Αναγνώστες

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ & ΓΕΝΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Α

Αβισάρης: ο βασιλιάς της Αβισάρας, δηλαδή της χώρας των ορεσίβιων Ινδών (του σημερινού Κασμίρ και Τζαμμού). Επεχείρησε να ενισχύσει τους Ασσακηνούς, όταν ο Αλέξανδρος επιχειρούσε κατά των πρόσω Ινδών (327) και στη συνέχεια προσπάθησε να συμμαχήσει με τον Πώρο κατά του Αλεξάνδρου, αλλά μετά την ήττα του πρώτου (326), έστειλε πρέσβεις με χρήματα και 40 ελέφαντες και έθεσε στη διάθεση του Αλεξάνδρου τον εαυτό του και τη χώρα του. Λίγους μήνες αργότερα, κατά την επιστροφή του Αλεξάνδρου από τον Ύφασι του έστειλε πάλι βασιλικά δώρα και άλλους 30 πολεμικούς ελέφαντες.

Αβρέας: διμοιρίτης, που αναφέρεται μόνο από τον Αρριανό (6.9.3 & 6.10.1-2). Στην πολιορκία της ανώνυμης πόλης των Μαλλών, όπου ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε σχεδόν θανάσιμα, ο βασιλιάς, ο Λεοννάτος και ο Πευκέστας ανέβηκαν στα τείχη από την ίδια κλίμακα και ο Αβρέας από μίαν άλλη. Σχεδόν μόλις πάτησε το πόδι του στα τείχη, ο Αβρέας χτυπήθηκε από ένα ινδικό βέλος στο πρόσωπο και σκοτώθηκε.

Αγάθων του Τυρίμμα: Στη μάχη του Γρανικού (334) ήταν επικεφαλής των Θρακών και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) επικεφαλής των Οδρυσών ιππέων.

Αγαμέμνων: βασιλιάς του Άργους (δηλαδή μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου), που είχε πρωτεύουσα τις Μυκήνες. Έζησε τον 13ο π.Χ. αιώνα, όταν δεν είχαν υιοθετηθεί ακόμη τα κοινά εθνικά ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» και επειδή οι Μυκήνες ήταν το ισχυρότερο βασίλειο, όλη εκείνη η περίοδος (1600-700) ονομάσθηκε μυκηναϊκή. Ο Αγαμέμνων με την ιδιότητα του Ηγεμόνος της Ελλάδος, όπως θα λέγαμε σε όρους της κλασσικής περιόδου, συγκέντρωσε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες και ως αρχιστράτηγος ή στρατηγός αυτοκράτωρ κύρηξε τον Τρωικό πόλεμο.

Αγηνόριο: ιερό προς τιμήν του Αγήνορος, αρχαίου βασιλιά των Φοινίκων και ιδρυτή της Τύρου και της Σιδώνας.

Άγις: βασιλιάς της Σπάρτης. Το 335 ήρθαν στην Ελλάδα πρέσβεις του Δαρείου με 300 τάλαντα, εκ των οποίων ο Άγις πήρε τα 230 και ο Δημοσθένης τα υπόλοιπα. Το χειμώνα του 333 συναντήθηκε στην υπό περσική κατοχή Σίφνο με τον Φαρνάβαζο και τον Αυτοφραδάτη, για να οργανώσουν την από κοινού δράση κατά των δυνάμεων του Αλεξάνδρου και του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Εκεί πληροφορήθηκαν την ήττα του Δαρείου στην Ισσό και ενέτειναν τις δραστηριότητές τους. Οι Πέρσες αποσύρθηκαν στα κατεχόμενα νησιά, για να αποτρέψουν εξέγερση των Ελλήνων, που είχαν αναθαρρήσει με τη νίκη του Αλεξάνδρου, ενώ ο Άγις έστειλε τον αδελφό του με 30 ακόμη τάλαντα, 10 τριήρεις και Έλληνες μισθοφόρους στην Κρήτη, για να τη θέσει υπό τον περσικό έλεγχο. Ο ίδιος ο Άγις πήρε μέρος στις περσικές επιχειρήσεις του Αιγαίου. Μετά τη νίκη του Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα κι ενώ ο Αντίπατρος ήταν απασχολημένος στη Θράκη με τον Μέμνονα, ο Άγις ξεσήκωσε κυρίως τους Πελοποννησίους και συγκέντρωσε 20.000 πεζούς και 200 ιππείς. Ο Αντίπατρος έκλεισε άρον-άρον το μέτωπο στη Θράκη και προέλασε νότια, ενώ ο Αλέξανδρος έθεσε στη διάθεσή του 3.000 τάλαντα. Το Μάιο του 330 τα δύο αντίπαλα στρατεύματα συγκρούσθηκαν κοντά στη Μεγαλόπολη, όπου νίκησε ο Αντίπατρος και σκοτώθηκε ο Άγις.

Άδα: η κόρη του Πιξώδαρου λεγόταν Άδα, όπως και η αδελφή του, την οποία εκθρόνισε και σφετερίσθηκε το θρόνο. Προφανώς το όνομα Άδα ήταν συνηθισμένο στον βασιλικό Οίκο της Καρίας.

Αδαίος: ήταν χιλίαρχος και στην πολιορκία της Αλικαρνασσού, όπου σκοτώθηκε, διοικούσε τάξη πεζών υπό τον Πτολεμαίο.

Άδμητος (=αδάματος = ατρόμητος): βασιλιάς των Φερρών. Κατά τον Όμηρο είχε συμμετάσχει στην Τρωική εκστρατεία στέλνοντας το γιο του Εύμηλο ως διοικητή των στρατευμάτων των Φερραίων, ενώ το βασίλειό του περιελάμβανε όλη την περιοχή μέχρι τον Παγασητικό κόλπο, όλη την πεδιάδα του Αλμυρού ως το όρος Όθρυς και τα ανάκτορά του νρίσκονταν στο Χαλκωδόνιο όρος. Τα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν τον Όμηρο. Οι δύο σημαντικότεροι μύθοι σχετικά με τον Άδμητο αναφέρονται στο γάμο του με την Αλκήστιδα και στην εργασία του Απόλλωνα. Ο Απόλλων τιμωρήθηκε από το Δία να υπηρετήσει επί 9 χρόνια τον Άδμητο, του οποίου η ευγένεια και προσήνεια εντυπωσίασαν τον τιμωρημένο θεό. Ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς του Άδμητου, ο Απόλλων πολλαπλασίασε τα κοπάδια του και τον βοήθησε να παντρευτεί την Αλκήστιδα. Όμως κατά τη γαμήλια εορτή ο Άδμητος δεν θυσίασε στην Αρτέμιδα, που απαίτησε το θάνατό του. Ο Απόλλων πέτυχε ένα συμβιβασμό: να απαλλαγή ο Άδμητος από το θάνατο, αν κάποιος προσφερόταν ακούσια να πάρει τη θέση του. Η Άλκηστις προσεφέρθη και πέθανε στη θέση του, αλλά η Περσεφόνη η Περσεφόνη εκτιμώντας τη συζυγική πίστη και αυτοθυσία της, την ξανάστειλε από τον Άδη στον πάνω κόσμο.

Αιακός: μυθολογείται ως γιος του Δία και της Αιγίνης. Ήταν από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας και οι απόγονοί του ονομάσθηκαν Αιακίδες. Από αυτούς ο Αχιλλέας, ο Νεοπτόλεμος και ο Τελαμώνιος Αίας διέπρεψαν στον Τρωικό Πόλεμο. Στο γένος των Αιακιδών ανήκε και ο νικητής της μάχης του Μαραθώνα, ο Μιλτιάδης, αλλά κι ο Μέγας Αλέξανδρος μέσω της μητέρας του Ολυμπιάδας (Ιουστίνος 11.3.1).

Αιγές: ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Στις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα η αρχική γη των Μακεδόνων, η Μακεδονίς, περιελάμβανε το όρος Βέρμιο και τις γύρω περιοχές. Σύμφωνα με το μύθο ο ιδρυτής του βασιλείου, ο Περδίκκας Α΄, ακολούθησε ένα κοπάδι από κατσίκια (αἶγες) και στο σημείο όπου σταμάτησαν, αποφάσισε να χτίσει την πρωτεύουσά του, την οποία γι’ αυτόν το λόγο ονόμασε Αιγές. Την εποχή εκείνη η Μακεδονίς συνόρευε προς Βορρά με τους Βοττιαίους, προς Ανατολάς με τους Πίερες, προς Νότο με τους Περραιβούς και προς Δυσμάς με τους Εορδαίους. Οι Αιγές ετοποθετούντο στα ΒΑ του Βερμίου μέχρι το 1978, οπότε ο καθηγητής Μανώλης Ανδρόνικος ανακάλυψε στη Βεργίνα δύο ασύλητους βασιλικούς τάφους. Στο μεγάλο τάφο βρέθηκαν δύο ταφές (καμένα και πλυμένα οστά) σε χρυσές λάρνακες. Τα οστά της μίας λάρνακας ανήκαν σε άνδρα 40-50 ετών (Φίλιππος Β΄) της δε άλλης σε γυναίκα 23-27 ετών (Κλεοπάτρα). Στο δεύτερο τάφο βρέθηκε σε ασημένια υδρία ταφή αγοριού 12-14 ετών (Αλέξανδρος Δ΄). Τα οστά ήταν όλα καμένα και πλυμένα και τις πληροφορίες παρέσχε η ανθρωπολογική τους εξέταση. Μετά την παραπάνω ανακάλυψη κατέστη απόλυτα σαφές ότι η Βεργίνα ταυτίζεται με τις αρχαίες Αιγές. Παρά ταύτα δεν επείσθησαν όλοι οι αρχαιολόγοι, ότι οι τάφοι, που ανασκάφηκαν εκεί, ανήκουν στη βασιλική οικογένεια και ορισμένοι πιστεύουν ότι ανήκουν σε ευγενείς Μακεδόνες, που απέκτησαν τεράστιο πλούτο κατά την εκστρατεία στην Ασία. Επιχειρηματολογούν ακόμη ότι η Βεργίνα δεν μπορεί να ταυτίζεται με τις Αιγές, επειδή βρίσκεται νοτίως του Αλιάκμονα, και συνεπώς ανήκε στην Πιερία, η οποία κατελήφθη από τους Μακεδόνες μετά την ίδρυση των Αιγών. Επ’ αυτού σημειώνουμε απλώς ότι από καμία αρχαία πηγή δεν προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια η μεθόριος μεταξύ Μακεδονίδας και Πιερίας. Ως ισχυρότερη απόδειξη της μη ταύτισης της Βεργίνας με τις αρχαίες Αιγές, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης επικαλούνται την έλλειψη πρώιμων αρχαϊκών ευρημάτων (του 7ου και 6ου π.Χ. αιώνα), δηλαδή της περιόδου που ιδρύθηκαν οι Αιγές. Αλλά κι αυτό το επιχείρημα ουσιαστικά κατέρρευσε μετά το 1988, οπότε άρχισαν να ανακαλύπτονται ευρήματα των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Από τις μέχρι το 2005 ανασκαφές στον ευρύτερο χώρο της Βεργίνας (μόλις στο 1% της νεκρόπολης και στο 0,2% της αρχαίας πόλης) ήλθαν στο φως επιγραφές, που αναφέρονται σε ιερό του Ηρακλή Πατρώου (ως γνωστόν οι Αργεάδες θεωρούσαν ως γενάρχη τους τον Ηρακλή), ενώ σε ιερό της Εύκλειας βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές της Ευρυδίκης, της μητέρας του Φιλίππου και γιαγιάς του Αλεξάνδρου. Κυρίως όμως δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν ότι τα ερείπια του ανακτόρου της Βεργίνας ανήκουν πράγματι σε ανάκτορο, χαμηλότερα από το οποίο βρίσκεται το αρχαίο θέατρο (που ως το 2006 δεν είχε ανασκαφεί και παρουσίαζε την παραπάνω εικόνα) . Τα αρχαιολογικά ευρήματα λοιπόν μέρα με την ημέρα τεκμηριώνουν όλο και εντονότερα την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές.

Αιθίοψ: το όνομα προέρχεται από το ρήμα αἴθω (=καίω) και το ουσιαστικό ὄψ (=πρόσωπο), σημαίνει δηλαδή αυτόν με το καμένο πρόσωπο, τον μαύρο. Έτσι ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες τους λαούς νοτίως της Αιγύπτου. Κατά τον Όμηρο, οι Αιθίοπες ήταν θεοσεβέστατοι και κατοικούσαν στην άκρη του Ωκεανού. Κατά τον Ηρόδοτο, η χώρα τους ήταν η νοτιότερα κατοικημένη.

Αινείας ο Τακτικός: ήταν σύγχρονος του Ξενοφώντα και ασχολήθηκε με την τεχνική πλευρά του πολέμου. Το σωζόμενο έργο του «Τακτικόν υπόμνημα περί του πως χρή πολιορκουμένους αντέχειν» δεν είναι παρά ένα κεφάλαιο από το μεγαλύτερο έργο του, που φαίνεται ότι γράφτηκε περί το 360 π.Χ. Είναι ο παλαιότερος από τους σωζόμενους στρατιωτικούς συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδας και κατά την επικρατέστερη εκδοχή ταυτίζεται με τον Αινεία τον Στυμφάλιο, το στρατηγό που ηγήθηκε του στρατού του Κοινού των Αρκάδων στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. Επειδή ασχολήθηκε με θέματα στρατιωτικής τακτικής του αποδόθηκε το προσωνύμιο Τακτικός.

Ακκαδική: η γλώσσα των παλαιοτέρων κατοίκων της Βαβυλωνίας. Εμφανίσθηκε περί το 3.000 π.Χ. και χρησιμοποιούσε σφηνοειδές αλφάβητο. Ήταν μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας.

Ακροατικές και εποπτικές επιστήμες: σύμφωνα με το Liddell-Scott, ήταν οι υψηλότερες και βαθύτερες διδασκαλίες των φιλοσόφων, που μεταδίδονταν μόνο προφορικά. Όμως, τόσο κατά το Liddell-Scott όσο και κατά το λεξικό της Σούδας, ακροατής είναι ο μαθητής γενικά, ενώ ο επόπτης φαίνεται ότι βρισκόταν στη δεύτερη ή τρίτη βαθμίδα (μύστες - επόπτες - έφοροι) των μυημένων στα Μυστήρια της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Με αυτά τα δεδομένα και το παρακάτω περιστατικό, που παραθέτει ο Πλούταρχος, είναι πολύ πιθανό οι επιστήμες αυτές να συνέδεαν και να συνδύαζαν τη θρησκεία με την πολιτική. Όταν ο Αλέξανδρος προέλαυνε στην Ασία, έμαθε ότι ο Αριστοτέλης είχε εκδώσει κάποια βιβλία σχετικά με τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες και φέρεται να έστειλε στον παλιό του δάσκαλο επιστολή, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη δημοσίευση. Επεσήμαινε ότι, αν οι διδασκαλίες αυτές γίνονταν κτήμα όλων, θα εξισώνονταν πνευματικά οι λίγοι με τους πολλούς και ότι τον ίδιον περισσότερο τον ενδιέφερε να υπερέχει των άλλων στο πνεύμα παρά σε άλλο τομέα.

Αλβανία: δεν πρόκειται για τη σημερινή Αλβανία, που τότε λεγόταν Ιλλυρία. Ήταν χώρα στα Α της Ιβηρίας (της σημερινής Γεωργίας), μεταξύ Καυκάσου, Κασπίας και Αρμενίας. Δηλαδή, εκτεινόταν στη σημερινή αυτόνομη δημοκρατία του Νταγκεστάν και στο Β τμήμα του Αζερμπαϊτζάν. Τη διέρρεαν οι ποταμοί Κύρος (Κούρ) και Αλαζόνιος (Αλαζάνι).

Αλέξανδρος Δ΄: γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης. Γεννήθηκε στη Βαβυλώνα το 323, έναν ή τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος, η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παρέμενε προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, γι’ αυτό αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά οι αριστοκράτες (οι εταίροι και οι σωματοφύλακες) επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και το 316 ο Κάσσανδρος πέτυχε στην Eκκλησία των Μακεδόνων την καταδίκη της Ολυμπιάδας σε θάνατο επί προδοσία και τη δολοφονία της Κλεοπάτρας. Ο κίνδυνος για τον μικρό διάδοχο ήταν πλέον ορατός και το 311 ο δώδεκα ετών Αλέξανδρος Δ΄ και η Ρωξάνη δολοφονήθηκαν κατά διαταγή του Κάσσανδρου στην Αμφίπολη όπου βρίσκονταν. Στο δεύτερο βασιλικό τάφο των Αιγών βρέθηκε μέσα σε ασημένια υδρία η ταφή (τα καμένα και πλυμένα οστά) του Αλέξανδρου Δ΄.

Αλέξανδρος του Αερόπου: εταίρος από το μακεδονικό έθνος των Λυγκηστών. Όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος (336), ήταν από τους πρώτους, που φόρεσαν πολεμική εξάρτηση και έσπευσαν με τον Αλέξανδρο Γ΄ στα ανάκτορα, για να ξεκαθαρίσουν τη συνωμοσία. Λόγω της προθυμίας του και παρ’ ότι τα αδέλφια του, Ηρομένης και Αρραβαίος, είχαν αναμιχθεί στη δολοφονία του Φιλίππου, ο Αλέξανδρος Γ΄ απάλλαξε τον συνονόματό του εταίρο από τις κατηγορίες και τον περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του. Τον έστειλε στη Θράκη ως στρατηγό και αργότερα του ανέθεσε την διοίκηση του θεσσαλικού ιππικού, όταν άφησε τη θέση αυτή ο Κάλας για να γίνει σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας (334). Στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος του Αερόπου απλώς είχε διαχωρίσει τη θέση του από εκείνη των αδελφών του, διότι ήθελε να παραμείνει μέσα στις εξελίξεις και να εδραιώσει τη θέση του στην Αυλή της Μακεδονίας. Παράλληλα είχε δώσει στον αυτόμολο Αμύντα του Αντιόχου επιστολή με προτάσεις και προσφορές προς τον Δαρείο, ζητώντας τη βοήθειά του για να καταλάβει το θρόνο της Μακεδονίας. Το χειμώνα του 334-333 είχε έρθει η ώρα για τον Δαρείο να χρησιμοποιήσει τον εταίρο Αλέξανδρο ως ανάχωμα στην επέλαση του βασιλιά Αλεξάνδρου. Έτσι, ο Μέγας Βασιλεύς εγγυήθηκε στον εταίρο ότι θα τον εγκαθιστούσε βασιλιά στη Μακεδονία και θα του έδινε 1.000 χρυσά τάλαντα, αν σκότωνε τον Αλέξανδρο. Όμως ο κομιστής της επιστολής έπεσε στα χέρια του Παρμενίωνα, ο οποίος επιχειρούσε στη Μεγάλη Φρυγία και μόλις έμαθε την αποστολή του Πέρση αξιωματούχου, τον έστειλε με συνοδεία στον βασιλιά Αλέξανδρο. Εκείνος συγκάλεσε σύσκεψη των εταίρων και ζήτησε τη γνώμη τους. Οι εταίροι τού είπαν ότι κακώς είχε πράξει εξαρχής, όταν εμπιστεύθηκε τον Λυγκηστή μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, και ότι ήταν σοβαρότατο λάθος να του εμπιστευθεί τους Θεσσαλούς, το καλύτερο και μεγαλύτερο σώμα ιππικού μετά το μακεδονικό, διότι υπήρχε ο κίνδυνος να τους προσεταιρισθεί και να τους πείσει να στασιάσουν. Ο Αλέξανδρο του Αερόπου συνελήφθη και παρέμεινε φυλακισμένος επί τρία χρόνια χωρίς δίκη, επειδή φέρεται ότι ήταν παντρεμένος με μία από τις κόρες του Αντίπατρου, αλλά το (330) στην πρωτεύουσα της Δραγγιανής, μετά τη δίκη και καταδίκη του Φιλώτα είχε τελειώσει η ανοχή του βασιλιά. Προσήγαγε τον Λυγκηστή εταίρο στην Εκκλησία των Μακεδόνων για να δικαστεί και υπό το βάρος των αποδείξεων καταδικάστηκε κι αυτός σε θάνατο.

Αλκέτας: εμφανίζεται ως διοικητής τάξης (ταξιάρχης) πεζών υπό τον Κρατερό στις επιχειρήσεις κατά των Παρειτακηνών, στην πολιορκία των Μασσάγων και στη μάχη κατά του Πώρου.

Αμαζόνες: κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν έθνος γυναικών πολύ ισχυρό στον πόλεμο, κατοικούσαν γύρω από τον ποταμό Θερμόδοντα και όποτε γεννούσαν, κρατούσαν και ανέτρεφαν μόνο τα κορίτσια. Υποτίθεται ότι ονομάσθηκαν έτσι, επειδή έκοβαν τον δεξιό τους μαστό (χωρίς μαζό (μαστό) ~> α+μαζός ~> Αμαζών), για να μην εμποδίζονται στη μάχη και κρατούσαν τον αριστερό, για να τρέφουν τα παιδιά τους. Οι επίμονοι μύθοι σχετικά με τις Αμαζόνες, τις οποίες μόνο οι κορυφαίοι Έλληνες ήρωες μπορούσαν να νικήσουν, προβληματίζουν για το τι μπορεί να τους προκάλεσε ή τι πραγματικά κρύβεται πίσω τους. Ίσως η καλύτερη εξήγηση να είναι αυτή του Παλαιφάτου: «Για τις Αμαζόνες λένε ότι δεν ήταν γυναίκες, αλλά βάρβαροι άντρες, που φορούσαν ποδήρεις χιτώνες, όπως οι Θρακιώτισσες, έδεναν ταινίες στα μαλλιά τους και ξύριζαν τα πρόσωπά τους. Γι’ αυτό θεωρήθηκαν από τους εχθρούς τους γυναίκες, το γένος τους ονομάσθηκε Αμαζόνες και ήταν ικανότατοι στη μάχη. Εκστρατεία από γυναίκες φυσικά δεν έγινε ποτέ και πουθενά». Ο πραγματιστής Αρριανός επικαλείται τον Ξενοφώντα, ο οποίος επί κεφαλής των Μυρίων λιγότερο από 80 χρόνια νωρίτερα από τον Αλέξανδρο πέρασε από τις περιοχές, όπου υποτίθεται ότι κατοικούσαν οι Αμαζόνες, και δεν τις αναφέρει στο έργο του, ενώ αναφέρει όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Αρριανός ήταν και δημόσιο πρόσωπο, δεν ήθελε να συγκρουστεί με τις βαθειά ριζωμένες δοξασίες των συγχρόνων του. Λέει λοιπόν ότι θεωρεί σωστούς του μύθους για τον Ηρακλή, που πολέμησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων, την Ιππολύτη, και έφερε στην Ελλάδα τη ζώνη της, καθώς και για το Θησέα, που τις νίκησε επικεφαλής των Αθηναίων. Δηλώνει ακόμη ότι αποδέχεται ως ακριβή την αναφορά του Ηροδότου σ’ αυτές και ως δικαιολογημένες τις σχετικές αναφορές των διαφόρων Αθηναίων ρητόρων. Αυτή τη φορά αντί να αντιπαραθέσει την πραγματικότητα στο μύθο, προτίμησε να προσφέρει τη βολική θεωρία ότι οι Αμαζόνες πράγματι υπήρξαν και ότι είναι σωστά όλα όσα γράφτηκαν σχετικά, αλλά ως έθνος είχαν εκλείψει ήδη από την εποχή του Ξενοφώντα. Κατά την άποψη του Αρριανού, το χειμώνα του 324-323 στη Μηδία ο Ατροπάτης έδειξε στον Αλέξανδρο κάποιες γυναίκες, που απλώς ισχυρίζονταν ότι ήταν Αμαζόνες, ενώ στην πραγματικότητα «ήταν άλλες βάρβαρες γυναίκες εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες για πόλεμο» (Διόδωρος Β.45, Ιουστίνος 2.4, Απολλόδωρος Β.20.1, Παλαιφάτου Περί απίστων ιστοριών (Για τις απίστευτες ιστορίες).λγ.Περί Αμαζόνων).

Αμύντας του Ανδρομένη: πεζέταιρος από τη Τύμφη (κρατίδιο της Άνω Μακεδονίας). Από τους παλαιότερους ταξιάρχες, ακολούθησε τον Περδίκκα στην επίθεση κατά των Θηβών (335), συμπαρασύροντας και τις υπόλοιπες μακεδονικές δυνάμεις. Πολέμησε στο Γρανικό (334), πήγε στη Μακεδονία για στρατολόγηση και ξανασυνάντησε τη στρατιά στα Σούσα (331) οδηγώντας τους νεοσύλλεκτους. Το 330 γεφύρωσε το ποτάμι, που έπρεπε να περάσουν για να φτάσουν στην Περσίδα, πήρε μέρος στις επιθέσεις κατά των Ταπούρων και των Μάρδων και ακολούθησε τον Αλέξανδρο στη καταδίωξη του Σατιβαρζάνη. Κατηγορήθηκε ότι μαζί με τα αδέρφια του, Πολέμωνα, Άτταλο και Σιμμία, πήρε μέρος στη συνομωσία του Φιλώτα (330), του οποίου ήταν έμπιστοι και φίλοι, αλλά αθωώθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία στη Εκκλησία των Μακεδόνων. Τότε απαίτησε την άδεια να πάει στους εχθρούς και να φέρει πίσω τον Πολέμωνα, που είχε αυτομολήσει. Η άδεια του δόθηκε και το ίδιο βράδυ επέστρεψε στο στρατόπεδο με τον αδελφό του. Η αθωότητά του είχε αποδειχθεί περίτρανα, αλλά ο ίδιος σκοτώθηκε λίγο αργότερα από τόξευμα στην πολιορκία ενός χωριού.

Αμύντας του Αντιόχου: Λόγω κάποιας (μάλλον αμοιβαίας) αντιπάθειας προς τον Αλέξανδρο πρόλαβε και αυτομόλησε στους Πέρσες αμέσως μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336). Όταν ο Αλέξανδρος κατέλαβε τις Σάρδεις (334), εκείνος εγκατέλειψε την Έφεσο μαζί με τη φρουρά της. Τις παραμονές της μάχης της Ισσού (333), βρισκόταν στο στρατόπεδο του Δαρείου και του συνιστούσε να μη φύγει από την ευρύχωρη πεδιάδα των Σώχων, διότι εκεί πλεονεκτούσαν οι δυνάμεις του έναντι του Αλεξάνδρου, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να συγκρουσθεί μαζί του. Μετά την ήττα των Περσών στην Ισσό διέφυγε μαζί με 8.000 Έλληνες μισθοφόρους μέσω Κύπρου στην Αίγυπτο, όπου σκοτώθηκε σε κάποιο επεισόδιο με τους ντόπιους (Κούρτιος 4.1.29-33).

Αμύντας του Αρραβαίου: ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων, όταν η στρατιά πλησίαζε την Πρίαπο και το Γρανικό. Στη μάχη του Γρανικού (334) διοικούσε τους σαρισσοφόρους, τους Παίονες και την ίλη του Σωκράτη και πέρασε πρώτος τον ποταμό επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Στην πολιορκία της Σαγαλασσού (333) ηγούνταν του αριστερού τμήματος της φάλαγγας.

Αμφικτιονία: γράφεται και Αμφικτυονία. Η μορφή με το ι (Αμφικτιονία) ετυμολογείται ως "αμφί κτίζεσθαι", ήτοι Αμφικτίονες ήταν οι περί-κτίζοντες = περίοικοι = γείτονες. Η μορφή με το υ (Αμφικτυονία) σχηματίζεται από το όνομα του Αμφικτύωνος, που υποτίθεται ότι συγκάλεσε την πρώτη Αμφικτυονία στις Θερμοπύλες. Αυτό είναι σαφέστατα ένα από τους πολλούς μύθους, με τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες αλληγορούσαν τα πραγματικά γεγονότα.

Αμφιτρίτη: κατ’ άλλους μύθους ήταν μία από τις Νηρηίδες, κατ’ άλλους κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος ή του Ουρανού και της Γης. Οι τελευταίες αυτές παραλλαγές μάλλον είχαν σκοπό να της προσδώσουν τη θεϊκή υπόσταση, που δεν είχε αρχικά. Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως απλή προσωποποίηση της θάλασσας, χωρίς θεϊκή υπόσταση.

Αμφοτερός του Αλεξάνδρου: αδελφός του Κρατερού. Όταν ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τη συνωμοσία του Λυγκηστή Αλέξανδρου, έστειλε στον Παρμενίωνα προφορικές διαταγές με τον Αμφοτερό. Αυτός φόρεσε τοπική ενδυμασία και με δύο Περγαίους οδηγούς έφτασε στον Παρμενίωνα με τις διαταγές σύλληψης του Λυγκηστή.

Αμφοτερός: Το χειμώνα του 334-3 ήταν υφιστάμενος του Ηγέλοχου στον ελλησποντικό στόλο. Το 332 ο Ηγέλοχος τον έστειλε με 60 πλοία στην Κω κατόπιν προσκλήσεως των κατοίκων της, οι οποίοι παρέδωσαν την πόλη και το νησί. Το 331 διατάχθηκε με τα πλοία του και άλλα 100 φοινικικά και κυπριακά να καταλάβει την Κρήτη, τη μόνη ναυτική βάση, που απέμενε στους Πέρσες και την οποία κατείχαν για λογαριασμό τους οι σύμμαχοί τους, οι Σπαρτιάτες.

Ανάβασις: η Ανατολή στους αρχαίους χάρτες βρισκόταν στο πάνω μέρος, εκεί που σήμερα τοποθετούμε τον Βορρά. Γι’ αυτόν το λόγο οι πορείες του Κύρου και του Αλεξάνδρου προς τα ανατολικά ονομάσθηκαν αναβάσεις και γι’ αυτό οι ανατολικές σατραπείες ονομάζονταν άνω σατραπείες. Η σπουδαιότητα της ανατολής διατηρείται ως τις μέρες μας τόσο στα ελληνικά όσο και στις λατινογενείς γλώσσες και μάλιστα στην πολύ χαρακτηριστική έννοια του προσανατολισμού (orientation, Orientierung).

Ανάξαρχος: σκεπτικός φιλόσοφος, ένας από τους κορυφαίους αυλοκόλακες του Αλεξάνδρου. Όταν ο Αλέξανδρος σκότωσε τον Κλείτο (328) και οδυρόταν γι’ αυτό, ο Ανάξαρχος προκειμένου να τον παρηγορήσει τον χλεύασε λέγοντας ότι ένας βασιλιάς πρέπει να επιβάλλει ως ορθό ό,τι κι αν κάνει. Ήταν ο σημαντικότερος προπαγανδιστής και τεκμηριωτής της προσκύνησης του Αλεξάνδρου και ως εκ τούτου ο κυριότερος αντίπαλος του Καλλισθένη και όσων δεν συμφωνούσαν με την υιοθέτηση των εθίμων της περσικής Αυλής. Ελάχιστα είναι γνωστά για τη διδασκαλία του και υπάρχει η υποψία ότι τα περισσότερα απ’ όσα παραδίδουν οι αρχαίες πηγές είναι κατασκευάσματα των εχθρών ή των φιλοσοφικών αντιπάλων του. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου τον συνέλαβε στην Κύπρο ο τύραννος Νικοκρέων και τον θανάτωσε με σκληρά βασανιστήρια, τα οποία ο Ανάξαρχος υπέμεινε χλευάζοντας τον Νικοκρέοντα και τους βασανιστές του.

Ανάξιππος: εταίρος, τον οποίο ο Αλέξανδρο έστειλε το 330 με 40 μόνο ιππακοντιστές ως φρουρά στην Αρεία. Μόλις ο Σατιβαρζάνης, σατράπης των Αρείων, επαναστάτησε, εξόντωσε τον Ανάξιππο και τους ιππακοντιστές του.

Αναξυρίδες: είδος εφαρμοστών παντελονιών, που φορούσαν οι ανατολικοί λαοί.

Ανδρόμαχος του Ιέρωνα: εταίρος. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Βήσσου (330) ήταν διοικητής των μισθοφόρων ιππέων. Το 329 εστάλη μαζί με τους Μενέδημο, Κάρανο και Φαρνούχη εστάλη κατά του Σπιταμένη, που πολιορκούσε τη μακεδονική φρουρά στα Μαράκανδα. Αγνόησε στοιχειώδεις κανόνες εμπλοκής και μπήκε στη χώρα των νομάδων Σκυθών καταδιώκοντας τον Σπιταμένη. Εκείνος, επικεφαλής ξεκούραστων Σκυθών ιππέων επιτέθηκε εναντίον των κουρασμένων δυνάμεων του Ανδρόμαχου, τις αιφνιδίασε, τις διέσπασε και τις αποδεκάτισε. Από τους 860 ιππείς και 1.500 πεζούς επέζησαν μόνο 40 ιππείς και 300 πεζοί.

Ανδροσθένης του Καλλίστρατου: καταγόταν από την Πέλλα. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία (324) διατάχθηκε να περιπλεύσει όλη τη χερσόνησο της Αραβίας με μία τριακόντορο.

Αντίγονος του Φιλίππου: έφερε τα προσωνύμια Κύκλωψ ή Μονόφθαλμος ή Ετερόφθαλμος για ευνόητους λόγους. Καταγόταν από την βασιλική οικογένεια της Ελιμιώτιδος (382) και στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου ήταν στρατηγός των συμμάχων. Στις Κελαινές (333) ορίστηκε σατράπης της Μεγάλης Φρυγίας και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ήταν ένας από τους σημαντικότερους και σκληρότερους πρωταγωνιστές στους αγώνες των Διαδόχων. Το 321 μετά τη δολοφονία του Περδίκκα ο Αντίπατρος όρισε τον Αντίγονο αρχιστράτηγο των βασιλικών δυνάμεων. Μετά το θάνατο του Αντίπατρου ο Αντίγονος αποστάτησε και συμμάχησε με τον Κάσσανδρο, για λογαριασμό του οποίου δολοφόνησε την Κλεοπάτρα. Το 317 δολοφόνησε τον Ευμένη (317) και τον Εύδαμο. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ιψού (301) και κατά τον Αριστόβουλο ο μάντης Πειθαγόρας είχε προμαντέψει την τύχη του.

Αντίοχος: αρχηγός των τοξοτών στη μάχη της Ισσού (333). Πέθανε στην Αίγυπτο το 331.

Αντίοχος: χιλίαρχος των υπασπιστών. Εμφανίζεται στις επιχειρήσεις κατά των Ασσακηνών.

Αντίπατρος: γεννήθηκε περί το 400 και υπήρξε ο πιο έμπιστος στρατηγός και φίλος του Φιλίππου Β΄. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου (336) μαζί με τον Παρμενίωνα εδραίωσε τον Αλέξανδρο στο θρόνο. Λογω της πίστης του στον Οίκο των Αργεαδών, ο Αλέξανδρος τον όρισε επίτροπο (αντιβασιλέα) στο θρόνο της Μακεδονίας, όταν εκστράτευσε κατά των Περσών (334). Σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία εκτός από το να συγκρατεί τα ελληνικά κράτη στα πλαίσια των αποφάσεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων έκανε συχνές αποστολές στρατευμάτων και υλικού. Τελικά όμως έπεσε κι αυτός στη δυσμένεια του Αλεξάνδρου, ο οποίος το 324 τον διέταξε να παραδώσει τη θέση του επιτρόπου στον Κρατερό και να μεταβεί στη Βαβυλώνα, όπου βρίσκονταν ήδη οι γιοί του Ιόλλας και Κάσσανδρος. Η δυσμένεια του Αλεξάνδρου αποδίδεται από τους περισσότερους στις διαρκείς αντιδικίες του με την Ολυμπιάδα, που επέμενε να αναμιγνύεται στην πολιτική, ωστόσο αυτός φαίνεται να είναι ένας μόνο από τους λόγους και όχι υποχρεωτικά ο σημαντικότερος. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου (323) έσωσε τη ζωή του Αντίπατρου, που στην πρώτη διανομή των σατραπειών παρέμεινε υπεύθυνος για τη Μακεδονία, την υπόλοιπη Ελλάδα και τους όμορους λαούς (Ιλλυριούς, Παίονες και νότιους Θράκες). Εν συνεχεία, βλέποντας τη διάθεση των Αθηναίων να εξεγερθούν, κάλεσε σε βοήθεια τον Λεοννάτο, που είχε οριστεί σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας, και τον Κρατερό, που βρισκόταν ακόμη στην Κιλικία με τους 10.000 απόμαχους Μακεδόνες και χωρίς μερίδιο εξουσίας. Οι Αθηναίοι προσεταιρίσθηκαν μερικά ελληνικά κράτη και υπό τον Λεωσθένη νίκησαν τον Αντίπατρο, που υποχρεώθηκε να κλειστεί στη Λαμία και να υποστεί πολιορκία. Μόλις δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία οι Μακεδόνες έκαναν έξοδο, νίκησαν τους Αθηναίους και τους υποχρέωσαν σε ατιμωτική συνθηκολόγηση. Το 322 ο Αντίπατρος πέτυχε την καταδίκη σε θάνατο του Δημοσθένη και πάντρεψε την κόρη του Νίκαια με τον Περδίκκα, ο οποίος ωστόσο δεν δίστασε να στραφεί και κατά του πεθερού του (321) διεκδικώντας το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Ο Αντίπατρος βρισκόταν στην Κιλικία και βάδιζε με τα στρατεύματά του κατά του Περδίκκα, όταν εκείνος δολοφονήθηκε από τους επιτελείς του στην Αίγυπτο. Ευρισκόμενος στην περιοχή, ο Αντίπατρος κατεύνασε μία εξέγερση στο στράτευμα, που είχε υποκινήσει η Ευρυδίκη, ανέλαβε επιμελητής των βασιλέων (Αρριδαίου και Αλεξάνδρου Δ΄), ανακατένειμε τις δυτικές κυρίως σατραπείες, όρισε αρχιστράτηγο των βασιλικών στρατευμάτων τον Αντίγονο, ενώ δίπλα του τοποθέτησε τον Κάσσανδρο για να τον επιτηρεί. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Μακεδονία με τους βασιλείς, είτε για να πλησιάσει ο ίδιος το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως, είτε για να εμποδίσει άλλους να τον πλησιάσουν. Πέθανε το 319 σε ηλικία περίπου 80 ετών και κληροδότησε τη θέση του επιτρόπου στον ικανότατο Πολυπέρχοντα, ενώ όρισε τον Κάσσανδρο απλώς δεύτερο τη τάξει.

Απολλόδωρος: εταίρος από την Αμφίπολη, ορίστηκε στρατηγός της φρουράς, που εγκαταστάθηκε στη Βαβυλώνα (331). Όταν επέστρεψε ο Αλέξανδρος από την Ινδία (324), φοβούμενος ενδεχόμενη τιμωρία του, ζήτησε από τον μάντη αδελφό του, Πειθαγόρα, να μαντέψει τα μελλούμενα και ανέφερε στον ίδιο τον Αλέξανδρο τα σημεία της ιερομαντείας για την τύχη του.

Απολλοφάνης: εταίρος. Το 325 ορίστηκε σατράπης των Ωρειτών και απαλλάχθηκε λίγο αργότερα λόγω ανικανότητας ή σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ωρείτες (Αρριανός Ινδική 23).

Αραμαϊκή: σημιτική γλώσσα, που ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα ήταν η διεθνής γλώσσα επικοινωνίας στην Εγγύς Ανατολή. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως διεθνής γλώσσα της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας και εξαπλώθηκε σε όλη την επικράτειά της πλην Μικράς Ασίας και Αγύπτου. Ήταν επίσης η μητρική γλώσσα του Ιησού Χριστού και σ’ αυτήν γράφτηκε αρχικά το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, πριν μεταφρασθεί κι αυτό στα ελληνικά.

Αρέτης: παίς της βασιλικής ακολουθίας. Στη μάχη του Γρανικού (334) ο Αλέξανδρος ζήτησε απ’ αυτόν δόρυ, όταν έσπασε το δικό του. Αλλά και του Αρέτη το δόρυ είχε σπάσει και πολεμούσε σκληρά με το σπασμένο.

Αρέτης: στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν επικεφαλής των προδρόμων ιππέων. Με τις δυνάμεις του απέκρουσε το πρώτο κύμα της περσικής επίθεσης κι εμπόδισε το περσικό ιππικό να πλευροκοπήσει το δεξί κέρας των Μακεδόνων.

Αριαράθης: σατράπης της Καππαδοκίας. Πολέμησε στη μάχη της Ισσού (333) και μετά την ήττα υποχώρησε προς Βορρά επικεφαλής ενός ένα σημαντικού τμήματος των περσικών δυνάμεων και ανακατέλαβε μέρος της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Το μεγαλύτερο μέρος της Καππαδοκίας επρόκειτο να παραμείνει έξω από την ελληνική κυριαρχία μέχρι το θάνατο του Αλεξάνδρου και την επικύρωσή της στον Ευμένη (323).

Αριασποί: αρχαίος λαός, που κατοικούσε στο νότιο Αφγανιστάν και στο ανατολικό Ιράν γύρω από τη λίμνη Σεϊστάν (Χάρτης). Περί το 128 π.Χ. εισέβαλαν στη χώρα τους οι Σάκα από τον Ιαξάρτη και η χώρα τους μετονομάστηκε σε χώρα των Σάκα, δηλαδή Σάκα-σταν ή Σακαστηνή επί το ελληνικότερο και Σεϊστάν κατά τη σύγχρονη ορολογία. Συχνά αναφέρονται ως Ευεργέτες, ενώ μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριμασπούς του Ηροδότου.

Αριμασποί: ο Ηρόδοτος τους τοποθετεί Β της Σκυθίας. Υποτίθεται ότι έκλεβαν χρυσό, τον οποίο φρουρούσαν γρύπες. Τα σχετικά με τους Αριμασπούς είχε συγκεντρώσει ο ποιητής Αρισταίος από την Προκόνησο στο μη διασωθέν έργο του "Αριμάσπεια". Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς τους συγχέουν με τους Αριασπούς.

Αριοβαρζάνης: ήταν γιός του Αρτάβαζου και διοικητής της Περσίδας και των λαών της Ερυθράς Θάλασσας (του Περσικού Κόλπου). Με το στρατό τους πολέμησε στα Γαυγάμηλα (331) και τον Ιανουάριο του 330 υπερασπίσθηκε τις Περσικές Πύλες με 40.000 πεζούς και 700 ιππείς. Νικήθηκε και γλίτωσε με λίγους ιππείς. Μερικούς μήνες αργότερα παραδόθηκε μαζί με τον πατέρα του και δύο αδελφούς του στον Αλέξανδρο στη Ζαδράκαρτα, την πρωτεύουσα της Υρκανίας.

Αριστόβουλος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.

Αριστόνους του Πεισαίου: σωματοφύλακας από την Εορδαία. Στην κάθοδο του Υδάσπη (326) ήταν τριήραρχος.

Αριστοτέλης: ένας από τους κορυφαίους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στα Στάγειρα (384) και υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα. Ο πατέρας του Νικόμαχος υπηρέτησε στην Αυλή της Μακεδονίας ως γιατρός του βασιλιά Αμύντα. Το 344 ίδρυσε στην Αθήνα σχολή ρητορικής, ανταγωνιστική εκείνης του Ισοκράτη. Ο Φίλιππος τον κάλεσε στη Μακεδονία και τον εγκατέστησε στη Μίεζα, όπου ανέλαβε την εκπαίδευση του 13 ετών Αλεξάνδρου (343). Στον νεαρό διάδοχο δίδαξε ηθική, πολιτική, και κάποιες βαθύτερες και απόρρητες φιλοσοφικές θεωρίες, τις ακροατικές και εποπτικές επιστήμες. Ως μέρος της αμοιβής του ο Φίλιππος υποχρεώθηκε να ανοικοδομήσει τη γενέτειρα του φιλοσόφου, την οποία είχε ισοπεδώσει πέντε χρόνια νωρίτερα. Η εκπαίδευση του Αλεξάνδρου διακόπηκε με την ανάρρησή του στο θρόνο και την έναρξη των εκστρατειών (335). Για λόγους, που δεν διευκρινίζονται από τις αρχαίες πηγές, κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος ψυχράνθηκε με τον Αριστοτέλη και το γεγονός αυτό χρησιμοποιήθηκε στη διάνθιση της θεωρίας της δηλητηρίασης. Υποτίθεται ότι ο Αριστοτέλης προμήθευσε τον Αντίπατρο με το δηλητήριο, που έστειλε με τον Κάσσανδρο στη Βαβυλώνα και το χορήγησε ο Ιόλλας.

Αρίστων: ήταν αρχηγός των Παιόνων ιππέων στη μάχη της Ισσού (333) και στη μάχη των Γαυγαμήλων (331).

Αρμυρίκι: είναι το φυτό ταμάριξ, η μυρίκη των αρχαίων Ελλήνων. Το εντυπωσιακότερο είδος του είναι η ταμάριξ η μαννοφόρος, ευδοκιμεί στην περιοχή της αρχαίας Σογδιανής και παράγει μία λευκή ουσία, που είναι γνωστή ως μάννα των Βεδουίνων.

Άρπαλος του Μαχάτα: πιστός παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου. Ο Φίλιππος τον εξόρισε (337) από τη Μακεδονία, όταν συγκρούστηκε με τον Αλέξανδρο στο γαμήλιο δείπνο. Μετά το θάνατο του Φιλίππου (336), ο Αλέξανδρος του ανέθεσε τη διαχείριση των οικονομικών της στρατιάς, επειδή η καχεκτική διάπλαση του Άρπαλου δεν του επέτρεπε να διακριθεί στην ανώτερη και ευγενέστερη ασχολία της εποχής, την πολεμική δράση. Αυτό φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσής του και των επιλογών του. Πριν από τη μάχη της Ισσού (333) λιποτάκτησε, ίσως μην πιστεύοντας ότι θα νικούσαν τους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος τον διαβεβαίωσε ότι η λιποταξία του δεν θα είχε συνέπειες, εκείνος επέστρεψε και ξανάγινε διαχειριστής. Στα Εκβάτανα (330) ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του θησαυρού της πόλης κι εκείνου, που μεταφέρθηκε εκεί από τις Πασαργάδες και την Περσέπολη. Στη συνέχεια αναβαθμίστηκε σε βασιλικό θησαυροφύλακα στη Βαβυλώνα και, όταν ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην Ινδία, ο πρόδηλα επιρρεπής σε καταχρήσεις Άρπαλος συνέχισε αυτό, που γνώριζε καλύτερα. Παράλληλα, προετοίμαζε την έξοδο της διαφυγής του και το καταφύγιο για τις δύσκολες μέρες, κάνοντας γενναίες δωρεές στο Δήμο της Αθήνας. Φαίνεται ακόμη ότι ο Άρπαλος, αν και καχεκτικός, ως εραστής ήταν ακόρεστος, διότι κατηγορήθηκε για διάφορες ακολασίες με τις γυναίκες των βαρβάρων. Η έκλυτη ζωή και οι καταχρήσεις του Δημοσίου Χρήματος προκάλεσαν τη γενική κατακραυγή κατά του βασιλικού θησαυροφύλακα και, όταν ο Αλέξανδρος γύρισε από την Ινδία (324) και άρχισε να τιμωρεί τους ατάσθαλους αξιωματούχους, ο Άρπαλος πρόλαβε να δραπετεύσει με 5.000 αργυρά τάλαντα και 6.000 μισθοφόρους. Άφησε τους μισθοφόρους στο Ταίναρο και ο ίδιος με μέρος των χρημάτων ζήτησε καταφύγιο στο Δήμο των Αθηναίων, ελπίζοντας ότι είχαν πιάσει τόπο οι γενναιοδωρίες του. Προσέλαβε τους καλύτερους ρήτορες για να στηρίξουν το αίτημά του, διότι στο μεταξύ είχε ζητηθεί η έκδοσή του. Οι Αθηναίοι ρήτορες θέλησαν να επωφεληθούν από τον πλούσιο φυγάδα και κινήθηκαν, ώστε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Δημοσθένης αρχικά πήρε θέση υπέρ του προφανούς συμφέροντος της πατρίδας του και πρότεινε την απέλαση του φυγόδικου, για να μην εμπλακεί η Αθήνα σε αδικαιολόγητο πόλεμο. Αλλά το ίδιο βράδυ ο Άρπαλος έστειλε δώρα και χρήματα στο σπίτι του λαμπρού Αθηναίου πολιτικού, που ξέχασε τα επιχειρήματά του. Έτσι, την επομένη μέρα κατά την προγραμματισμένη συζήτηση στην Εκκλησία των Αθηναίων για το αίτημα ασύλου στον Άρπαλο, όταν ήλθε η ώρα να μιλήσει ο Δημοσθένης, εκείνος προφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε λόγω κρυολογήματος. Τελικά οι Αθηναίοι αποφάσισαν την απέλαση του Άρπαλου, αλλά εκείνος δραπέτευσε, πρόλαβε να επιστρέψει στο Ταίναρο, πήρε τους μισθοφόρους και απέπλευσε για την Κρήτη, όπου τον δολοφόνησε ένας φίλος του, ο Θίβρων.

Αρριανός: ο σημαντικότερος από τους σωζόμενους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.

Αρριδαίος: ετεροθαλής αδελφός του Μ. Αλεξάνδρου, νόθος γιος του Φιλίππου και μιάς «ασήμαντης και κοινής» γυναίκας, της Φιλίννης κατά τον Πλούταρχο ή μίας χορεύτριας από τη Λάρισα κατά τον Ιουστίνο. Όταν ήταν μικρός φαινόταν ότι ήταν ευγενικός και προικισμένος, αλλά η Ολυμπιάς υποτίθεται ότι του έδωσε δηλητήρια και του προξένησε σωματικές και νοητικές βλάβες. Μόλις πέθανε ο Αλέξανδρος (323), η φάλαγγα, δηλαδή η κατώτερη κοινωνικά τάξη των Μακεδόνων, οι χωριάτες όπως –ούτε λίγο ούτε πολύ- τους είχε αποκαλέσει ο Αλέξανδρος στην Ώπη, παραμένοντας προσκολλημένη στα ήθη και τις παραδόσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει τον μακεδονικό θρόνο σε έναν αγέννητο μιγάδα. Προτίμησε τον Αρριδαίο παρά τη νοητική του βλάβη, διότι ανήκε στον Οίκο των Αργεαδών. Απ’ την άλλη πλευρά η αριστοκρατία, δηλαδή οι εταίροι και οι σωματοφύλακες επέλεξαν να ακολουθήσουν την μέθοδο του ίδιου του Αλεξάνδρου, την «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή την κατ’ επίφαση συνδιοίκηση της αυτοκρατορίας με τους βαρβάρους, μία συνδιοίκηση που θα προσωποποιούσε ο γιος του από τη Ρωξάνη. Η διαφωνία ήταν τόσο έντονη, ώστε απειλήθηκε ένοπλη ταξική σύγκρουση των ιππέων με τους πεζούς Μακεδόνες. Με διαδικασίες, που παραδίδονται διαφορετικά από κάθε πηγή, αποφεύχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και επιτεύχθηκε συμβιβασμός των ευγενών με τους απλούς Μακεδόνες: ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς με το δυναστικό όνομα Φίλιππος Γ΄, το τυχόν άρρεν παιδί της Ρωξάνης θα είχε ίσα δικαιώματα στο θρόνο και ο Περδίκκας ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν». Στον Αρριδαίο ανατέθηκε και η κατασκευή της αρμάμαξας, με την οποία μεταφέρθηκε (321) το ταριχευμένο σώμα του Αλεξάνδρου από τη Βαβυλώνα στο μαντείο του Άμμωνα. Μετά τη δολοφονία του Περδίκκα (321) ο Αρριαδαίος από κοινού με τον Πείθωνα ανέλαβε «τὴν τῶν ὅλων ἡγεμονίαν», ενώ ο Αντίπατρος μετέφερε τους βασιλείς (τον Αρριδαίο και τον Αλέξανδρο Δ΄ καθώς και τις Ευρυδίκη και Ρωξάνη) στη Μακεδονία προφασιζόμενος λόγους ασφαλείας, αλλά κυρίως για να βρεθεί ο ίδιος πλησιέστερα προς το θρόνο του Μεγάλου Βασιλέως. Το 317 η Ευρυδίκη κατέστησε τον Κάσσανδρο επίτροπο του Αρριδαίου και λίγους μήνες αργότερα, η Ευρυδίκη και ο Αρριδαίος δολοφονήθηκαν, μάλλον με διαταγή της Ολυμπιάδας, διότι ο Κάσσανδρος απειλούσε τα συμφέροντα και τη ζωή του ανήλικου εγγονού της.

Αρσάκης: Ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη των Αρείων (329), αλλά λίγο αργότερα διέταξε να συλληφθεί ως ύποπτος προδοσίας. Το χειμώνα του ιδίου έτους στα Βάκτρα, όπου διαχείμαζε ο Αλέξανδρος, του τον έφεραν σιδηροδέσμιο και προφανώς τον εκτέλεσαν.

Αρσάμης: Πέρσης στρατηγός, στο Γρανικό (334) επικεφαλής του ιππικού. Κατέφυγε στην Ταρσό, την οποία όμως δεν τόλμησε να υπερασπιστεί, όταν έφτασε ο Αλέξανδρος. Σκοτώθηκε στη μάχη της Ισσού (333).

Αρσίτης: ύπαρχος της Ελλησποντικής Φρυγίας. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την εφαρμογή της καμένης γής, που πρότεινε ο Μέμνων ο Ρόδιος, και μετά την ήττα των Περσών στο Γρανικό (334) αυτοκτόνησε συναισθανόμενος τις βαρύτατες ευθύνες του.

Αρτάβαζος: γιός του Φρανάβαζου και της πριγκήπισσας Απάμας, κληρονομικώ δικαιώματι σατράπης της Ελλησποντικής Φρυγίας και πατέρας της Βαρσίνης, με την οποία ο Αλέξανδρος φέρεται να έκανε ένα γιό. Το 356 ο Αρτάβαζος από την Ελλησποντική Φρυγία και ο Ορόντης από τη Φοινίκη άρχισαν έναν μακρό αποσχιστικό αγώνα κατά του Μεγάλου Βασιλέως (Αρταξέρξη Ώχου). Το 355 ο ναύαρχός των Αθηναίων Χάρης για να μειώσει τις πολεμικές δαπάνες κατά τον Συμμαχικό πόλεμο, έθεσε τις δυνάμεις του και στην υπηρεσία του Αρτάβαζου, που σε αντάλλαγμα ανέλαβε το κόστος συντήρησης του αθηναϊκού στόλου. Τότε ο Μέγας Βασιλεύς διέταξε τους Αθηναίους να διακόψουν τη βοήθεια προς τον αποστάτη Αρτάβαζο, άλλως θα συμμαχούσε με τους πρώην συμμάχους τους και εχθρούς τους πλέον στο Συμμαχικό πόλεμο. Οι Αθηναίοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον γενναιόδωρο Αρτάβαζο και να τερματίσουν τον Συμμαχικό πόλεμο, μη αντέχοντας τις δαπάνες. Το 354 οι Θηβαίοι, αν και ήταν ευεργέτες του Μεγάλου Βασιλέως, έστειλαν το στρατηγό Παμμένη με 5.000 στρατιώτες σε ενίσχυση του γενναιόδωρου Αρτάβαζου (Διόδωρος ΙΣΤ.34.1-2). Το 353 ο Αρτάβαζος μη εμπιστευόμενος τους Θηβαίους έδιωξε τα στρατεύματά τους, για να διαπιστώσει ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο τον αποσχιστικό του αγώνα και να ζητήσει καταφύγιο στην Αυλή της Μακεδονίας. Το 343 ο Ώχος κατέλαβε την Αίγυπτο και ο Μέντωρ ο Ρόδιος, που είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον Αρταξέρξη στους πολέμους κατά της Φοινίκης και της Αιγύπτου, κατάφερε να πείσει τον Αρταξέρξη να συγχωρέσει τον αδελφό του, τον Μέμνονα, καθώς και τον Αρτάβαζο, που επανήλθαν στην περσική Αυλή. Όταν ο Βήσσος έκανε το πραξικόπημα (330), ο Αρτάβαζος παρέμεινε πιστός στο Δαρείο. Όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στην Υρκανία, του δήλωσε υποταγή μαζί με τα παιδιά του και πήρε σημαντική θέση στη μακεδονική Αυλή. Μαζί με τον Ανδρόνικο του Αγέρρου οδήγησε τους Έλληνες μισθοφόρους του Δαρείου στο στρατόπεδο του Αλεξάνδρου, όταν συνθηκολόγησαν κι αυτοί. Το 329 ο Σατιβαρζάνης εισέβαλε με τους ιππείς του Βήσσου στην Αρειανή και ο Αρτάβαζος εστάλη εναντίον του. Στη συνέχεια ορίστηκε σατράπης της Βακτριανής και κινήθηκε κατά των Σκυθών, όταν αυτοί συμμάχησαν με το Σπιταμένη. Αφού νικήθηκαν οι Σκύθες και ο Σπιταμένης (328), ο περίπου 60 ετών Αρτάβαζος δήλωσε παραίτηση λόγω ηλικίας. Το 324 στα Σούσα ο Πτολεμαίος του Λάγου και ο Ευμένης ο Καρδιανός παντρεύτηκαν στον ομαδικό γάμο τις δύο κόρες του Αρτάβαζου, την Αρτακάμα και την Άρτωνι αντίστοιχα, ενώ ο γιός του Κωφήνας εντάχθηκε στο άγημα των ιππέων.

Αρχίας του Αναξιδότου: εταίρος από την Πέλλα. Στο ταξίδι του Νέαρχου (325-324) ήταν τριήραρχος και στενός του συνεργάτης. Μαζί πήγαν να συναντήσουν τον Αλέξανδρο στην Καρμανία. Λίγο αργότερα κατά διαταγή του Αλεξάνδρου έφθασε με μία τριακόντορο μέχρι την Τύλο (το νησί Μωχαρέα του Μπαχρέιν), διερευνώντας τις δυνατότητες θαλάσσιας επικοινωνίας με την Αραβία.

Ατροπάτης: σατράπης της Μηδίας. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) διοικούσε τους Μήδους, τους Καδούσιους, τους Αλβανούς και τους Σακεσίνες. Μετά τη δολοφονία του Δαρείου (330) παραδόθηκε και το 328 ο Αλέξανδρος τον όρισε σατράπη της Μηδίας. Το (324) στα Σούσα ο Περδίκκας παντρεύτηκε μία κόρη του. Ήταν από τους πιό συνεργάσιμους Πέρσες αξιωματούχους και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323) έγινε σατράπης του βορείου τμήματος της Μηδίας, της λεγόμενης Τρίτης Μηδίας, περίπου του σημερινού Αζερμπαϊτζάν. Η περιοχή εκείνη πήρε το όνομά του και αναφέρεται ως Ατροπατηνή Μηδία.

Άτταλος του Ανδρομένη: πεζέταιρος από το Άνω Μακεδονικό κρατίδιο της Τύμφης. Αυτός και τα αδέρφια του, Αμύντας, Πολέμων και Σιμμίας, ήταν ευνοούμενοι του Φιλώτα. Όταν το καλοκαίρι του 330 ο Φιλώτας κατηγορήθηκε και εκτελέσθηκε ως συνωμότης, τα τρία αδέρφια εκτός από τον Πολέμωνα, που πρόλαβε να αυτομολήσει στους εχθρούς, δικάσθηκαν από την Εκκλησία των Μακεδόνων ως συνένοχοι και τελικά αθωώθηκαν. Το 326 ήταν τριήραρχος στην κάθοδο του Υδάσπη.

Άτταλος: διοικητής των Αγριάνων στη μάχη της Ισσού (333), των Γαυγαμήλων (331) και στην καταδίωξη του Δαρείου (330). Όταν ο Αλέξανδρος με πέντε σώματα στρατού κατέπνιξε την εξέγερση των Σογδιανών (328), ο Άτταλος είχε παραμείνει στη φρουρά των Βάκτρων. Πολέμησε ως ταξιάρχης από τις επιχειρήσεις της πρόσω Ινδίας (327) και στη μάχη του Υδάσπη (326) βρισκόταν στο τμήμα ανάμεσα στο κεντρικό στρατόπεδο και στη δύναμη κρούσης του Αλεξάνδρου. Στην επιστροφή από την Ινδία βρισκόταν στο υπό τον Κρατερό τμήμα. Συμμετέσχε στην αντιπροσωπεία, που ζήτησε χρησμό από το ιερό του Σαράπιδος την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου (323).

Άτταλος: ένας από τους κορυφαίους και πιό έμπιστους στρατηγούς του Φιλίππου. Το 337 ο Φίλιππος παντρεύτηκε την αδελφή ή ανηψιά ή θεία του Άτταλου, ο οποίος στο γαμήλιο δείπνο ευχήθηκε να γεννηθεί γνήσιος διάδοχος του θρόνου. Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθεί μία σοβαρότατη παρεξήγηση και να γίνει απροκάλυπτη η έχθρα του με τον Αλέξανδρο. Το 336 ο Άτταλος κι ο Παρμενίων αποβιβάσθηκαν στη Μ. Ασία με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την αποβίβαση και των υπολοίπων δυνάμεων του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Στα τέλη του 336 ο Παυσανίας δολοφόνησε τον Φίλιππο, ο Αλέξανδρος έγινε βασιλιάς και ο Άτταλος δεν ήταν πλέον καθόλου ασφαλής. Άρχισε λοιπόν να αναζητά ερείσματα στο στράτευμα και παράλληλα ήρθε σ’ επαφή με το Δημοσθένη, για να ανατρέψει τον Αλέξανδρο και να γίνει ο ίδιος βασιλιάς της Μακεδονίας. Αυτά επιβάρυναν τη θέση του ακόμη περισσότερο και λίγο αργότερα ο Αλέξανδρος έστειλε τον εταίρο Εκαταίο να τον δολοφονήσει.

Αυταριάτες: ιλλυρικός λαός των Δαλματικών ακτών, κατοικούσε στην περιοχή κοντά στο Σπλίτ της σημερινής Κροατίας.

Αυτοκρατορία: με τον όρο νοείται ένα ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης κράτος, που διοικείται από μία κυρίαρχη εθνότητα και περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό εθνών με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Το κράτος, που ίδρυσε ο Μέγας Κύρος ήταν η πρώτη πραγματική αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία.

Αυτοκράτωρ: ηγέτης (άρχων, πρέσβυς, στρατηγός) με πλήρη και ανέλεγκτη εξουσία.

Αυτοφραδάτης: βασικός επιτελής του Μέμνονα του Ρόδιου, ιδίως κατά τις περσικές επιχειρήσεις αντιπερισπασμού στο Αιγαίο (334-332). Μετά το θάνατο του Μέμνονα (333) ήταν ο δεύτερος τη τάξει αξιωματικός μετά τον Φαρνάβαζο και άμεσος προϊστάμενος του φοινικικού στόλου στο Αιγαίο. Λίγο μετά τη μάχη της Ισσού (333) συναντήθηκε στη Σίφνο με τον Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι και του έδωσε 30 τάλαντα και 10 τριήρεις. Το 332, ενώ ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Τύρο, οι Φοίνικες εγκατέλειψαν τον Αυτοφραδάτη και συντάχθηκαν με τον Αλέξανδρο.

Αυτοφραδάτης: σατράπης των Ταπούρων. Το 330 μετά τη δολοφονία του Δαρείου παραδόθηκε στον Αλέξανδρο και όχι μόνο διατήρησε το αξίωμά του, αλλά τέθηκαν υπό την εξουσία του και οι ως τότε ανεξάρτητοι Μάρδοι.

Ἄκρατος οἶνος: ήταν ο ανόθευτος οίνος. Οι Έλληνες αναμίγνυαν τον οίνο με νερό στους κρατήρες και τον έπιναν κεκραμένον (κρασί), για να πίνουν μεγαλύτερη ποσότητα χωρίς να μεθούν. Η κατανάλωση ακράτου οίνου εθεωρείτο βαρβαρική συνήθεια, την οποία μεταξύ άλλων καταλόγισε στον Αλέξανδρο ο Ερμόλαος, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία των παίδων της βασιλικής ακολουθίας.

http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου