, τα μπρόσμουρα (των στιβανιών= οι μύτες των στ.), ντάντουλος (τα φλασκιασμένα ντ-α «στήθια»), φλασκί –ακι είναι η νεροκολοκύθα και ρ. φλασκιάζω, ντάντουλος -η -ο είναι αυτό που νταντουλά, δηλ. που έχει πλαδαρότητα και άστατη κίνηση προς τα εδώ και προς τα εκεί˙ λέγεται κυρίως για υγρά, για ασκιά γεμισμένα, κ.λ.π. και το επίθ. είναι μεταρηματικό (*τάνταλος), από το αρχαίο ρήμα τανταλίζω, (στη Ρόδο τάντουλος -λλίζω, με την ίδια σημασία), προφανώς από τον μυθικό Τάνταλο, τα ξομπλιαστά (ταγάρια), πιτακωμένος (πιεσμένος, έτσι ώστε να γίνη επίπεδος)˙ από το αρχ. πιττάκιον (η πλάκα, όπου έγραφαν τα παιδιά, πιττακώνω ακόμα σήμερα στην Ρόδο =πιέζω σφιχτά), σκανταλόχορτα, σοφιλιάζω, σπαργούσαν, ταυραμπάδες, φεγγρίζω, η χιλιαντρούσα, κλπ.

γ) Πλασμένες λέξεις. Δεν είναι εύκολο να μαντέψη κανείς ποιες είναι «αι πεποιημέναι» λέξεις, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, θα έβαζα σ’ αυτήν την κατηγορία το ουρανοδόξαρο, δεν αποκλείεται όμως να είναι και διαλεκτικό. Το θωρακωτό επίσης μοιάζει πλασμένη λέξη, δεν αποκλείεται όμως να είναι πλασμένη παρετυμολογικά, όχι από τον Καζαντζάκη αλλά από τους Κρητικούς τους ίδιους, γιατί η λ. θωρηκτό δεν ήταν τόσο σαφής. Η λιόπαρδη = λεοπάρδαλη δεν ξέρω πόσο κρητικιά θα μπορούσε να είναι· ίσως ήταν μεσαιωνική κι επιβίωσε σε ακριτικά τραγούδια. Το ίδιο αμφιβάλλω και για το μοναστραπίς = αμέσως, ξαφνικά, αυτό όμως έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι διαλεκτικό (για το χεραγκαλιά βλ. σ. 5, 6).

Δεν είπαμε ως τώρα τίποτε για την γλώσσα των μεταφράσεων, δηλ. της Ιλιάδας και της Οδύσσειας του Όμηρου, που έγιναν σε συνεργασία με τον γνωστό κλασσικό φιλόλογο και ομηριστή I. Θ. Κακριδή, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.

Είναι φυσικό ότι το αρχαίο κείμενο σε σέρνει από το καπίστρι και δεν σου αφήνει παρά μόνο περιορισμένη ελευθερία κινήσεων. Επιπλέον, σε υποχρεώνει να ακολουθήσης σχήματα, τύπους, συνθέσεις, λέξεις και νοήματα που προϋπάρχουν, και που εσύ πιθανώς δεν θα ήθελες ή δεν θα μπορούσες να τα χρησιμοποίησης. Το να θέλησης να επέμβης και να επιβάλης δική σου λύση εκεί που δεν είναι απαραίτητο, είναι σαν να αντικαθιστάς τον δημιουργό με τον εαυτό σου και να πιστεύης ότι εκείνος δεν ήταν σε θέση να κάμη αυτό που επιχειρείς εσύ. Και το κάμνουν πολλοί.

Ιδιαίτερα το ομηρικό επίθετο, που συχνά ξαναεμφανίζεται σε τυπικές εκφράσεις, και συχνά σε διαφορετικές θέσεις, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μεταφρασθή, όπως: (Διός) αιγιόχοιο, ευρύ κρείων (Αγαμέμνων) (νήες) είσαι, ή μιλτοπάρηοι ή επήρετμοι, εσθλοί (εταίροι), (Ηώς) ηριγένεια ή ροδοδάκτυλος, (Ήρη) χρυσόθρονος ή λευκώλενος, (Ζευς) νεφεληγερέτα, (θυμόν) ταλαπενθέα ή μεγαλήτορα, (Οδυσσεύς) πολύμητις, (Αχιλλεύς) πόδας ωκύς, (έπεα) πτερόεντα, (θεοί) ‘ρεία ζώοντες, (κεραυνόν) άργητα, (βασιλεύς) σκηπτούχος, (Ερμής) χρυσόρραπις, (Φθίην) ερίβωλον, διογενές (Λαερτιάδη), και σε διαφόρους συχνά τύπους, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μεταφρασθή. Γιατί, από την μια πρέπει να δημιουργήσης την κατάλληλη απόδοση, που δεν είναι από μόνη της εύκολη, κι από την άλλη όχι μόνο τα συμφραζόμενα άλλα και η απλή μετακίνηση της λέξης μέσα στον στίχο σε αναγκάζουν να αλλάξης την διατύπωση δημιουργώντας έτσι πρόσθετες δυσκολίες. Ορισμένες, πάλι, τυπικές και ανεπανάληπτες διατυπώσεις, όπως ου δέμας ουδέ φυήν, έρκος οδόντων, ύπατε κρειόντων, ακήν εγένοντο σιωπή, πόσον κόπο χρειάζονται για να αποδοθούν με κάτι που να μπορή να σταθή με κάποιαν αξιοπρέπεια και ισοτιμία κοντά στην αρχαία διατύπωση!

Τα προβλήματα αυτά τα έθιξε συνολικά και διεξοδικά ο Ι. Θ. Κακριδής («Η μετάφραση της Ιλιάδας», Καινούρια (sic) Εποχή, χειμώνας 1956, σ. 17—64). Εκεί μπορεί κανείς να δη την πολυμέρεια και την πολυμορφία τους, π.χ. το να διατηρηθούν οι ίδιοι στίχοι, η φυσική σειρά των συντακτικών ορών, η σκόπιμη παρήχηση, τα λογοπαίγνια, τα ανακόλουθα, την ευγένεια του ομηρικού λόγου, να αποφευχθούν τα υποκοριστικά, να διατηρηθή η ποικιλία της ομηρικής γλώσσας, και όλα τ’ άλλα που αποτελούσαν περιορισμούς προκαταβολικούς (a priori) στο πώς θα γινόταν η μετάφραση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η καταγραφή των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν στην μετάφραση και ήταν μαρτυρημένες σε κάποιαν φάση ή περιοχή της Νέας Ελληνικής γλώσσας, κι εκείνων που δημιουργήθηκαν για να αποδοθούν ορισμένες ομηρικές λέξεις, και είναι αρκετές (σ. 56 «τα υπόλοιπα σύνθετα υποχρεωθήκαμε να τα πλάσουμε εμείς» — 59 περίπου 300), όχι όμως και πάρα πολλές” η καταγραφή επίσης κι εκείνων που ο Ι. Θ. Κακριδής χαρακτηρίζει «ποιητικές», ακολουθώντας σ’ αυτό την άποψη του Manu Leumann (Homerische Worter, Basel 1950), τον οποίο μνημονεύει κιόλας (σ. 33), και άλλων.

Στον κατάλογο όμως των «ποιητικών στοιχείων» που παραθέτει (σ. 38 – 45), το πολύ μεγαλύτερο μέρος τους είναι διαλεκτικά ή αναφέρεται πιο συγκεκριμένα από έναν τόπο της Ελλάδας, είναι επομένως «γλώσσαι», όπως λέει ο Αριστοτέλης, ο όποιος μάλιστα ορίζει και με παράδειγμα τι είναι «γλώσσα»: «το γαρ σίγυνον Κυπρίοις μεν κύριον· ημίν δε γλώσσα» (Ποιητ. 1457 b 6), δηλαδή «το σίγυνον (= το ακόντιον) για τους Κυπριώτες είναι κοινή λέξη, ενώ για μας είναι ιδιωματική». Έτσι, μια ανακατάταξη των λέξεων και συγχώνευση των ιδιωματικών με τις ποιητικές, δείχνει ότι το ποσοστό των κρητικών λέξεων — που μπορεί να μην είναι μόνο κρητικές, είναι όμως περισσότερο γνωστές, σαν τέτοιες από τον Ερωτόκριτο κ.λ.π. — είναι φυσιολογικά πιο μεγάλο από αυτό που δίνει ο Κακριδής (σ. 51) και για την μετάφραση της Ιλιάδας. Αυτό όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.

Τι είναι που κάμνει τους ανθρώπους επιφυλακτικούς και κουμπωμένους απέναντι στην διαλεκτική ή την απόμερη και παλαιική λέξη; Ίσως ο βασικός λόγος να είναι η έλλειψη οικονομίας και αμεσότητας. Δεν έχουμε καιρό να χάνουμε, για να καταλάβουμε μιαν λέξη, γιατί υποχρέωση της λέξης είναι η διαφάνεια, και δεν είναι δυνατό ούτε και σωστό να αποκρυπτογραφούμε ένα κείμενο, για να το χαρούμε, για να νιώσουμε ύστερα τον παλμό της ομορφιάς του. Δεν έχουμε καιρό, θα υπάρχουν όμως και άλλα ακόμα. Ένα ίσως είναι η ταπεινή, όπως νομίζουμε, προέλευση μας από το χωριό, η φτώχεια του και η κακομοιριά του. Μακριά λοιπόν από ό,τι το θυμίζει! Όλοι είμαστε από την Αθήνα (πιθανώς κι από την Θεσσαλονίκη) . Τα παλιά όλα να θάφτουν!

Από την άλλη μεριά, η κάποια ασάφεια που μπορεί να τυλίγη πού και πού τον λόγο χάρη στην αδιαφανή λέξη, η πλαστικότητα και κάποια εξωτικότητα που αποκτά αυτός με αυτόν τον τρόπο, είναι άλλο τόσο γοητευτικά όσο και τα τοπία τα περιχυμένα με ομίχλη τις πρωινές ώρες του φθινοπώρου, που αφήνει να φαίνωνται μόνο οι κορυφές των δέντρων και τα περιγράμματα των λόφων, θα ήθελες να κυλιστής επάνω και να τυλιχτής μέσα σ’ αυτές τις σταχτόασπρες βίλλες ξεκινώντας από μιαν ψηλή κορφή, και να βουτηχτής μέσα στο πέλαγος από διάχυτο άπιαστο φως.

Δεν είμαι σε θέση να αισθανθώ πόσο κέρδισε ή πόσο έχασε ο Καζαντζάκης από τις μεταφράσεις του σε ξένες γλώσσες ούτε σε ποιες είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Πρέπει να ήταν πάρα πολύ δύσκολο να αποδοθούν στην ξένη γλώσσα όλα αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία του, για τα οποία μιλήσαμε, και ιδιαίτερα αυτά που φιλοξένησε στα κείμενα του από τα νεοελληνικά ιδιώματα. Είναι άλλωστε δύσκολο για μας να διεξαγάγουμε μιαν τέτοια έρευνα.

Το λεξιλόγιο και η γλώσσα του Καζαντζάκη πρέπει να μελετηθούν συστηματικά. Οι ιδιωματικές λέξεις ιδιαίτερα, η προέλευσή τους και οι κατηγορίες στις όποιες ανήκουν, επίθετα, ουσιαστικά, ρήματα, επιρρήματα, ο τομέας της ζωής από τον όποιο είναι παρμένες, ναυτικός, ψαράδικος, ποιμενικός, γεωργικός, σπιτικός, αφηρημένες ή συγκεκριμένες, η σωστή ή μεταφορική χρήση τους, όλα αυτά είναι δουλειές για νέους φιλολόγους και γλωσσολόγους, που θα αποδώσουν πολλά και στους ίδιους και θα μας βοηθήσουν να κοιτάξουμε από πιο κοντά και να κατανοήσουμε πολύ καλύτερα έναν από τους σύγχρονους μεγάλους της λογοτεχνίας μας.

http://www.potheg.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου