Αναγνώστες

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Νικόλαος Πλαστήρας: Όλα για την Ελλάδα!


Νικόλαος ΠλαστήραςΤου Κων/νου Βαρζώκα, Αργυροχρυσοχόου
*  Ήταν το 1951 όταν ανέλαβε πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο επονομαζόμενος «Μαύρος Καβαλάρης» και η χώρα μας μόλις είχε βγει από τα ερείπια μιας πολυετούς εμπόλεμης κατάστασης σμπαραλιασμένη. Τον πατριωτισμό, την εντιμότητα, την ηθική και αρετή του κανείς δεν αμφισβήτησε, ακόμη και οι πολιτικοί του αντίπαλοι.
Σήμερα μεταφέρουμε μερικά από τα πολλά αξιόλογα συμβάντα της ζωής του, τα οποία χαρακτηρίζουν τον άνδρα και τον καθιστούν πρότυπο, παράδειγμα προς μίμηση για παλιότερους, αλλά και σημερινούς, δεδομένου ότι, τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι, έμπαιναν πλούσιοι στην πολιτική και έβγαιναν πάμφτωχοι, καθιστώντας την Ελλάδα σεβαστή σε φίλους και εχθρούς.
Ο αείμνηστος Ανδρέας Ιωσήφ – πιστός φίλος του – μας λέει: Ο στρατηγός είχε απαγορεύσει στους δικούς του να χρησιμοποιούν το όνομα «Πλαστήρας» όπου κι αν πήγαιναν. Ο αδελφός του ήταν άνεργος. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας «ΦΙΞ» ζητούσε οδηγό κι εκείνος έκανε αίτηση. Ο αρμόδιος υπάλληλος τον ρώτησε πως λέγεται: Κι επειδή αυτός δίσταζε να πει το όνομά του, ενθυμούμενος την εντολή του στρατηγού, τον ξαναρώτησε και δύο και τρεις φορές, ώσπου αναγκάστηκε να… ομολογήσει ότι τον λένε Πλαστήρα.
Παραξενεμένος ο υπεύθυνος ζητάει να μάθει αν συγγενεύει με το στρατηγό και πρωθυπουργό. Μετά από πολύ δισταγμό του αποκαλύπτει ότι είναι αδελφός του. Αφού η αίτηση ικανοποιήθηκε, παρακάλεσε να μη μάθει ο αδελφός του. Ο στρατηγός το έμαθε κι αφού τον κάλεσε αμέσως στο σπίτι του τον επέπληξε και του απαγόρευσε να αναλάβει αυτή την εργασία λέγοντάς του: «Αν έχεις ανάγκη, κάτσε εδώ να μοιραζόμαστε το φαγητό μου». Και δεν πήγε.
Ο Πλαστήρας ήταν άρρωστος – έπασχε από φυματίωση – κι έμενε σ’ ένα σπιτάκι στο Μέτς, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Του πρότειναν να του βάλουν ένα τηλέφωνο δίπλα στο κρεβάτι αλλ’ αυτός αρνήθηκε λέγοντας: «Μα τι λέτε; Η Ελλάδα πένεται κι εμένα θα μου βάλετε τηλέφωνο;».
Πολλές φορές με τρόπο έστελνε και αγόραζαν ψωμί, ελιές και λίγη φέτα… Τότε οι γύρω του, του υπενθύμιζαν ότι είχε ανάγκη καλύτερου φαγητού λόγω της αρρώστιας κι εκείνος με απλότητα τους απαντούσε: «Τι να κάνω;.. Σκάβω για να καλοτρώγω;».
Ο Βάσος Τσιμπιδάρος, δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ακρόπολη», περιγράφει το εξής περιστατικό: «Κάποτε, ο στενός τους φίλος Γιάννης Μοάτσος, είχε πάρει την πρωτοβουλία να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη, για να μην περιφέρεται εδώ και εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε λοιπόν σε μια Τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «Τι;», απόρησε εκείνος. «Δεν έχει σπίτι ο Πλαστήρας; Βεβαίως και θα του δώσουμε ό,τι δάνειο θέλει και μάλιστα με τους καλύτερους όρους!».
Ο Μοάτσος έτρεξε περιχαρής στον Πλαστήρα, του το ανήγγειλε και εισέπραξε την αντίδραση: «Άντε ρε Γιάννη, με τι μούτρα θα βγω στο δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;». Έσχισε το έντυπο στα τέσσερα και το πέταξε.
Ο Δημήτριος Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στυλό κι αφού ο στρατηγός κάλεσε τον φίλο του Ανδρέα του λέει: – Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στυλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω. – Μα θα προσβληθεί… -Δεν πειράζει… Ας μου κόψει το νερό από το κτήμα. Δεν θέλω δώρα, Ανδρέα. Γιατί τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα!
Το 1952 πρωθυπουργός ο Πλαστήρας ήταν κατάκοιτος από την αρρώστια που τον βασάνιζε, όταν μια μέρα δέχθηκε την επίσκεψη της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη στο λιτό ενοικιαζόμενο διαμέρισμά του, εξεπλάγη όταν είδε τον πρωθυπουργό να χρησιμοποιεί ράντζο για τον ύπνο του, και τον ρώτησε με οικειότητα:«Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» και η απάντηση ήρθε αφοπλιστική. «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντζο από το στρατό και δεν μπορώ να το αποχωριστώ…».
Ο στρατηγός Νικόλαος Σαμψών, φίλος του Πλαστήρα, σε επιστολή του περιγράφει το παρακάτω: «Όταν πέθανε ο Πλαστήρας δεν άφησε πίσω του σπίτι, ακίνητα ή καταθέσεις σε τράπεζες. Η κληρονομιά που άφησε στην ορφανή προσφυγοπούλα ψυχοκόρη του, ήταν 216 δρχ., ένα δεκαδόλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη:«Όλα για την Ελλάδα!». Βρέθηκε επίσης στα ατομικά του είδη ένα χρεωστικό του Στρατού (ΣΥΠ 108) για ένα κρεβάτι που είχε χάσει κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και 8 δρχ. με σημείωση να δοθούν στο Δημόσιο για την αξία του κρεβατιού, «ώστε να μην χρωστά στην Πατρίδα».
Όταν πέθανε ο Πλαστήρας στις 26/7/1953 τον έντυσαν με νεκρικό κοστούμι, που το αγόρασε ο φίλος του Διονύσιος Καρρέρ – γιατί ο ίδιος τον μισθό του τον πρόσφερε διακριτικά σε άπορους και ορφανά παιδιά – ο δε γιατρός, που ήταν παρών και υπέγραψε το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, μέτρησε στο ταλαιπωρημένο κορμί του:27 σπαθιές και 8 σημάδια από βλήματα. Τον κιλλίβαντα -βάση πυροβόλου- στον οποίο είχαν εναποθέσει το φέρετρο του, δεν το έσερναν άλογα, αλλά εβδομηντάρηδες εύζωνοι του Συντάγματος του, έως το Α’ Νεκροταφείο.
Μετά απ’ όλα αυτά εμείς ποιο σχόλιο να κάνουμε; Μιλούν τα γραφόμενα από μόνα τους και προπαντός η ζωή και ο χαρακτήρας του θαυμάσιου αυτού άνδρα, που ξεπερνάει, θα λέγαμε, και τη ζωή ενός ασκητή! Ας είναι η μνήμη του αιωνία και η ζωή του παράδειγμα προς μίμηση. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου