Αναγνώστες

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΕΛΤΑ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥ

Η κάθοδος του Υδάσπη – Στις χώρες του Σωφύτη, των Σίβων και των Αγαλασσέων
(Αρριανός Ε.3.4, ΣΤ.2, Ινδική 5.10-12, 18-19, Διόδωρος ΙΖ.89.6, 91.4-κ.ε., 95.4-5, 96.2- κ.ε., Κούρτιος 9.1.24-34, 3.21-22, 4.4-8, Ιουστίνος 12.9.1-2, Στράβων 15.1.17)

Ο Αλέξανδρος θυσίασε στην κορυφή κάθε βωμού, διοργάνωσε γυμνικούς και ιππικούς αγώνες και περί το πρώτο δεκαπανθήμερο του Σεπτεμβρίου του 326 η στρατιά πήρε το δρόμο της επιστροφής από τον Ύφαση. Πέρασε τον Υδραώτη και έφτασε στον Ακεσίνη, όπου ο Ηφαιστίων είχε ήδη τειχίσει άλλη μία Αλεξάνδρεια, την εποίκιζε με ντόπιους και απόμαχους και προετοίμαζε την κάθοδο στη θάλασσα. Ο Σκύλαξ από τα Καρύανδα είχε ξεκινήσει από τον ποταμό Κωφήνα (Καμπούλ), κατέπλευσε τον Ινδό και κατέληξε στις εκβολές του Τίγρη και του Ευφράτη, συλλέγοντας τοπογραφικές κι εμπορικές πληροφορίες για λογαριασμό του Δαρείου Α΄. Για λόγους ανταγωνισμού και μόνο θα περιμέναμε τον Αλέξανδρο να ακολουθεί το ίδιο δρομολόγιο. Φυσικά, αν αδιαφορήσουμε για την ψυχοσύνθεσή του και πάλι θα περιμέναμε να υποτάξει ολόκληρη την Ινδία και να ενσωματώσει στην αυτοκρατορία του την τεράστιας εμπορικής σημασίας αρτηρία του Ινδού. Δηλαδή ο Αλέξανδρος επέλεξε το δρομολόγιο της επιστροφής για τους ίδιους λόγους, που οδήγησαν εκεί ένα μεγάλο πλήθος κατακτητών, με τελευταίους τους Βρετανούς. Επιπλέον καταλαμβάνοντας ολόκληρη την κοιλάδα του Ινδού, έθετε ως ανατολικότερο όριο των ινδικών εδαφών του την έρημο Ταρ, η οποία δεν ήταν μεν αδιάβατη, ωστόσο αποτελούσε ένα ικανοποιητικό κώλυμα σε ενδεχόμενη επίθεση των Γανδαριδών.

Στον Ακεσίνη βρήκε να τον περίμενε ο Αρσάκης, διοικητής μιάς περιοχής γειτονικής του Αβισάρη, ο αδελφός και άλλοι συγγενείς του Αβισάρη καθώς και οι πρέσβεις, που του είχε στείλει νωρίτερα ο Αλέξανδρος. Οι Αβισαρείς για άλλη μια φορά έφερναν τα καλύτερα δώρα της εθιμοτυπίας τους καθώς και 30 ακόμη πολεμικούς ελέφαντες, αλλά παρά την ξεκάθαρη απειλή του Αλεξάνδρου ο ίδιος ο Αβισάρης δεν παρουσιάστηκε ούτε αυτή τη φορά, επικαλούμενος ασθένεια. Ο Αλέξανδρος πάντως έκρινε τόσο ειλικρινή την υποταγή του Αβισάρη, ώστε υπήγαγε στη δικαιοδοσία του και την περιοχή του Αρσάκη. Όρισε τους φόρους, που θα του κατέβαλλαν, θυσίασε στις όχθες του Ακεσίνη και κατευθύνθηκε προς τον Υδάσπη, στις πόλεις Βουκεφάλα και Νίκαια που είχαν πάθει ζημιές από τους μουσώνες.

Η χρονολόγηση είναι για άλλη μία φορά δύσκολη, αφού καμία από τις σωζόμενες πηγές δεν δίνει αναλυτικά στοιχεία. Συνδυάζοντας τα επί μέρους και αποσπασματικά χρονολογικά στοιχεία των διαφόρων πηγών προκύπτουν τα εξής. Κατά τον Αρριανό η μάχη με τον Πώρο έγινε μεταξύ 16ης Απριλίου και 15ης Μαΐου του 326 π.Χ., κατά τον Διόδωρο η στρατιά αναπαύθηκε επί ένα μήνα μετά τη μάχη, άρα η προέλαση ανατολικά του Υδάσπη άρχισε το αργότερο την 15η Ιουνίου. Πάλι σύμφωνα με το Διόδωρο, η στρατιά βρισκόταν στον Ύφαση 70 ημέρες μετά την έναρξη των μουσώνων, δηλαδή το αργότερο την 10η Σεπτεμβρίου. Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη μετάβαση από τον Υδάσπη στον Ύφασι χρειάσθηκαν τουλάχιστον τρεις μήνες, ωστόσο οι φρουρές, που είχαν εγκατασταθεί, εξασφάλιζαν τα δρομολόγια κι έτσι κατά την επιστροφή δεν χρειάσθηκε να γίνει καμία αναγνώριση εδάφους, οδοποίηση, μάχη, πολιορκία, ή οποιοδήποτε άλλο χρονοβόρο έργο. Συνεπώς η στρατιά μπορούσε να επιστρέψει από τον Ύφασι στον Υδάσπη σε λιγότερο από τρεις μήνες, δηλαδή πολύ νωρίτερα της 10ης Δεκεμβρίου του 326. Δεν είναι δε καθόλου παράλογο να δεχθούμε ότι το δρομολόγιο καλύφθηκε σε έναν περίπου μήνα και ότι η στρατιά επέστρεψε στον Υδάσπη το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Αντίθετα αυτός ο υπολογισμός υποστηρίζεται από την πληροφορία του Αριστόβουλου, που διέσωσε ο Στράβων, ότι η στρατιά άρχισε την κάθοδο του Υδάσπη «πριν τη δύση των Πλειάδων».

Φτάνοντας στον Υδάσπη πέθανε από αρρώστεια ο Κοίνος του Πολεμοκράτη, ένας από τους ικανότερους και πιο έμπιστους εταίρους, και ο Αλέξανδρος «τον κήδεψε με όσες τιμές επέτρεπαν οι περιστάσεις». Ο Μπάντιαν θεωρεί το «θάνατο από ασθένεια» ως αιφνίδιο και συνεπώς ύποπτο, τον συσχετίζει δε με την παρρησία, με την οποία ο Κοίνος είχε μιλήσει στον Αλέξανδρο λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας αφενός ότι ο συγκεκριμένος μελετητής έχει εργασθεί επιμελώς για την απαξίωση του Αλεξάνδρου και της δράσης του συνολικά και αφετέρου ότι οι νεκροί από ασθένειες φαίνεται ότι ήταν περίπου όσοι και από τα εχθρικά όπλα. Στη δε Ινδία οι απώλειες έξω απ’ τα πεδία των μαχών πολλαπλασιάστηκαν τόσο λόγω του θερμού και υγρού κλίματος, που ευνοούσε τις ασθένειες και τις μολύνσεις των τραυμάτων, όσο και της πανίδας και ειδικά των πολλών ιοβόλων φιδιών. Άλλωστε ο Κοίνος δεν είχε μιλήσει ως εκπρόσωπος κάποιων στασιαστών, αλλά ως επιτελής υπεύθυνος για την ορθή λειτουργία του στρατεύματος. Με όσα είπε απλώς περιέγραψε το γνωστό σε όλους πρόβλημα και επεσήμανε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση, ενώ με τις εναλλακτικές στρατηγικές προτάσεις του επέτρεπε στον Αλέξανδρο να διασώσει κάποια προσχήματα.

Μετά την κηδεία του Κοίνου, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους εταίρους και τους Ινδούς πρέσβεις και τους ανακοίνωσε ότι όριζε τον Πώρο βασιλιά του τμήματος της Ινδίας, που είχε καταλάβει μέχρι τον Υδάσπη και που περιλάμβανε επτά έθνη και πάνω από 2.000 πόλεις. Εκεί έφτασαν και ενισχύσεις από την Ελλάδα, πάνω από 30.000 πεζοί και σχεδόν 6.000 ιππείς, σύμμαχοι και μισθοφόροι από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, με τους στρατηγούς τους. Δηλαδή οι ενισχύσεις, που έφτασαν από την Ελλάδα στο Παντζάμπ, ήταν όση και η αρχική στρατιά του Αλεξάνδρου, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά ήταν μόνο Έλληνες, ούτε Ιλλυριοί ούτε Παίονες ούτε Θράκες. Ο Κούρτιος παραδίδει 7.000 πεζούς από τη φρουρά των Εκβατάνων και 5.000 Θράκες ιππείς. Μαζί τους έφεραν 25.000 εξαιρετικές πανοπλίες πεζών (τις οποίες ο Κούρτιος θέλει χρυσοποίκιλτες), για τις οποίες ασφαλώς θα χάρηκαν οι Μακεδόνες, αφού θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις φθαρμένες δικές τους. Ο Αλέξανδρος πάντως θα πρέπει να το θεώρησε ειρωνεία της τύχης, αφού η φθορά του οπλισμού ήταν ένας από τους λόγους που ώθησαν τη στρατιά του να αρνηθεί την προέλαση. Μετέφεραν ακόμη 100 τάλαντα (περίπου 2,7 τόνους) ιατροφαρμακευτικό υλικό.

Το σύνολο του στόλου στις όχθες του Υδάσπη, όπως ήταν αναμενόμενο, παραδίδεται διαφορετικό από κάθε πηγή. Κατά μία μη κατονομαζόμενη πηγή του Αρριανού αποτελούνταν από 800 πλοία, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία του Πτολεμαίου αποτελούνταν από 2.000 πλοία. Κατά τον Κούρτιο και τον Διόδωρο αποτελούνταν από 1.000 πλοία, εκ των οποίων τα 200 ήταν χωρίς κατάστρωμα και τα 800 βοηθητικά. Άλλα από τα σκάφη προϋπήρχαν κι άλλα κατασκευάστηκαν εκεί, διακρίνονταν δε σε ημιολίες, ιππαγωγά, κέρκουρους και διάφορα ποταμόπλοια κατάλληλα για μεταφορά προσωπικού και φορτίου, ενώ υπήρχαν και 80 τριακόντοροι.

Οι τριακόντοροι, που ήταν πολύ καλά πολεμικά πλοία για τη Μεσόγειο, αποδείχθηκαν εντελώς ακατάλληλα για τα ποτάμια. Αυτό πρέπει να το γνώριζαν εξ αρχής τόσο οι Έλληνες ναυπηγοί όσο και οι Ινδοί σύμμαχοι. Επίσης αποδείχθηκε καθαρά και πολύ νωρίς ότι τα πολεμικά πλοία της θάλασσας πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές στα ποτάμια, όπου ούτε ναυμάχησαν ούτε περίμενε κανείς ότι θα ναυμαχούσαν, αφού δεν υπήρχε ινδικό ποτάμιο ναυτικό. Παρά ταύτα ο Αλέξανδρος επέμενε σε όλο τον κατάπλου προς τη θάλασσα να αντικαθιστά τις κατεστραμμένες και να κατασκευάζει άλλες τριακοντόρους. Ως δευτερεύουσα εξήγηση αυτής της επιμονής μπορούμε να βρούμε την ψυχολογική επίδραση στους παραποτάμιους λαούς της θέας πλοίων τεραστίων διαστάσεων για τα δεδομένα των ποταμών. Κύρια εξήγηση για τη ναυπήγηση τέτοιων πλοίων είναι η βασική επιδίωξη του Αλεξάνδρου να εξερευνήσει και να υποτάξει τα παράλια της Ινδίας. Όσο περισσότερο πλησίαζε προς τις ακτές, τόσο περισσότερα ναυπηγούσε και τόσο περισσότερο ασκούντο τα πληρώματα στο χειρισμό τους.

Ο Αλέξανδρος τα επάνδρωσε με τους Έλληνες (νησιώτες, Ίωνες, Κυπρίους και Ελλησπόντιους), που υπηρετούσαν στη στρατιά ή την συνακολουθούσαν και ήταν έμπειροι ναυτικοί. Ναυτολόγησε επίσης Κάρες, Φοίνικες και Αιγυπτίους συνακολουθούντες, που είχαν ναυτική παιδεία. Όπως σε όλα τα αυτοκρατορικά στρατεύματα όλων των εποχών, η σύνθεση των πληρωμάτων ήταν πολυεθνική, αλλά η ηγεσία ανατέθηκε στην κυρίαρχη ομάδα εθνών, στα διάφορα ελληνικά έθνη, και μόνο ένας τριήραρχος ήταν Πέρσης, ο Βαγώας του Φαρνούχη. Αναλυτικότερα, οι τριήραρχοι από μακεδονικά έθνη ήταν οι εξής: Ηφαιστίων του Αμύντορα, Λεοννάτος του Εύνου, Λυσίμαχος του Αγαθοκλή, Ασκληπιόδωρος του Τιμάνδρου, Άρχων του Κλεινία, Δημόνικος του Αθηναίου, Αρχίας του Αναξιδότου, Οφέλλας του Σειληνού και Τιμάνθης του Παντιάδη (όλοι αυτοί από την Πέλλα). Από την Αμφίπολη ήταν οι Νέαρχος του Ανδροτίμου (που καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη), Λαομέδων του Λάριχου και Ανδροσθένης του Καλλιστράτου. Από την Ορεστίδα ήταν οι Κρατερός του Αλεξάνδρου και Περδίκκας του Ορόντη. Από την Εορδαία οι Πτολεμαίος του Λάγου και Αριστόνους του Πεισαίου. Από την Πύδνα οι Μήτρωνας του Επιχάρμου και Νικαρχίδης του Σίμου. Επίσης τριήραρχοι ορίσθηκαν οι Άτταλος του Ανδρομένη από την Τύμφη, ο Πευκέστας του Αλεξάνδρου από τη Μίεζα, ο Πείθων του Κρατεύα από τις Αλκομενές, ο Λεοννάτος του Αντίπατρου από τις Αιγές, ο Πάνταυχος του Νικολάου από την Άλωρο και ο Μυλλέας του Ζωίλου από τη Βέροια. Οι Θεσσαλοί, που ορίσθηκαν τριήραρχοι ήταν οι Μήδιος του Οξύθεμι από τη Λάρισα, οι Θόας του Μηνόδωρου και Μαίανδρος του Μανδρογένη από τη Μαγνησία. Από τα νησιά του Αιγαίου (τα σημερινά Δωδεκάνησα) ήταν ο Κριτόβουλος του Πλάτωνα από την Κω και ο Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια, ενώ από την ελληνίδα πόλη της Τέω ήταν ο Άνδρων του Καβήλη κι ο Ευμένης του Ιερώνυμου ήταν από την Καρδία (ελληνίδα πόλη της Θράκης). Από την Κύπρο ήταν ο Νικοκλής του Πασικράτη από τους Σόλους και ο Νιθάφων του Πνυταγόρα από τη Σαλαμίνα (προφανώς ήταν οι γιοι των Κυπρίων βασιλέων, Πασικράτη και Πνυταγόρα, σύμμαχοι και όμηροι ταυτόχρονα). Ναύαρχος ανέλαβε ο Νέαρχος, γραμματέας όλου του στόλου ο Ευαγόρας του Ευκλέωνα από την Κόρινθο και κυβερνήτης του σκάφους, που επέβαινε ο Αλέξανδρος, ήταν ο Ονησίκριτος. Αυτός στο σύγγραμμά του για την εκστρατεία, ανάμεσα στα πολλά και διάφορα ψέματα που έγραψε, στην κάθοδο του Υδάσπη προήγαγε τον εαυτό του από απλό κυβερνήτη τριήρους σε ναύαρχο.

Όταν ο στόλος έφτασε τελικά στη θάλασσα, άλλοι απ’ τους παραπάνω τριηράρχους συνέχισαν το ταξίδι στη θάλασσα κι άλλοι ακολούθησαν τις χερσαίες δυνάμεις, στις οποίες ούτως ή άλλως ανήκαν όλοι. Ωστόσο δεν υπάρχει κανένας λόγος να δεχθούμε ότι όλοι αυτοί γνώριζαν να κυβερνούν πλοία, ενώ δεν υπάρχει ούτε καν σαφής ένδειξη ότι επέβαιναν σ’ αυτά. Επειδή δε τουλάχιστον οι περισσότεροι κατείχαν υψηλά αξιώματα, φαίνεται πιθανότερο ότι οι αναφερόμενοι ως τριήραρχοι δεν ήταν οι κυβερνήτες των τριήρων, αλλά οι χρηματοδότες της ναυπήγησής τους. Φαίνεται δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος ανέθεσε στους πλέον ευνοημένους οικονομικά το κόστος της ναυπήγησης σύμφωνα με την τριηραρχία, την έκτακτη λειτουργία, που επέβαλλε στους πολίτες της και η Αθηναϊκή Δημοκρατία.

Στις όχθες του Υδάσπη ο Αλέξανδρος αποδέσμευσε τους Νυσαίους ιππείς, διοργάνωσε μουσικούς και γυμνικούς αγώνες και όταν ετοιμάσθηκαν όλα, προσέφερε θυσίες στον Ποσειδώνα, στην Αμφιτρίτη, στις Νηρηίδες, στον Ωκεανό, στον Υδάσπη, στον Ακεσίνη και στον Ινδό, δηλαδή στους τρεις ποταμούς, που θα κατέπλεε κατά σειρά, και μοίρασε τα σφάγια των θυσιών στη στρατιά. Κάποια μέρα στις αρχές Οκτωβρίου του 326 π.Χ. η στρατιά ξεκίνησε την κάθοδο του Υδάσπη. Στη δεξιά όχθη βάδιζε ο Κρατερός με ένα τμήμα πεζικού και ιππικού. Στην αριστερή όχθη βάδιζε ο Ηφαιστίων με το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της στρατιάς και τους συνολικά 200 ελέφαντες. Ο Φίλιππος, ο σατράπης της περιοχής μεταξύ Ινδού και Βακτρίας, ακολουθούσε τις δυνάμεις του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα σε απόσταση τριών ημερών. Ήταν επί κεφαλής 120.000 ανδρών και όσων άλλων είχε στρατολογήσει ο ίδιος και οι αξιωματικοί του από τη (Μεσόγειο) θάλασσα. Η δύναμη αυτή ήταν ένα συνοθύλευμα βαρβαρικών εθνών, οπλισμένα το καθένα με το δικό του τρόπο.

Για πρώτη φορά ο Αρριανός αναφέρει ρητώς σ’ αυτό το σημείο ότι οι προπομποί και οι οπισθοφυλακές είχαν την πρόσθετη αποστολή να συλλαμβάνουν, όσους από το κυρίως σώμα της στρατιάς επιχειρούσαν να λιποτακτήσουν. Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στο κέντρο βρίσκονταν κυρίως ινδικά στρατεύματα, διότι σε περίπτωση λιποταξίας όλοι οι μη Ινδοί, θα διέτρεχαν κίνδυνο να εκτελεσθούν είτε από τις μακεδονικές είτε από τις ινδικές φρουρές της περιοχής. Αντίθετα ήταν πολύ ασφαλέστερο για τους μη Ινδούς να ακολουθήσουν υπάκουα τη στρατιά, ώσπου να φτάσουν σε φιλικότερες προς την εθνικότητά τους περιοχές.

Με το πρώτο φως της επόμενης ημέρας άρχισε να ανεβαίνει στα πλοία το τμήμα του Αλεξάνδρου, όλοι οι υπασπιστές, οι τοξότες, οι Αγριάνες και το άγημα των εταίρων, συνολικά 8.000 άντρες. Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος προσέφερε θυσίες στους θεούς και ακολουθώντας τις συμβουλές των μάντεων προσέφερε θυσίες στον ποταμό Υδάσπη, ενώ επικαλέστηκε και το όνομα του Ακεσίνη, στον οποίο συμβάλλει ο Υδάσπης. Όταν ανέβηκε στο πλοίο του, έκανε από την πλώρη σπονδές από χρυσή φιάλη στον πρόγονό του τον Ηρακλή, στον Υδάσπη, στον Άμμωνα και «σε όσους θεούς συνήθιζε». Αφού τελείωσε, διέταξε να δοθεί το σήμα της αναχώρησης και μόλις ακούστηκαν οι σάλπιγγες, ο στόλος ξεκίνησε. Άρχισαν λοιπόν να κατεβαίνουν τον Υδάσπη με τάξη, γιατί είχαν καθορίσει από πριν τις αποστάσεις ασφαλείας, που έπρεπε να τηρούν μεταξύ τους τα σκευοφόρα, τα ιππαγωγά και τα πολεμικά πλοία. Από τα παραγγέλματα, τα κουπιά και τους αλαλαγμούς των πληρωμάτων δημιουργήθηκε πολύς θόρυβος, καθώς ο στόλος έπλεε ανάμεσα στις ψηλές όχθες του ποταμού. Οι Ινδοί σύμμαχοι της περιοχής δεν είχαν ξαναδεί ίππους πάνω σε πλοία και είχαν μαζευτεί στις όχθες, για να απολαύσουν το όλο θέαμα του στόλου τραγουδώντας.

Νόμισμα του Σωφύτη. Ο βασιλιάς (υποτελής στο βασίλειο του Σελέυκου) εικονίζεται με το χαρακτηριστικό βοιωτικού τύπου κράνος, είναι αγένειος κατά τη συνήθη ελληνιστική πρακτική και το νόμισμά του φέρει την ελληνική επιγραφή ΣΩΦΥΤΟΥ. Αυτή πρέπει να είναι και η ορθότερη απόδοση στα ελληνικά του σανσκριτικού Σοβούτι, του ονόματος του ηγεμόνα, τον οποίο οι μεν Αρριανός κι Διόδωρος ονομάζουν Σωπείθη, ο δε Κούρτιος Σοφίτη.

Σύμφωνα με τον Αρριανό, ο Ηφαιστίων είχε διαταγές να προελάσει με ταχύ ρυθμό προς την πρωτεύουσα του Σωφύτη. Κατά τον Διόδωρο και τον Κούρτιο το βασίλειο του Σωφύτη, που ήταν το προτελευταίο πριν φτάσει η στρατιά στον Ύφασι. Εκεί η καλή εμφάνιση ήταν το σημαντικότερο αγαθό και όσα βρέφη δεν είχαν τις προοπτικές να εξελιχθούν σε ωραία και δυνατά άτομα, θανατώνονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι του βασιλείου να είναι οι καλύτεροι απ’ όλους τους Ινδούς. Ο Σωφύτης δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο και του προσέφερε πολλά και σπουδαία δώρα, ανάμεσα στα οποία ήταν και 150 ινδικοί σκύλοι. Σύμφωνα με τον Αρριανό ο Αλέξανδρος δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Σωφύτη. Αντίθετα, τρεις μέρες μετά την αναχώρηση έφτασε επί κεφαλής του στόλου στο σημείο, όπου είχαν στρατοπεδεύσει από την προηγούμενη τα τμήματα του Κρατερού και του Ηφαιστίωνα, στον οποίο είχε παραδοθεί ο Σωφύτης. Εκεί περίμεναν δύο ακόμη μέρες μέχρι να φτάσει και ο Φίλιππος. Μετά άρχισαν πάλι τον κατάπλου του Υδάσπη με προπομπό αυτή τη φορά τον Φίλιππο, τους Κρατερό και Ηφαιστίωνα να ακολουθούν στις δύο όχθες και τον Αλέξανδρο επικεφαλής του στόλου. Καθ’ οδόν υπέτασσαν τους Ινδούς, που συναντούσαν, είτε με συνθηκολόγηση είτε με τη βία.

Πέντε μέρες μετά τη δεύτερη αναχώρηση (με προπομπό τον Φίλιππο) πλησίασαν τη συμβολή του Υδάσπη και του Ακεσίνη. Σε όλη τη διαδρομή το πλάτος του Υδάσπη ήταν μεγαλύτερο από 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ) κι έτσι πλεύση ήταν ομαλή. Γνώριζαν βέβαια από πριν, ότι στη συμβολή δημιουργείται ένα νέο ποτάμι με στενότερη κοίτη και ότι γι’ αυτό το ρεύμα του είναι πιο ορμητικό, με κύματα, δίνες και πολύ θόρυβο, ωστόσο τους κατέλαβε δέος, όταν αντίκρισαν το θέαμα και άκουσαν το θόρυβο. Μόλις συνήλθαν, τα πληρώματα συνέχισαν να κωπηλατούν, ώστε με την ταχύτητα να διατηρήσουν τον έλεγχο των πλοίων, και πράγματι τα μεταγωγικά πέρασαν χωρίς σοβαρά προβλήματα. Τα πολεμικά όμως ταλαιπωρήθηκαν πολύ, και σε όσα ήταν δίκροτα (είχαν δύο σειρές κουπιών), η χαμηλότερη σειρά ήταν σχεδόν μέσα στο αφρισμένο νερό και δεν βοηθούσε πολύ. Πολλά κουπιά έσπασαν, άλλα παρασύρθηκαν από το ρεύμα και μερικά πολεμικά πλοία έπαθαν ζημιές. Μάλιστα, δύο συγκρούσθηκαν μεταξύ τους, καταστράφηκαν και σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματά τους. Φθάνοντας σε φαρδύτερο σημείο του Ακεσίνη, όπου το ρεύμα και οι δίνες δεν ήταν τόσο βίαιες, ο στόλος σταμάτησε στη δεξιά όχθη, για να επισκευάσει τις ζημιές. Μία γλώσσα στεριάς, που έμπαινε στο ποτάμι, συγκράτησε τα ναυάγια και τους ναυαγούς.

Όταν περνούσαν τη συμβολή των ποταμών, η ναυαρχίδα παρασύρθηκε σε ένα μεγάλο καταρράκτη, το πλήρωμα δεν μπορούσε να ελέγξει το πλοίο και κινδύνεψαν να πνιγούν όλοι. Ο Αλέξανδρος έβγαλε τα ρούχα του για την περίπτωση που θα έπρεπε να εγκαταλείψει το σκάφος, ενώ γύρω από τη ναυαρχίδα κολυμπούσαν αρκετοί εταίροι, για να βοηθήσουν τον Αλέξανδρο, αν το πλοίο βυθιζόταν. Όταν τελικά έρριξαν το πλοίο στην όχθη του Ακεσίνη, ο Αλέξανδρος θυσίασε στους θεούς, ευχαριστώντας τους που βγήκε ζωντανός από θανάσιμη μάχη με ποταμό, όπως και το πρότυπό του, ο Αχιλλέας. Ίσως αυτό το περιστατικό να κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, ακριβώς επειδή κι ο Αχιλλέας, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε ως πρότυπο, είχε αγωνιστεί με τον ποταμό Σκάμανδρο. Πάντως, αν δεν πρόκειται για άλλο ένα φιλολογικό εφεύρημα του Διόδωρου και του Κούρτιου, ενισχύει την άποψη ότι ο Αλέξανδρος δεν ήξερε κολύμπι.

Αμέσως μετά τη συμβολή του Υδάσπη με τον Ακεσίνη κατοικούσε το ανεξάρτητο έθνος των Σίβων. Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε κοντά σε μία σημαντική πόλη τους και οι προύχοντες έσπευσαν να τον προϋπαντήσουν. Του προσέφεραν μεγαλοπρεπή δώρα και δήλωσαν ότι θα τον υπάκουαν με ευχαρίστηση, αφού ήταν συγγενείς. Ο Αλέξανδρος ικανοποιημένος από την επαφή αυτή, ανακήρυξε ελεύθερες τις πόλεις των Σίβων. Αυτοί οι Ινδοί φορούσαν δέρματα ζώων, ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, σημάδευαν τις αγελάδες τους με ένα ροπαλοειδές σχήμα και ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι των συντρόφων του Ηρακλή στην εκστρατεία του κατά της Αόρνου Πέτρας και ότι ο Ηρακλής τους είχε εποικίσει σ’ εκείνη την περιοχή. Ο Κούρτιος βρήκε εδώ μία ακόμη ευκαιρία για δημιουργική ιστοριογραφία και βέβαιος για την ελληνική καταγωγή των Σίβων λέει ότι «ενώ είχαν ξεχάσει τα ελληνικά έθιμα, διατηρούσαν πολλά στοιχεία της καταγωγής τους». Ο Αρριανός αποδίδει αυτόν τον ισχυρισμό όχι στους ίδιους τους Σίβους, αλλά στους Μακεδόνες, που εντελώς αβασάνιστα «τεκμηρίωναν» το οτιδήποτε. Μάλιστα, μη εξαιρώντας από την κριτική προδιάθεσή του ούτε τα θρησκευτικά θέματα, λέει ότι κι αν ακόμη ήταν ισχυρισμός των Σίβων, δεν θα επρόκειτο για τον Ηρακλή των Ελλήνων, των Τυρίων ή των Αιγυπτίων, αλλά ίσως για κάποιο μεγάλο βασιλιά της γύρω περιοχής.

Από τους Σίβους ο Αλέξανδρος προέλασε προς το γειτονικό έθνος των Αγαλασσέων, που είχαν συγκεντρώσει 40.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. Τους νίκησε σε μάχη και τους κατέκοψε, ενώ όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στις γύρω πόλεις, τις οποίες πολιόρκησε, τις κατέλαβε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους. Σε μία μεγάλη πόλη είχαν οχυρωθεί 20.000 Αγαλασσείς, που αμύνθηκαν σθεναρά κι αφού έπεσαν τα τείχη έδωσαν σκληρές οδομαχίες στα στενά δρομάκια και προξένησαν μεγάλες απώλειες στους Μακεδόνες. Κατά το Διόδωρο, ο Αλέξανδρος εξοργίσθηκε απ’ την αντίσταση και πυρπόλησε την πόλη καίγοντας ζωντανούς τους περισσότερους κατοίκους. Κατά τον Κούρτιο οι Αγαλασσείς βλέποντας την επερχόμενη πτώση της πόλης τους αποφάσισαν να την πυρπολήσουν και να καούν μαζί με τις οικογένειές τους. Οι Μακεδόνες έσπευσαν να σβήσουν τη φωτιά και η μάχη πήρε παράδοξη τροπή με τους υπερασπιστές να θέλουν κα καταστρέψουν την πόλη τους και τους πολιορκητές να τη σώσουν. Τελικά διασώθηκαν μόνο 3.000 Αγαλασσείς, που κατέφυγαν στην ακρόπολη. Ο Αλέξανδρος δέχτηκε τις ικεσίες τους και τους χάρισε τις ζωές. Ο Κούρτιος κάνει εδώ ακόμη ένα θεμελιώδες γεωγραφικό σφάλμα και θέλει τον Ινδό και τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη να περιβρέχουν τη συγκεκριμένη πόλη των Αγαλασσέων.


Η κάθοδος του Ακεσίνη –Μαλλοί και Οξυδράκες
(Αρριανός Ινδική 4, Διόδωρος ΙΖ.97.2- 98.2, Κούρτιος 9.4.15, Ιουστίνος 12.9.3-4, Ιλιάς, Φ 228-382)

Οι Μαλλοί (Μαλάβα) και οι Οξυδράκες ή Συδράκες (Ξουντράκα) ήταν οι πιο πολυάριθμοι και πολεμικοί λαοί της περιοχής και βρίσκονταν σε συνεχείς εχθροπραξίες μεταξύ τους, μέχρι να εμφανιστεί ο Αλέξανδρος. Τότε έκαναν ανακωχή και την επισφράγισαν με επιγαμία, ανταλλάσσοντας 10.000 νύφες. Κατά τον Διόδωρο, διέθεταν πάνω από 80.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 700 άρματα, κατά τον Κούρτιο 90.000 πεζούς, 10.000 ιππείς και 900 άρματα, ενώ κατά τον Ιουστίνο 80.000 πεζούς και 60.000 ιππείς. Δεν κατόρθωσαν όμως να συμφωνήσουν για την Ηγεμονία κι έτσι δεν παρέταξαν ενωμένες τις δυνάμεις τους, αλλά διασκορπίστηκαν για να υπερασπιστούν κάθε πόλη ξεχωριστά.

Είχαν ήδη υποταχθεί οι Σίβοι και οι Αγαλασσείς, προχωρούσαν οι επισκευές των πλοίων κι ο Αλέξανδρος πλησίαζε στις χώρες των Μαλλών και των Οξυδρακών, όταν έμαθε ότι συγκέντρωναν τα γυναικόπαιδα στις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις και προετοιμάζονταν να τον πολεμήσουν. Ήθελε να φτάσει όσο γινόταν γρηγορότερα, ώστε να μην προλάβουν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες τους, και γι’ αυτό διέταξε τον Νέαρχο να επιταχύνει τον κατάπλου. Όταν αποκαταστάθηκαν οι ζημιές των πλοίων, ο Νέαρχος με το στόλο έπλευσε μέχρι τα βόρεια όρια της χώρας των Μαλλών και ο Αλέξανδρος επέδραμε στους αυτόνομους Ινδούς της περιοχής, για να μην μπορέσουν να βοηθήσουν τους Μαλλούς. Μετά ξαναγύρισε στον Ακεσίνη και συναντήθηκε με το στόλο.

Το τμήμα του Κρατερού, που βάδιζε στη δεξιά όχθη του Υδάσπη, μετά τη συμβολή των ποταμών βρέθηκε αυτόματα στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Τα τμήματα του Ηφαιστίωνα και του Φιλίππου, που βάδιζαν στην αριστερή όχθη του Υδάσπη, μόλις έφτασαν στη συμβολή, πέρασαν στην απέναντι όχθη. Έτσι μετά τη συμβολή του Υδάσπη στον Ακεσίνη, όλη η στρατιά βρισκόταν στη δεξιά όχθη του Ακεσίνη. Ο Αλέξανδρος τη χώρισε σε τρία νέα τμήματα και ξανάρχισε την κάθοδο. Ο Ηφαιστίων ήταν προπομπός σε απόσταση 5 σταθμών από το κυρίως σώμα. Ακολουθούσε το κυρίως σώμα υπό τον Κρατερό με το προηγούμενο τμήμα του (πεζούς και ιππείς), ένα μέρος από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα (τους ελέφαντες, την τάξη του Πολυπέρχοντα και τους ιπποτοξότες) και όλο το προηγούμενο τμήμα του Φιλίππου (τους 120.000 βαρβάρους από διάφορα έθνη). Τρεις σταθμούς πίσω από το κυρίως σώμα ακολουθούσε ο Πτολεμαίος του Λάγου με την οπισθοφυλακή, που μάλλον προερχόταν από το προηγούμενο τμήμα του Ηφαιστίωνα. Στο τμήμα του Κρατερού ο Αλέξανδρος είχε τοποθετήσει και τις δυνάμεις εκείνες, που θεωρούσε ύποπτες λιποταξίας, και είχε αναθέσει να τις συλλαμβάνουν ο προπομπός ή η οπισθοφυλακή, ανάλογα αν θα λιποτακτούσαν προς τα εμπρός ή προς τα πίσω. Ο Νέαρχος με το στόλο ακολουθούσε σε απόσταση 3 ημερών και επόμενο σημείο συνάντησης όλων των τμημάτων είχε οριστεί η συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, που ήταν και το βόρειο όριο της χώρας των Μαλλών.

Μεταξύ Ακεσίνη και Υδραώτη βρισκόταν η χώρα των Οξυδρακών, τους οποίους προσπέρασε η στρατιά, παρ’ ότι ήταν σύμμαχοι των Μαλλών. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει πιο ανησυχητικές πληροφορίες για τους Μαλλούς απ’ όσο για τους Οξυδράκες. Όταν πλησίασε στην επικράτεια των Μαλλών, πήρε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες, «την τάξη του Πείθωνα από τους λεγόμενους πεζέταιρους», όλους τους ιπποτοξότες, τους μισούς εταίρους, μπήκε σε μία άνυδρη περιοχή και προέλασε εναντίον τους. Την πρώτη μέρα σταμάτησαν σε ένα νερόλακκο περί τα 100 στάδια (περί τα 18,5 χμ) από τον Ακεσίνη, πήραν όσο νερό μπορούσαν να μεταφέρουν και αναπαύθηκαν για λίγο. Την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα πορεύτηκαν περί τα 400 στάδια (74 χμ) και το χάραμα έφτασαν σε μία πόλη, όπου βρίσκονταν πολλοί Μαλλοί. Αυτοί δεν περίμεναν να περάσει ο Αλέξανδρος μέσα από την έρημο, αιφνιδιάσθηκαν έξω από τα τείχη και ασύντακτοι και άοπλοι, όπως ήταν, σκοτώθηκαν οι περισσότεροι, ενώ κάποιοι πρόλαβαν να κλειστούν στην πόλη. Η φάλαγγα των πεζών δεν είχε φτάσει ακόμη και ο Αλέξανδρος χρησιμοποίησε το ιππικό ως χάρακα, για να εγκλωβίσει τους Μαλλούς μέσα στην πόλη. Μόλις ήλθε η φάλαγγα, έστειλε τον Περδίκκα με την ιππαρχία του, εκείνη του Κλείτου καθώς και τους Αγριάνες σε μία γειτονική πόλη, όπου είχαν καταφύγει μερικοί ακόμη Μαλλοί. Ήθελε να τους εγκλωβίσει, για να μην γίνει περισσότερο γνωστή η επιδρομή τους, ώστε να διατηρήσουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Ο Αλέξανδρος προσέβαλε την πόλη του και την κατέλαβε εύκολα. Όσοι Μαλλοί δεν σκοτώθηκαν κατά την κατάληψη, οχυρώθηκαν στη δυσπρόσιτη ακρόπολη, απ’ όπου αμύνθηκαν. Αλλά μόνο για λίγο, διότι η ακρόπολη κατελήφθη με έφοδο και οι 2.000 υπερασπιστές της εξοντώθηκαν. Ο Περδίκκας βρήκε έρημη την πόλη, που έπρεπε να επιτηρήσει. Οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει λίγη ώρα νωρίτερα αναζητώντας καταφύγιο στα γύρω έλη. Ο Περδίκκας τους καταδίωξε με το ιππικό και τους ψιλούς και κατέκοψε, όσους πρόλαβε πριν από τα έλη.

Το τμήμα του Αλεξάνδρου δείπνησε και την ώρα της πρώτης νυχτερινής βάρδιας συνέχισε την πορεία. Κάλυψε μεγάλη απόσταση και τα χαράματα έφτασε στον Υδραώτη, όπου πληροφορήθηκε ότι δυνάμεις των Μαλλών είχαν αρχίσει να υποχωρούν στην ανατολική όχθη του ποταμού. Προέλασε γρήγορα προς τον πόρο, που χρησιμοποιούσαν, και τους πρόλαβε πριν περάσουν όλοι απέναντι. Με το ιππικό κατέκοψε τους τελευταίους και καταδίωξε τους υπόλοιπους, ενώ η φάλαγγα ακολουθούσε. Το μεγαλύτερο μέρος των Μαλλών πρόλαβε να συγκεντρωθεί σε μία οχυρή και περιτειχισμένη τοποθεσία. Μόλις έφτασε και η φάλαγγα, ο Αλέξανδρος προέλασε προς τον επόμενο στόχο, αφήνοντας τον Πείθωνα με δύο ιππαρχίες και την τάξη του να εκπορθήσει το οχυρό. Ο Πείθων κατέλαβε το οχυρό με έφοδο, εξανδραπόδισε όσους επέζησαν από την έφοδο και προσκολλήθηκε στο τμήμα του Αλεξάνδρου.

Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε εχθρούς ή απείθαρχους πάνω στις υδάτινες οδούς και ήταν αποφασισμένος να υποτάξει οπωσδήποτε τους Μαλλούς. Έτσι, όταν έμαθε ότι μερικοί απ’ αυτούς είχαν καταφύγει σε μία βραχμανική πόλη, προέλασε εναντίον της. Περικύκλωσε τα τείχη με τη φάλαγγα σε πυκνό σχηματισμό και επιτέθηκε από παντού, ενώ το μηχανικό υπέσκαπτε τα τείχη και τα τοξεύματα θέριζαν τους υπερασπιστές. Οι Μακεδόνες μπήκαν στην πόλη και οι Ινδοί υποχώρησαν προς την ακρόπολη. Δεν είχαν περάσει όλοι μέσα από τα τείχη της, όταν τους επιτέθηκαν λίγοι Μακεδόνες. Οι Μαλλοί αντεπιτέθηκαν, τους απώθησαν εύκολα και σκότωσαν γύρω στους 25 Μακεδόνες. Τότε έφτασαν και οι άλλοι Μακεδόνες, που τοποθέτησαν τις κλίμακες και άρχισαν να υποσκάπτουν τα τείχη της ακρόπολης. Μόλις γκρεμίστηκε ένας πύργος και τμήμα του μεσοπυργίου, ο Αλέξανδρος ανέβηκε πρώτος στα τείχη και ακολούθησαν οι άντρες του από όλες τις πλευρές. Απτόητοι οι Μαλλοί πολέμησαν σκληρά μέχρι τέλους, ενώ μερικοί έβαλαν φωτιά στα σπίτια και κάηκαν ζωντανοί. Από τους 5.000 υπερασπιστές έζησαν πολύ λίγοι και λόγω της εξαιρετικής ανδρείας τους ο Αλέξανδρος δεν τους εξανδραπόδισε, αλλά τους πήρε αιχμαλώτους.

Οι Μακεδόνες αναπαύθηκαν εκεί μία μέρα και συνέχισαν την προέλαση κατά των υπολοίπων Μαλλών, οι οποίοι όμως είχαν εγκαταλείψει τις πόλεις τους και οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην έρημο. Η στρατιά αναπαύθηκε άλλη μία μέρα και την επομένη ο Αλέξανδρος έστειλε τον Πείθωνα με την τάξη του, τον Δημήτριο με την ιππαρχία του και όσες τάξεις ψιλών χρειάζονταν στα παραποτάμια δάση, για να τα εκκαθαρίσουν από όσους κρύβονταν εκεί. Όμως κανένας Μαλλός δεν παραδόθηκε, όλοι προτίμησαν να σκοτωθούν πολεμώντας. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος με την υπόλοιπη δύναμη κατευθύνθηκε εναντίον της μεγαλύτερης πόλης, όπου είχαν συγκεντρωθεί Μαλλοί κι από άλλες πόλεις. Όταν πλησίασαν οι Μακεδόνες, οι Μαλλοί κατά την συνήθη τακτική των Ινδών εγκατέλειψαν την πόλη και πέρασαν τον Υδραώτη, αλλά αυτή τη φορά δεν διασκορπίστηκαν, παρατάχθηκαν για μάχη στην απέναντι όχθη. Ο Αλέξανδρος δεν ανησύχησε ούτε από τους 50.000 παρατεταγμένους Μαλλούς ούτε από τις ψηλές όχθες, που κατείχαν, και μπήκε με το ιππικό στο ποτάμι, έτσι όπως ήταν από την πορεία. Παραδόξως και αντίθετα προς κάθε λογική, εκείνοι δεν έμειναν στις θέσεις τους, για να τον εμποδίσουν να βγει, αλλά υποχώρησαν συντεταγμένοι. Δηλαδή, εγκατέλειψαν το εξαιρετικό υδάτινο κώλυμα του Υδραώτη, όπου θα μπορούσαν να καθηλώσουν ολόκληρη τη δύναμη του Αλεξάνδρου. Μόλις βγήκε το εταιρικό ιππικό στην όχθη, οι Μαλλοί επιτέθηκαν με σφοδρότητα. Επειδή η φάλαγγα των Ινδών ήταν πολύ πυκνή, ο Αλέξανδρος άρχισε να την περιϊππεύει και να κάνει σποραδικές επιθέσεις, αποφεύγοντας την κατά μέτωπο εμπλοκή. Έτσι τους καθήλωσε, ώσπου έφτασαν οι Αγριάνες, οι τοξότες και οι άλλοι επίλεκτοι ψιλοί. Όταν πια οι Μαλλοί είδαν να πλησιάζει και η μακεδονική φάλαγγα, αντιλήφθηκαν τη μειονεκτική θέση, στην οποία εντελώς αδικαιολόγητα είχαν φέρει τους εαυτούς τους, και έκαναν κι άλλο ένα σφάλμα, ακόμη μεγαλύτερο και ακόμη πιο ακατανόητο από το πρώτο. Εγκατέλειψαν τη μάχη και τράπηκαν σε φυγή προς την καλύτερα οχυρωμένη από τις κοντινές τους πόλεις, εκτεθειμένοι στην επέλαση του εταιρικού ιππικού. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε και σκότωσε πολλούς κατά τη φυγή τους. Όσοι γλύτωσαν, κλείστηκαν στην πόλη, την οποία περικύκλωσε το ιππικό. Όταν έφτασαν και οι πεζοί, στρατοπέδευσαν γύρω από τα τείχη, διότι αφενός θα έπεφτε η νύχτα πριν προλάβουν να κάνουν την πρώτη έφοδο και αφετέρου ήταν όλοι εξουθενωμένοι από την ολοήμερη καταδίωξη.


Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου
(Αρριανός ΣΤ.11, Πλούταρχος Αλέξανδρος 63.8-12, Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής 345.4, Διόδωρος ΙΖ.98.2-99.6, Κούρτιος 9.4.27-29, Ιουστίνος 12.9.5-13)

Την επομένη η στρατιά χωρίστηκε σε δύο τμήματα, υπό τον Αλέξανδρο και τον Περδίκκα αντίστοιχα, και ετοιμαζόταν να προσβάλει τα τείχη, όταν ο μάντης Δημοφών είπε στον Αλέξανδρο να εγκαταλείψει την πολιορκία, διότι οι οιωνοί προέβλεπαν σοβαρό τραυματισμό του. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο Αλέξανδρος είχε σοβαρούς λόγους να είναι οργισμένος με τους μάντεις της ακολουθίας του, οι οποίοι αντί να τον βοηθούν να χειραγωγεί τη στρατιά, του έφερναν εμπόδια. Όταν τον προκαλούσαν οι Σκύθες στον Ιαξάρτη, ο Αρίστανδρος αρνήθηκε να παρερμηνεύσει τους δυσμενείς οιωνούς και όταν οι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφασι, οι μάντεις και πάλι αρνήθηκαν να παρερμηνεύσουν τους δυσμενείς οιωνούς. Έτσι ο Αλέξανδρος επέπληξε ευθέως τον Δημοφώντα, διότι η μαντεία του υπονόμευε τη μαχητικότητα των Μακεδόνων και προχώρησε στην πολιορκία.

Οι ινδικές πόλεις δεν είχαν τις οχυρώσεις των μεσογειακών ή μεσοποταμιακών πόλεων, στην εκπόρθηση των οποίων οι Μακεδόνες είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, και τα συνήθως χωμάτινα ινδικά τείχη δεν άντεχαν τις εφόδους τους. Έτσι κι αυτή η πόλη των Μαλλών έπεσε εύκολα, όμως η μεγάλη εμπειρία των Μακεδόνων και η σχετικά ασθενής οχύρωση της πόλης μετέτρεψαν την αυτοπεποίθησή τους σε υπεροψία, που τους οδήγησε σε μία σειρά από παιδαριώδη σφάλματα. Ίσως πάλι τα σφάλματα να προκλήθηκαν από ψυχική κόπωση και απροθυμία των Μακεδόνων για άλλους κινδύνους. Οι περισσότεροι δεν πήραν μαζί τους πολιορκητικές κλίμακες και, ενώ το τμήμα του Αλεξάνδρου παραβίασε μία μικρή πύλη και μπήκε εύκολα στην πόλη, το τμήμα του Περδίκκα καθυστέρησε πολύ να ανέβει στα τείχη. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσυντονιστούν τα δύο τμήματα και να εκνευριστεί ο Αλέξανδρος.

Οι Ινδοί είχαν υποχωρήσει στην ακρόπολη αποφασισμένοι να την υπερασπιστούν, ο Περδίκκας αγωνιζόταν να καταλάβει τα τείχη και οι κλίμακες δεν είχαν έλθει ακόμη. Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτοι Μακεδόνες, που έφερναν κλίμακες, ο Αλέξανδρος εκνευρισμένος από τις βλακείες, που είχαν κάνει, άρπαξε μία και άρχισε να ανεβαίνει στα τείχη της ακρόπολης καλυπτόμενος κάτω από την ασπίδα του. Τον ακολουθούσαν ο υπασπιστής Πευκέστας με την ιερή ασπίδα από το ναό της Ιλιάδας Αθηνάς και ο σωματοφύλακας Λεοννάτος, ενώ ο διμοιρίτης Αβρέας ανέβαινε από άλλη κλίμακα. Φυσικά, ούτε σ’ αυτό το σημαντικό περιστατικό μπορούσαν να είναι απόλυτα σύμφωνοι όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς και μόνο για τον Πευκέστα συμφωνούν. Κάποιοι μάλιστα είχαν γράψει ότι μαζί με τον Αλέξανδρο ήταν ο Πευκέστας και ο Πτολεμαίος του Λάγου. Ωστόσο ο ίδιος ο Πτολεμαίος έγραψε ότι δεν βρισκόταν καν σ’ εκείνη την πόλη, αλλά ήταν επικεφαλής άλλης δύναμης και πολεμούσε εναντίον άλλων Ινδών. Κάποιοι άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, προφανώς έκριναν ασθενή τη μνήμη του Πτολεμαίου και αποφάσισαν ότι εκείνος, που ήταν σωματοφύλακας και όχι ο απλός υπασπιστής Πευκέστας, έσωσε τον Αλέξανδρο και γι’ αυτό του απένειμαν τον τίτλο του Σωτήρος. Ο Πλούταρχος αναφέρει τον Πευκέστα και κάποιον Λιμναίο. Οι Διόδωρος, Κούρτιος και Ιουστίνος λένε ότι ο Πευκέστας ανέβηκε αργότερα, μαζί με τους άλλους υπασπιστές, και ότι μέχρι τότε ο Αλέξανδρος πολεμούσε μόνος του.

Μόλις ο Αλέξανδρος πάτησε τα τείχη, απώθησε τους Μαλλούς από εκείνο το σημείο, άλλους χτυπώντας τους με την ασπίδα του και άλλους σκοτώνοντάς τους με το ξίφος του. Γνωρίζουμε, ο Αλέξανδρος έφερε κοπίδα, άρα εδώ είτε έχουμε ανακρίβεια των αρχαίων ιστορικών, είτε ο Αλέξανδρος πράγματι χρησιμοποίησε το δευτερεύον αγχέμαχο όπλο των πεζών, επειδή κι εκείνος μαχόταν πεζός. Οι υπασπιστές βλέποντας το βασιλιά τους μόνο του πάνω στα τείχη, ανάμεσα στους εχθρούς, τρομοκρατήθηκαν και ολοκλήρωσαν την αλληλουχία των λαθών. Από τη βιασύνη τους, ανέβηκαν πολλοί μαζί στις κλίμακες, που έσπασαν από το βάρος, αποκόπτοντας μόνους ανάμεσα στους Ινδούς τον Αλέξανδρο, τον Πευκέστα, τον Λεοννάτο και τον Αβρέα. Δεν είχαν άλλη επιλογή ο μεν Αλέξανδρος από το να επιδιώξει τον ηρωικό θάνατο, που αρμόζει σε ένα δοξασμένο βασιλιά, οι δε άλλοι τρεις από το να σκοτωθούν προστατεύοντας τον βασιλιά τους.

Από τη λαμπρότητα των όπλων του και τη μεγάλη του τόλμη, οι Μαλλοί κατάλαβαν ποιόν είχαν μπροστά τους και δίστασαν να του επιτεθούν. Επειδή από τους γύρω πύργους έβαλλαν εναντίον του, ο Αλέξανδρος από τις επάλξεις πήδηξε στο εσωτερικό της ακρόπολης και, για να προστατέψει τα νώτα του, ακούμπησε την πλάτη στο τείχος. Ο αρχηγός των Ινδών του επιτέθηκε, ο Αλέξανδρος τον σκότωσε και οι άλλοι παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Αλέξανδρος τους πετούσε πέτρες και χτυπούσε με το ξίφος του όποιον πλησίαζε περισσότερο. Οι Ινδοί δεν τόλμησαν να πλησιάσουν περισσότερο, αλλά τον περικύκλωσαν και του έρριχναν ό,τι εύρισκαν. Μόλις έφτασαν δίπλα του και οι άλλοι τρεις Μακεδόνες, ο Αβρέας χτυπήθηκε από βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε, ενώ ένα άλλο βέλος χτύπησε τον Αλέξανδρο στο στήθος. Διαπέρασε τον λινοθώρακά του και καρφώθηκε στα πλευρά πάνω από τον αριστερό μαστό. Παρά το σοβαρό τραυματισμό του συνέχισε να μάχεται για λίγο, αλλά μετά λιποθύμησε από την αιμορραγία. Ο Πευκέστας με την ιερή ασπίδα και ο Λεοννάτος στάθηκαν από πάνω του, για να τον προστατέψουν από τις βολές. Με εξαίρεση τον Αρριανό, που δίνει την παραπάνω περιγραφή, οι υπόλοιποι αρχαίοι ιστορικοί προβάλλουν υπερβολικά τη μαχητική ικανότητα του βαριά τραυματισμένου Αλεξάνδρου και πριν χάσει τις αισθήσεις του τον θέλουν να σκοτώνει τον κακό Ινδό, που τόλμησε να τον τραυματίσει. Μάλιστα, ο Ιουστίνος θέλει τον Αλέξανδρο «να κατακόπτει ή να απωθεί ολομόναχος πολλές χιλιάδες» εχθρών.

Στο μεταξύ οι υπασπιστές, που κατάφεραν να καταστρέψουν τις κλίμακες και να καθηλωθούν έξω από τα τείχη, αναζητούσαν τρόπους να αναρριχηθούν. Έμπηγαν πασσάλους στο χωμάτινο τείχος και σκαρφάλωναν με δυσκολία. Ανεβαίνοντας στο τείχος είδαν τον Αλέξανδρο λιπόθυμο και έτρεξαν να βοηθήσουν τον Πευκέστα και τον Λεοννάτο, που αντιστέκονταν σθεναρά. Κάποιοι απ’ αυτούς έσπασαν τον μοχλό, που ασφάλιζε την πύλη του μεταπυργίου, και οι υπόλοιποι, έξω από τα τείχη, χτυπούσαν με ορμή τους ώμους τους πάνω της, ώσπου την παραβίασαν και εισέβαλαν στην ακρόπολη. Αναστατωμένοι από τα λάθη τους και έξαλλοι από τον τραυματισμό του βασιλιά τους, ο οποίος δεν ήξεραν αν ζούσε ή όχι, οι Μακεδόνες έσφαξαν όλους τους Μαλλούς, ακόμη και τα γυναικόπαιδα.

Οι εταίροι χρησιμοποιώντας την ασπίδα του Αλεξάνδρου ως φορείο, τον μετέφεραν στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Σύμφωνα με τον Πτολεμαίο, από την πληγή εκτός από αίμα έβγαινε και η αναπνοή του, κάτι που σημαίνει ότι το βέλος είχε τρυπήσει και τους πνεύμονες. Το βέλος των Μαλλών είχε σφηνωθεί για τα καλά στα οστά του θώρακα, στο ύψος του μαστού, μπροστά από την καρδιά του και δεν έβγαινε. Έτσι δεν μπορούσαν να του βγάλουν το λινοθώρακα και φοβόντουσαν μήπως οι κραδασμοί απ’ το πριόνισμα του στελέχους σπάσουν τα πλευρά και προκληθεί εσωτερική αιμορραγία. Τελικά τους παρότρυνε ο ίδιος να το πριονίσουν. Με μεγάλη δυσκολία και κόπο πριόνισαν το ξύλινο βέλος, για να μπορέσουν να του βγάλουν το λινοθώρακα, και μετά προσπάθησαν να βγάλουν την ακίδα. Η πληγή είχε μήκος 4 δακτύλους (περίπου 7,4 εκ) και πλάτος 3 (περίπου 5,5 εκ). Μόλις έβγαλαν την ακίδα, προκλήθηκε μεγάλη αιμορραγία και ο Αλέξανδρος ξανάχασε τις αισθήσεις του. Αυτός που αφαίρεσε το βέλος, ήταν ο γιατρός Κριτόδημος από το νησί της Κω και από το γένος των Ασκληπιαδών.

Σύμφωνα όμως με τον Πλούταρχο και άλλους μη σωζόμενους ιστορικούς δεν υπήρχε γιατρός εκεί κοντά και ο Αλέξανδρος διέταξε τον Περδίκκα να σκίσει την πληγή με το ξίφος του και να βγάλει το βέλος. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου διέθετε όχι μόνο γιατρούς, αλλά και ολόκληρη υγειονομική υπηρεσία. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε από την ταχεία προέλαση του εταιρικού ιππικού και να συμπεράνουμε ότι επρόκειτο για μία καταδρομική επιχείρηση, στην οποία ασφαλώς δεν έχουν θέση οι γιατροί. Κατά την προέλαση εναντίον των Μαλλών, τα τμήματα της στρατιάς παραδίδεται ότι ενεπλάκησαν κατά σειρά, όπως ακριβώς είναι αναμενόμενο από τη σχετική ταχύτητα κίνησής τους: ιππείς – ψιλοί – οπλίτες – μηχανές. Οι μηχανές μεταφέρονταν αποσυναρμολογημένες με σκευοφόρα και, εφόσον ούτως ή άλλως υπήρχαν σκευοφόρα και μάλιστα με πολύ βαρύ φορτίο, ήταν απόλυτα λογικό να προστεθούν μερικά ακόμη για τους γιατρούς και το φαρμακευτικό υλικό. Επιπλέον, αν δεν υπήρχαν γιατροί και σκευοφόρα του Υγειονομικού Σώματος, θα ήταν αδύνατη η περίθαλψη και διακομιδή των τραυματιών, που είναι εκ των ων ουκ άνευ σε τακτικές επιχειρήσεις τακτικών στρατιωτικών τμημάτων. Τέλος, το σοβαρότατο τραύμα του Αλεξάνδρου, οι ευθύνες και οι συνέπειες από τυχόν μοιραία κατάληξη, δεν επέτρεπαν την αντιμετώπιση της κατάστασης επί τόπου, αλλά επέβαλλαν τη μεταφορά του στο στρατόπεδο, το οποίο άλλωστε ήταν μπροστά από τα τείχη. Το μόνο λογικό λοιπόν είναι να δεχθούμε ότι η εγχείρηση και η αντιμετώπιση της αιμορραγίας έγιναν από γιατρό και όχι από στρατιωτικό.

Ο βαρύς τραυματισμός του Αλεξάνδρου κατά την άλωση της ειρωνικά ανώνυμης πόλης των Μαλλών έγινε φήμη ότι σκοτώθηκε και - όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις - μεταδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα σε όλη τη στρατιά, μέχρι το κεντρικό στρατόπεδο στη συμβολή του Υδραώτη με τον Ακεσίνη, αλλά και στα μετώπισθεν. Τρόμος κατέλαβε τους Μακεδόνες και πολλά ερωτηματικά τους βασάνιζαν. Ποιός από τους πολλούς καταξιωμένους στρατηγούς θα τον αντικαθιστούσε; Πόσο ομαλή θα ήταν η διαδοχή; Τι θα γινόταν με τους υποταγμένους λαούς, που ευκαιρία περίμεναν να επαναστατήσουν; Τι θα γινόταν με τους βαρβάρους της στρατιάς, κάποιοι από τους οποίους ήταν ήδη ύποπτοι λιποταξίας; Η στρατιά βρισκόταν στην πιο άγνωστη περιοχή της Ασίας, οι λαοί εκεί ήταν οι πιο γενναίοι και πιο αξιόμαχοι και η απόσταση, που μεσολαβούσε ως τις ασφαλείς περιοχές, ήταν τεράστια. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου εκείνη τη στιγμή τους φαινόταν να ισοδυναμεί με το δικό τους αφανισμό.

Όπως ήταν επόμενο, τη βεβαιότητα για το θάνατο του Αλεξάνδρου, που είχε δημιουργήσει η φημολογία μιάς εβδομάδας από την ημέρα του τραυματισμού, δεν μπορούσε να τη διαλύσει ούτε η ανακοίνωση ότι ζει, ούτε η επιστολή του ότι επέστρεφε στο κεντρικό στρατόπεδο. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι την είχαν πλαστογραφήσει οι σωματοφύλακες και οι στρατηγοί, για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Όταν το πλοίο, που τον μετέφερε, πλησίασε στο στρατόπεδο, ο Αλέξανδρος διέταξε να αφαιρέσουν τη σκηνή από την πρύμνη, ώστε να τον δει όλο το στρατόπεδο πάνω στο φορείο. Όμως η απελπισία, που είχε καταλάβει τους Μακεδόνες ήταν τέτοια, ώστε πίστεψαν ότι τον έβλεπαν νεκρό. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το χέρι του και χαιρέτισε τη στρατιά, που επιτέλους πείστηκε ότι ήταν ζωντανός. Τότε όλοι αναβόησαν ανακουφισμένοι και κάποιοι έκλαιγαν από τη χαρά τους. Επειδή η ψυχολογία της στρατιάς είχε κλονιστεί σοβαρά, όταν το πλοίο σταμάτησε στην όχθη, ο Αλέξανδρος δεν δέχθηκε να ανεβεί σε φορείο, αλλά πήγε έφιππος ως τη σκηνή του, όπου αφίππευσε και περπάτησε, για να πεισθούν όλοι ότι δεν είχε πάθει κάποια ανεπανόρθωτη βλάβη. Από το πλοίο ως τη σκηνή του η στρατιά τον επευφημούσε, τον χειροκροτούσε και τον έραινε με ταινίες και λουλούδια. Υπήρξαν όμως και οι δύσπιστοι, που χρειάστηκε να τον αγγίξουν ή να τον δουν από πολύ κοντά, για να πεισθούν τελείως. Κάποιοι απ’ τους εταίρους βρήκαν την ευκαιρία και του καταλόγισαν ότι διακινδυνεύει στη μάχη όχι ως στρατηγός αλλά ως στρατιώτης. Είχαν απόλυτο δίκιο κι ο ίδιος ασφαλώς το γνώριζε, αλλά η παρορμητική του φύση αυτό ακριβώς υπαγόρευε.

Η αντίδραση των Μακεδόνων στον τραυματισμό του Αλεξάνδρου δείχνει τη βαθιά εκτίμησή τους προς το πρόσωπό του. Μία εκτίμηση, που δεν είχε κλονισθεί ούτε από τη δολοφονία του Παρμενίωνα, ούτε από το φόνο του Κλείτου, ούτε από τη σύλληψη του Καλλισθένη, ούτε από τις βαρβαρικές συνήθειες που είχε υιοθετήσει, ούτε από την προσκύνηση που απαιτούσε. Όσο κι αν τους εξόργιζε, όσα κι αν του καταμαρτυρούσαν, ο Αλέξανδρος παρέμενε ο βασιλιάς που τους οδήγησε στη δόξα, ο στρατηγός που εμπιστεύονταν να τους οδηγήσει με ασφάλεια έξω από τις επικίνδυνες βαρβαρικές χώρες.

Στο μεταξύ η φήμη ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί έφτασε πολύ μακρυά. Οι Έλληνες, τους οποίους είχε εποικίσει στη Βακτρια και τη Σογδιανή παρά τη θέλησή τους, δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ζωή ανάμεσα στους βαρβάρους και θεώρησαν ότι με το θάνατό του, άνοιγε ο δρόμος της επιστροφής τους. Όπως είχε προειδοποιήσει ο Κοίνος, συγκεντρώθηκαν περί τους 3.000, όλοι εμπειροπόλεμοι και αποφασισμένοι να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ξεκίνησαν μία μακρά, δύσκολη και κοπιαστική πορεία και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Περδίκκας επρόκειτο να στείλει εναντίον τους τον Πείθωνα.

Πάντως στις χώρες της Ινδίας η φήμη του θανάτου διαψεύστηκε γρήγορα. Όσοι Μαλλοί δεν είχαν υποταχθεί ακόμη, αποκαρδιωμένοι από τις αποτυχίες και τις συμφορές των προηγουμένων και φοβούμενοι το μένος των Μακεδόνων μετά τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου, έστειλαν πρέσβεις και παραδόθηκαν. Το ίδιο έκαναν και οι σύμμαχοί τους, οι Οξυδράκες, που έστειλαν μία πολυπληθέστατη πρεσβεία, αποτελούμενη από τους διοικητές των πόλεων, τους νομάρχες και άλλους 150 επιφανείς πολίτες. Αυτοί, θέλοντας να διατηρήσουν στοιχειωδώς τα προσχήματα, του είπαν ότι περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο ήθελαν την ελευθερία τους, αλλά, αφού ο Αλέξανδρος είχε θεϊκή καταγωγή, δέχονταν να του δώσουν ομήρους, να υπαχθούν στη σατραπεία του Φιλίππου και να πληρώνουν τους φόρους, που θα τους όριζε.

από τον ιστότοπο:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου