Αναγνώστες

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ,

Μ

Μάγοι: κατά τον Ηρόδοτο οι Μάγοι ήταν ένα από τα γένη (έθνη) των Μήδων (Βούσες, Παρειτακηνοί, Στρούχατες, Αριζαντοί, Βούδιοι και Μάγοι), των οποίων αποτελούσαν την ιερατική τάξη, και σύμφωνα με τη μηδική θρησκεία, στις θυσίες έπρεπε να παρίσταται πάντοτε ένας Μάγος. Όταν οι Πέρσες υπέταξαν τη μηδική αυτοκρατορία (559), διατήρησαν τους Μήδους ως δεύτερη τη τάξει εθνότητα της αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας και σεβάσθηκαν απόλυτα τη μηδική θρησκεία και τους Μάγους. Η δε περσική θρησκεία παρ’ ότι ήταν διαφορετική από τη μηδική, επιρρεάστηκε πολύ από εκείνη. Από την εποχή του Καμβύση (530-522) οι Μάγοι είχαν αναλάβει την φύλαξη του τάφου του Κύρου κι έμεναν σε ένα οίκημα στην ανηφόρα, που οδηγούσε στον τάφο. Το αξίωμα του φύλακα ήταν κληρονομικό και περνούσε από πατέρα σε γιο. Ο Μέγας Βασιλεύς χορηγούσε στους φύλακες ένα πρόβατο για κάθε μέρα, κρασί, αλεύρι και ένα άλογο κάθε μήνα, για να το θυσιάζουν στον Κύρο (Ηρόδοτος Α.101, 132). Ωστόσο, λόγω του μειωμένου ενδιαφέροντος των αρχαίων Ελλήνων στις λεπτομέρειες σχετικά με τους βαρβάρους και τα έθιμά τους, είναι πολύ πιθανό πολλές από τις αναφορές σε Μάγους στην πραγματικότητα να αποτελούν αναφορές σε ζωροάστρες ιερείς.

Μαζαίος: το καλοκαίρι του 331 κατ’ εντολή του Δαρείου και επικεφαλής 3.000 ιππέων και 2.000 Ελλήνων μισθοφόρων φρουρούσε τον πόρο του Ευφράτη στη Θάψακο κι εμπόδιζε το μηχανικό του Αλεξάνδρου να ολοκληρώσει την κατασκευή δύο γεφυρών, για να περάσει η στρατιά στην ανατολική όχθη του ποταμού. Μόλις πλησίασε η στρατιά, ο Μαζαίος εγκατέλειψε τη θέση του, αφήνοντας πίσω του καμένη γή. Αυτό ανάγκασε τον Αλέξανδρο να μην ακολουθήσει το συντομότερο δρομολόγιο προς τη Βαβυλώνα, αλλά να κινηθεί βόρεια. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους στη μάχη των Γαυγαμήλων ο Μαζαίος διοικούσε τα στρατεύματα από την Κοίλη Συρία και τη Μεσοποταμία. Μετά τη μάχη παραδόθηκε και ο Αλέξανδρος τον τοποθέτησε σατράπη της Βαβυλώνας. Πέθανε το χειμώνα του 328-327 και το 324 ο Αλέξανδρος ενέταξε στο άγημα τους γιούς του, Υδάρνη και Αρτιβόλη.

Μαιδοί: αρχαίος θρακικός λαός. Ήταν ληστρικότατος και κατοικούσε στη δυτική όχθη του Στρυμόνα, στις νότιες πλαγιές του όρους Σκομίου (Ρίλα). Τα ερείπια πόλεώς τους αναγνωρίζονται κοντά στο σημερινό Πετρίτσι.

Μαργίτης: αρχαίο έπος, που αποδοδόταν εσφαλμένα στον Όμηρο και περιέγραφε τη ζωή ενός κακού και βλάκα ανδρός. Η λέξη προέρχεται από το επίθετο μάργος (= μαινόμενος, αχόρταγος).

Μαρσύας ο Πελλαίος: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.

Μασσαγέτες: αρχαίος νομαδικός λαός της Ασίας, πιθανώς σκυθικής καταγωγής («μερικοί τους θεωρούν Σκύθες» λέει ο Ηρόδοτος (Ηρόδοτος Α.201, 204, 215, 301)). Ήταν εξαίρετοι ιππείς, οι ίπποι τους είχαν προμετωπίδια και χαλινάρια από χαλκό και χάλκινη θωράκιση. Όταν βασίλευε η Τόμυρις, τους επιτέθηκε ο Κύρος (530 π.Χ.) αλλά σκοτώθηκε κατά τις εχθροπραξίες. Τη εποχή εκείνη, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της αχανούς στέππας στα Α της Κασπίας. Κατά το Στράβωνα ζούσαν κοντά στην Αράλη, βόρεια του ποταμού Πολυτίμητου (Ζαραφσάν) και των Μαρακάνδων (Σαμαρκάνδης). Κατά τον Κούρτιο (Κούρτιος 8.1.8) οι Μασσαγέτες κατοικούσαν στα νότια των Χορασμίων και στα ανατολικά των Δαών. Οι παραπάνω συγγραφείς δεν είναι υποχρεωτικό να αντικρούονται μεταξύ τους, καθώς οι Μασσαγέτες ίσως μετακινήθηκαν, αφού ούτως ή άλλως ήταν νομάδες.

Μασσανοί: κατά τον Διόδωρο κατοικούσαν σε κάποιο σημείο της όχθης του Ινδού, νοτίως της συμβολής του Ακεσίνη, απέναντι από τους Σόδρους και είναι άγνωστοι στους υπόλοιπους ιστορικούς.

Μεγασθένης: ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.

Μέδιμνος: μονάδα όγκου στερεών. 1 μέδιμνος = 192 κοτύλες = 48 χοίνικες = 12 χοές = 51,84 λίτρα.

Μελέαγρος του Νεοπτόλεμου: πεζέταιρος και από τους παλαιότερους ταξιάρχες. Πήρε μέρος στη βαλκανική εκστρατεία (335), στη μάχη του Γρανικού και στην πολιορκία της Αλικαρνασσού (334). Το χειμώνα του 334, επειδή ήταν κι ο ίδιος νιόπαντρος, ανέλαβε μαζί με τον Κοίνο να οδηγήσει στη Μακεδονία τους νιόπαντρους αδειούχους και το 333 επέστρεψε στο Γόρδιο φέρνοντας μαζί του και νοεσύλλεκτους. Επικεφαλής της τάξης του πήρε μέρος σε όλες ανεξαιρέτως τις μάχες και τις πολιορκίες της εκστρατείας. Την άνοιξη του 326 ο Ταξίλης προσέφερε στους Μακεδόνες χρυσά στέμματα, 80 τάλαντα σε ασημένια νομίσματα, 56 πολεμικούς ελέφαντες, μεγάλο αριθμό εξαιρετικά μεγαλόσωμων προβάτων, 3.000 ταύρους και μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Ο Αλέξανδρος ανταπέδωσε τα δώρα κι επιπλέον έδωσε στον Ταξίλη 1.000 τάλαντα και όσα εδάφη από τη γειτονική χώρα ζήτησε. Αυτό εξόργισε τους εταίρους, ενώ ο Μελέαγρος σε κάποιο μεθύσι συνεχάρη σαρκαστικά τον Αλέξανδρο, που επιτέλους βρήκε έναν άνθρωπο αξίας 1.000 ταλάντων. Κατά την επιστροφή της στρατιάς από την Ινδία (325) ο Μελέαγρος βρισκόταν στο υπό τον Κρατερό τμήμα, που κινήθηκε μέσω Δραγγιανής και Καρμανίας.

Μέμνων ο Ρόδιος: Υπηρέτησε αρχικά τον Αρταξέρξη τον Ώχο, πήρε μέρος στη στάση του Αρτάβαζου (356) και μετά την αποτυχία της κατέφυγε στη Μακεδονία (353). Με παρέμβαση του αδελφού του, του Μέντορα, πήρε χάρη και ξαναγύρισε στην υπηρεσία του Μεγάλου Βασιλέα (343). Κατά την εισβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (334) εισηγήθηκε την τακτική της καμένης γής, αλλά δεν εισακούσθηκε. Ο Δαρείος τον είχε διορίσει αρχηγό του ναυτικού και της Νότιας Μικράς Ασίας. Πήρε μέρος στη μάχη του Γρανικού μαζί με τους γιούς του και στη συνέχεια ως ανώτατος διοικητής όλου του στόλου και των παραλίων της Μεσογείου, υπερασπίσθηκε τη Μίλητο και την Αλικαρνασσό. Κυρίευσε τη Χίο και τη Λέσβο προσπαθώντας να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στον Αλέξανδρο και να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ελλάδα, αλλά πέθανε κατά την πολιορκία της Μυτιλήνης (333).

Μέμνων: Μακεδόνας στρατηγός, τον οποίο ο Αλέξανδρος διόρισε υπεύθυνο της Θράκης το 335. Το 330 αποστάτησε και ο Αντίπατρος κινήθηκε εναντίον του με ισχυρές δυνάμεις. Τότε βρήκε την ευκαιρία ο Άγις να ξεσηκώσει τους Πελοπονήσιους κατά της Μακεδονικής Ηγεμονίας, υποχρεώνοντας τον Αντίπατρο να κλείσει εσπευσμένα το μέτωπο κατά του Μέμνονα και να στραφεί κατά των Σπαρτιατών.

Μεν(ν)ίδας: εταίρος. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν διοικητής των μιθοφόρων ιππέων, που παρατάχθηκαν υπό γωνία στο δεξί κέρας, για να αποτρέψουν περικύκλωση από τους Πέρσες. Εκεί πολέμησε γενναία και τραυματίσθηκε. Το καλοκαίρι του 330 εγκαταστάθηκε στη Μηδία ως υφιστάμενος του Παρμενίωνα και το φθινόπωρο του ιδίου έτους μαζί με τον Σιτάλκη και τον Κλέανδρο δολοφόνησαν τον Παρμενίωνα κατά διαταγή του Αλεξάνδρου. Το 328 εστάλη στη Μακεδονία για στρατολόγηση. Συμμετείχε στην αντιπροσωπεία, που πήγε στο ναό του Σαράπιδος στη Βαβυλώνα, την παραμονή του θανάτου του Αλεξάνδρου (323).

Μένανδρος: εταίρος. Όταν ο Αλέξανδρος έφευγε από την Τύρο κατευθυνόμενος προς τη Βαβυλώνα (331), μετακίνησε τον Μένανδρο από τη ηγεσία των μισθοφόρων στη θέση του σατράπη της Λυδίας. Όταν (323) ο Αλέξανδρος προετοιμαζε στη Βαβυλώνα την εισβολή στην Αραβία, ο Μένανδρος έφτασε επικεφαλής ενισχύσεων από τη σατραπεία του.

Μενέδημος: εταίρος. Όταν ο Σπιταμένης πολιόρκησε τη μακεδονική φρουρά στα Μαράκανδα (329), εστάλη εναντίον του μαζί με τους Ανδρόμαχο και Κάρανο, υπό τον Φαρνούχη και επικεφαλής 60 εταίρων και 800 μισθοφόρων ιππέων και 1.500 μισθοφόρων πεζών. Ο Σπιταμένης τους αιφνιδίασε και ακολούθησε σφαγή, από την οποία επέζησαν μόνο 40 ιππείς και 300 πεζοί.

Μένης του Διονυσίου: μετά τη μάχη της Ισσού (333), ο Αλέξανδρος τον όρισε βασιλικό σωματοφύλακα στη θέση του Βάλακρου, που έγινε σατράπης της Κιλικίας. Στα Σούσα ο Αλέξανδρος τον όρισε ύπαρχο της Συρίας, της Φοινίκης και της Κιλικίας. Τον έστειλε στα παράλια με 3.000 τάλαντα και με τη διαταγή να στείλει στον Αντίπατρο, όσα χρειαζόταν για να συντρίψει τις επιθετικές ενέργειες των Σπαρτιατών. Το 330 ο Αλέξανδρος τον διέταξε να φροντίσει για την ταχύτερη δυνατή δια θαλάσσης περαίωση των αποστρατευμένων Θεσσαλών ιππέων στην Εύβοια.

Μέντωρ: ήταν Ρόδιος, αδελφός του Μέμνονα και η αδελφή τους είχε παντρευτεί τον Αρτάβαζο, την κόρη του οποίου (Βαρσίνη) είχε παντρευτεί ο Μέντωρ. Μαζί της έκανε πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Θυμώνδας. Το 356 ο Μέμνων κι ο Αρτάβαζος αποστάτησαν από τον Αρταξέρξη και υποχρεώθηκαν να καταφύγουν (353) στην Αυλή του Φιλίππου. Εν συνεχεία ο Μέντωρ, που είχε συμβάλει αποφασιστικά στην επιτυχία της εκστρατείας στην Αίγυπτο, έπεισε τον Μέγα Βασιλέα να τους απαλλάξει τους συγγενείς του από τις κατηγορίες και να τους ξαναδεχθεί στην υπηρεσία του (343). Σε αναγνώριση των υπηρεσιών του κατά την αιγυπτιακή εκστρατεία, ο Μέγας Βασιλεύς τον διόρισε ανώτατο διοικητή των παραλίων της Ασίας (Διόδωρος ΙΣΤ.50.7, 52.3). Όταν πέθανε, ο Μέμνων κληρονόμησε τις εξουσίες του και τη σύζυγό του, τη Βαρσίνη.

Μερόη: σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γεωγραφία, έτσι ονομαζόταν η περιοχή της Αιθιοπίας ανάμεσα στη συμβολή του Λευκού και του Κυανού Νείλου, στο σημερινό Σουδάν.

Μήδιος του Οξύθεμι: Θεσσαλός από τη Λάρισα. Συμμετέσχε στην εκστρατεία, ήταν τριήραρχος στην κάθοδο των πλωτών ποταμών της Ινδίας (325) και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πλησιέστερους στον Αλέξανδρο εταίρους. Τον Ιούνιο του 323 στη Βαβυλώνα κάλεσε τον Αλέξανδρο σε διασκέδαση, που αποδείχθηκε μοιραία. Επειδή ο Μήδιος ήταν εραστής του Ιόλλα, εμπλέχθηκε και το δικό του όνομα στη θεωρία της δηλητηρίασης.

Μητρῶον: ήταν βωμός και ναός αφιερωμένος στη μητέρα των θεών Κυβέλη. Εκεί βρισκόταν το αρχείο γεννήσεων της κάθε πόλης. Το Μητρῶον των Αθηνών, βρισκόταν στην Αγορά.

Μνᾶ: αρχαία ελληνική νομισματική μονάδα καθώς και μονάδα βάρους. Η προέλευσή της είναι αδιαμφισβήτητα μεσοποταμιακή, αφού τη συναντάμε στους Σουμερίους και τους Εβραίους ως μανέχ. Ως μονάδα βάρους ισοδυναμούσε με περίπου 600γρ.

Μύριοι: οι Έλληνες μισθοφόροι του Κύρου του Νεώτερου ονομάσθηκαν μύριοι (=10.000), αν και ήταν 13.000 (11.000 οπλίτες και 2.000 ψιλοί). Ο Κύρος τους προσέλαβε δήθεν για να πολεμήσουν τους Πισίδες που ήταν ανυπότακτοι και προκλητικοί μέσα στη σατραπεία του Κύρου. Όταν οι Μύριοι αντιλήφθηκαν ότι στην πραγματικότητα θα πολεμούσαν εναντίον των βασιλικών στρατευμάτων, αρνήθηκαν να συνεχίσουν την προέλαση, αν δεν έπαιρναν αύξηση. Ο Κύρος αύξησε την αμοιβή τους από έναν σε ενάμισι δαρεικούς και το φθινόπωρο του 401 έγινε στα Κούναξα η μάχη, όπου οι μεν Μύριοι νίκησαν ο δε Κύρος σκοτώθηκε. Οι Πέρσες σύμμαχοι του Κύρου συνθηκολόγησαν με τον Αρταξέρξη, ο οποίος φρόντισε να εξοντώσει τους στρατηγούς των Μυρίων, αλλά δεν τόλμησε άμεση αναμέτρηση μαζί τους. Οι Μύριοι εξέλεξαν νέους διοικητές, όρισαν επικεφαλής τους τον Ξενοφώντα και καταδιωκόμενοι από όλους τους λαούς της περσικής αυτοκρατορίας άρχισαν την υποχώρηση. Δεν επέστρεψαν από το ίδιο δρομολόγιο, διότι οι Πέρσες είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες του ποταμού Τίγρη και οι Μύριοι έπρεπε να υποχωρήσουν ως τις πηγές του, όπου θα μπορούσαν να τον διασχίσουν. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και κινδύνους, που περιγράφει ο Ξενοφών στην Κύρου Ανάβαση, έφτασαν σε ελληνικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου στις αρχές του 400. Το 399 ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος προσέλαβε το μεγαλύτερο μέρος τους, αποβιβάσθηκε στη Μ. Ασία και άρχισε να αποσπά από τους Πέρσες τη μία πόλη μετά την άλλη.

Μύρο: είναι η μύρρα ή σμύρνα.


Ν

Ναβαρζάνης: Πέρσης χιλιάρχης του ιππικού, έμπιστος του Δαρείου. Το 330 πήρε μέρος στο πραξικόπημα κατά του Δαρείο, αλλά όταν ο Βήσσος δολοφόνησε τον αιχμάλωτο Μέγα Βασιλέα, ο Ναβαρζάνης δεν ακολούθησε τους άλλους πραξικοπηματίες. Λίγο αργότερα παραδόθηκε στον Αλέξανδρο, όταν εκείνος μπήκε στην Υρκανία. Σύμφωνα με τον Κούρτιο, ανάμεσα στά άλλα δώρα, που έδωσε στον Αλέξανδρο κατά την παράδοσή του, ήταν κι ο ευνούχος Βαγώας.

Νάρδος: είναι το φυτό βαλεριανή. Από τη ρίζα του παρασκεύαζαν φάρμακα, κυρίως για τις νευρολογικές και ψυχικές παθήσεις και την επιληψία. Τα αιθέρια έλαια της ρίζας του χρησίμευαν και στην αρωματοποιία.

Νέαρχος του Ανδροτίμου: καταγόταν από την Κρήτη, αλλά κατοικούσε στην Αμφίπολη και ήταν Μακεδόνας πολίτης. Ήταν παιδικός φίλος του Αλεξάνδρου, ανάμεσα σ’ εκείνους που εξορίστηκαν από τον Φίλιππο μετά την παρεξήγηση στο γαμήλιο δείπνο (337). Στη διάρκεια της εκστρατείας ο Αλέξανδρος τίμησε όλους όσους εξορίστηκαν τότε για χάρη του και ο Νέαρχος έγινε σατράπης της Λυκίας (333). Το 329 παρουσιάσθηκε στα Βάκτρα επικεφαλής σώματος Ελλήνων μισθοφόρων. Στις επιχειρήσεις της Ινδίας (327-326) ήταν χιλίαρχος των υπασπιστών. Στην κάθοδο των πλωτών ποταμών της Ινδίας ως το δέλτα του Ινδού ορίστηκε ναύαρχος του ποτάμιου στόλου και το φθινόπωρο του 325 άρχισε κατά διαταγή του Αλεξάνδρου τον παράπλου της Μεγάλης Θάλασσας. Την άνοιξη του 324 συναντήθηκε με τη στρατιά στα Σούσα, όπου έγιναν λαμπρές τελετές. Εκεί στεφανώθηκε (=παρασημοφορήθηκε) από τον Αλέξανδρο με χρυσό στεφάνι και στον ομαδικό γάμο παντρεύτηκε την κόρη του Μέντορα και της Βαρσίνης. Ορίστηκε ναύαρχος του στόλου στην εκστρατεία κατά των Αράβων, που ετοίμαζε ο Αλέξανδρος και δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του θανάτου του (323). Είναι ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς του Αλεξάνδρου.

Νεοπτόλεμος: μυθολογείται ως γιός του Αχιλλέα και της Δηιδάμειας. Πήγε στην Τροία κατ’ εντολήν των Αχαιών, διότι δόθηκε μαντεία ότι δεν θα την καταλάμβαναν χωρίς αυτόν. Ήταν μέλος του πληρώματος του Δούρειου Ίππου και κατά την άλωση της Τροίας έσφαξε τον Πρίαμο, τον εγγονό του και γιό του Έκτορα, τον Αστυάνακτα, θυσίασε την κόρη του Πρίαμου, Πολυξένη, πάνω στον τάφο του Αχιλλέα και πήρε ως δούλη τη σύζυγο του Έκτορα, Ανδρομάχη. Μετά τον τρωικό πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και δημιούργησε δικό του οικογενειακό κλάδο.

Νηρηίδες: ονομάζονταν οι 50 κόρες του Νηρέα. Ήταν θαλάσσιες θεότητες και είχαν την εξουσία να σηκώνουν τρικυμίες και να γαληνεύουν τη θάλασσα.

Νικάνωρ : εταίρος, γιος του Παρμενίωνα και αδελφός του Φιλώτα και του Έκτωρα. Στις επιχειρήσεις κατά των Γετών (χάρτης) διοικούσε τη φάλαγγα. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε διοικητής των υπασπιστών των εταίρων, επικεφαλής των οποίων πήρε μέρος σε όλες τις μάχες της εκστρατείας ως το θάνατό του. Επιπλέον, ήταν επικεφαλής του ελληνικού στόλου κατά την κατάληψη των μικρασιατικών παραλίων. Κατέλαβε το νησάκι Λάδη και εμπόδισε τον περσικό στόλο να ενισχύσει την άμυνα της Μιλήτου. Όταν η στρατιά προέλαυνε από την Παρθυαία προς τη Βακτρία (χάρτης), ο Νικάνωρ αρρώστησε και πέθανε. Λόγω των ελλείψεων σε τρόφιμα η στρατιά δεν μπορούσε να σταματήσει και να τον κηδεύσει με τις πρέπουσε τιμές. Γι΄ αυτό έμεινε πίσω ο Φιλώτας με 2.500 άντρες, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν την καταδίωξη του Βήσσου.

Νικάνωρ: εταίρος, τον οποίο ο Αλέξανδρος αρχικά διέταξε να οργανώσει την Αλεξάνδρεια των Παροπαμισάδων και αργότερα τον διόρισε σατράπη των Ασσακηνών (χάρτης).

Νιφάτης: είναι ψηλό βουνό της Αρμενίας, συνέχεια του Ταύρου και φτάνει ως τη Μηδία. Απ’ αυτό πηγάζει ο Τίγρις κι ο Ευφράτης και σήμερα λέγεται Αλά Ντάγκ.

Νυσαίοι: Σε κάποιο σημείο βορείως του ποταμού Κωφήνα (Καμπούλ) και δυτικά του Ινδού ο Αλέξανδρος συνάντησε (327) τη Νύσα, μία πόλη διαφορετική από τις άλλες της πρόσω Ινδίας. Όταν πλησίαζε ο Αλέξανδρος, οι κάτοικοί της του έστειλαν τον Άκουφη, έναν από τους ισχυρότερους άντρες της, επικεφαλής 30μελούς αντιπροσωπείας. Του ζήτησαν να αφήσει την πόλη τους ελεύθερη για χάρη του θεού Διονύσου, ο οποίος είχε χτίσει τη Νύσα για τους απόμαχους στρατιώτες του, όταν τερμάτισε την εκστρατεία του κατά των Ινδών κι επέστρεφε στην ελληνική θάλασσα (Αιγαίο Πέλαγος). Της έδωσε το όνομα της τροφού του, Νύσας, και το γειτονικό βουνό το ονόμασε Μηρό, επειδή ο Διόνυσος κυοφορήθηκε στον μηρό του Δία. Οι Νυσαίοι ως απόδειξη ότι την πόλη έχτισε πράγματι ο Διόνυσος, έφεραν την ύπαρξη κισσού στην περιοχή τους, ενώ δεν φύτρωνε σε κανένα άλλο μέρος της Ινδίας, το ότι πήγαιναν στη μάχη υπό τον ήχο των τυμπάνων και των κυμβάλων και ότι η ἐσθής (τα ρούχα) τους ήταν κατάστικτη, όπως των ακολούθων του Διονύσου. Ισχυρίζονταν ακόμη ο Διόνυσος τους δίδαξε ένα χορό, που ήταν ίδιος με τον ελληνικό κόρδακα. Απέδιδαν με τόση άνεση την καταγωγή τους στους Έλληνες της ακολουθίας του Διονύσου, διότι, όπως καταγράφει με σαφήνεια ο Αρριανός, οι Νυσαίοι δεν ήταν Ινδοί (δηλαδή μελαψοί) και θα μπορούσαν να είναι πράγματι απόγονοι των Ελλήνων, που ακολούθησαν τον Διόνυσο στην εκστρατεία του. Εκείνο που δεν γνώριζε ο σκεπτικιστής Αρριανός είναι η κοινή ινδοευρωπαϊκή καταγωγή Ελλήνων και Ινδών. Οι Νυσαίοι στην ουσία ανέφεραν στους Μακεδόνες έναν από τους «Βίους Αγίων» της δικής τους θρησκείας, που είχε κοινές ρίζες με την αρχαία ελληνική, αφού και οι δύο προέρχονταν από την αρχέγονη κοινή ινδοευρωπαϊκή θρησκεία. Κατά την ινδική θεογονία, ο θεός Σόμα κυοφορήθηκε, όπως και ο Διόνυσος, στο μηρό του θεού Ίντρα, αφού αποσπάσθηκε από την κοιλιά της μητέρας του, η οποία είχε κεραυνοβοληθεί, όπως ακριβώς και του Διονύσου. Ο Σόμα ονομαζόταν βίνας (αγαπητός), ενώ σόμα είναι και ο χυμός κάποιου φυτού με τον οποίο οι Ινδοί έκαναν σπονδές, όπως οι Έλληνες με τον οἶνον. Δηλαδή ο Αλέξανδρος βρήκε σχεδόν έτοιμη μία ελληνοασιατική πόλη, σαν τις Αλεξάνδρειες, που έχτιζε και εποίκιζε. Ίσως κολακεύτηκε με την ιδέα ότι σκόπευε να προελάσει περισσότερο από εκεί, που είχε σταματήσει ένας θεός. Ζήτησε να του δείξουν τον Μηρό, όπου πράγματι υπήρχε κισσός, δάφνη, άλση και θηράματα κάθε είδους. Οι Μακεδόνες χάρηκαν πολύ, που ξανάβλεπαν κισσό μετά από πάρα πολύ καιρό, και έστησαν εκεί ένα γλέντι προς τιμή του Διονύσου. Μάλιστα κάποιοι επώνυμοι Μακεδόνες καμώθηκαν ότι έπεσαν σε βακχεία, την έκσταση στην οποία έπεφταν οι πιστοί του Διονύσου κατά τη λατρεία του. Άραγε ήταν οσφυοκάμπτες, που βρήκαν ευκαιρία να κολακεύσουν τον Αλέξανδρο, ή μήπως αντιδραστικοί, που βρήκαν τρόπο να τον χλευάσουν ευσχήμως; Τα περί Νύσας παρουσιάζουν ενδιαφέρον, διότι στην ευρύτερη περιοχή της ζουν σήμερα οι Καλάς, που ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των στρατιωτών του Αλεξάνδρου ή του Σελεύκου. Ο μη ινδικός λαός που συνάντησε ο Αλέξανδρος πρέπει να είναι ο ίδιος με τους σημερινούς Καλάς, που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή των Νυσαίων. Τον 19ο αιώνα καταγράφεται σε χάρτες της εποχής ότι ήταν εξαπλωμένοι μέχρι βόρεια του ποταμού Κόχκα και κοντά στην Κουργκάν Τεππέ του Τατζικιστάν. Στη συνέχεια οι σφαγές μεγάλου αριθμού «απίστων» από φανατικούς μουσουλμάνους ηγέτες και ο εξισλαμισμός με διάφορα μέσα περιόρισαν κατά πολύ τον πληθυσμό των Καλάς, πληθυσμοί των οποίων σήμερα βρίσκονται στο Τσιτράλ, Σουάτ, Χούντζα, Γκιλγκίτ, Σκάρντου, όπου την ακρόπολή τους ονομάζουν Ισκεντέρια. Ενώ οι Νυσαίοι ισχυρίζονταν ότι ήταν απόγονοι των στρατιωτών του Διονύσου, οι σημερινοί Καλάς ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι των Μακεδόνων του Αλεξάνδρου ή (κατ’ άλλους μελετητές) του Σελεύκου. Φυσικά απορρίπτεται ασυζητητί κάθε σχέση τους με τον Κάλα. Ακόμη και μετά την εξάπλωση του Ισλάμ γύρω τους, οι Καλάς διατήρησαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους και τη θρησκείας τους, γι’ αυτό ονομάζονται Καφίρ (άπιστοι) από τους μουσουλμάνους γείτονές τους. Η γλώσσα τους είναι ινδοευρωπαϊκή, ωστόσο η συγγένειά της με την ελληνική είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτη. Σήμερα η Ελλάδα παρέχει σημαντική πολιτιστική βοήθεια στους Καλάς.

Νώνακρις: ήταν αρχαία πόλη της Αρκαδίας, στους πρόποδες των Αροανίων ορέων, κοντά στην οποία ανέβλυζε η Νωνακρία Πηγή. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το νερό της δηλητηριώδες και, επειδή κάποια στιγμή χανόταν στο έδαφος, πίστευαν ότι ανέβλυζε ξανά στον Άδη. Εκεί ονομαζόταν Στύξ και στα νερά της έδιναν οι θεοί του Ολύμπου τον βαρύτερο όρκο τους.


Ξ

Ξενοφών: γεννήθηκε στην Αθήνα μεταξύ 440 και 425 π.Χ. Ήταν μαθητής του Σωκράτη, αλλά η κλίση του προς τα στρατιωτικά τον έκανε να εγκαταλείψει τη φιλοσοφία. Το 401 ήταν ένας από τους 13.000 Έλληνες μισθοφόρους, που εντάχθηκαν στο στρατό του Κύρου του Νεώτερου. Όταν οι Πέρσες εξόντωσαν με δόλο τους στρατηγούς των μισθοφόρων, εκείνοι εξέλεξαν στρατηγό τους τον Ξενοφώντα, που τους οδήγησε με ασφάλεια σε ελληνικά εδάφη. Ο Ξενοφών ήταν θαυμαστής του σπαρτιατικού τρόπου ζωής και το 394 στη μάχη της Κορώνειας πολέμησε υπέρ των Σπαρτιατών και εναντίον των Αθηναίων. Για την πράξη του αυτή οι Αθηναίοι τον κήρυξαν εξόριστο και δήμευσαν την περιουσία του, ενώ οι Σπαρτιάτες του παραχώρησαν μεγάλο κτήμα κοντά στον Σκιλλούντα της Ηλείας. Το 370 οι Ηλείοι τον εξεδίωξαν και ο Ξενοφών κατέφυγε στην Κόρινθο. Κατόρθωσε να βελτιώσει τις σχέσεις του με την Αθήνα, χωρίς ποτέ να επιστρέψει από την εξορία. Πέθανε το 355, αφήνοντας πίσω του μία σειρά από εξαιρετικά ιστορικά και φιλοσοφικά έργα γραμμένα στην αττική διάλεκτο.


Ο

Οινόπνευμα: «το οινόπνευμα ή αλκοόλ είναι ψυχοδραστικό ναρκωτικό, το οποίο αλλάζει τη χημεία του εγκεφάλου και είναι θανατηφόρο σε μεγάλες δόσεις. Μπορεί να προκαλέσει άμεσο θάνατο επιδρώντας στις περιοχές του εγκεφάλου, που ελέγχουν την αντίληψη, την αναπνοή και τον καρδιακό ρυθμό. Ως κατασταλτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος το οινόπνευμα μπορεί να θέσει εκτός λειτουργίας αυτές τις ζωτικές περιοχές του εγκεφάλου με αποτέλεσμα αρχικά το κώμα και τελικά το θάνατο. Αν κάποιος κοιμηθεί, αφού καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος, μπορεί να πεθάνει με την ακόλουθη διαδικασία: να κάνει έμετο, που θα φράξει τις αναπνευστικές οδούς και θα προκαλέσει ασφυξία. Ή να μην κάνει έμετο, αλλά λόγω της μέθης οι ζωτικές λειτουργίες να κατασταλούν τόσο πολύ, ώστε να σταματήσουν. Ως «θανατηφόρα δόση» οινοπνεύματος ορίζεται κλινικά μεν η ποσότητα εκείνη, που αποβαίνει μοιραία για το 50% του πληθυσμού, νομικά δε ορίζεται ως το τετραπλάσιο περίπου του επιτρεπτού ορίου. Φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις, όπου ο θάνατος επήλθε με πολύ μικρότερη ή πολύ περισσότερη ποσότητα. Ένα άτομο, που πίνει πολύ γρήγορα, φτάνει στη θανατηφόρα δόση οινοπνεύματος με 8-10 ποτά σε μία ώρα. Από το στομάχι και το γαστρεντερικό σύστημα το οινόπνευμα φτάνει μέσω του αίματος στον εγκέφαλο και στα άλλα όργανα. Ο απαιτούμενος χρόνος εξαρτάται από την καταναλωθείσα ποσότητα, την ταχύτητα κατανάλωσης και τις άλλες ουσίες, που βρίσκονται στο στομάχι. Το κατά περίπτωση ανώτατο επίπεδο μέθης επέρχεται σε 30΄ έως 90΄ της ώρας αφού σταματήσει η οινοποσία. Η υπερβολική δόση οινοπνεύματος προκαλεί τα εξής συμπτώματα: έμετο, λιποθυμία, δυσκολία στο ξύπνημα, αργή και ρηχή αναπνοή» (αναδημοσιεύεται κατόπιν αδείας του κατόχου του δικτυακού τόπου http://members.aol.com/intoxikon/alcohol.poisoning.html).

Ολυμπιάδα: κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών, του ισχυρότερου ηπειρωτικού φύλου. Ήταν μυημένη στα Μυστήρια των Καβείρων της Σαμοθράκης, όπου τη γνώρισε ο Φίλιππος. Στη μύησή της αυτή αποδίδονται σημαντικά στοιχεία του χαρακτήρα της και της συμπεριφοράς της. Το 357 έγινε η δεύτερη ή τρίτη ή τέταρτη από τις συνολικά πέντε ή έξι ή επτά συζύγους του Φιλίππου Β΄, στον οποίο έδωσε τα μόνα νόμιμα τέκνα, τον Αλέξανδρο (356) και την Κλεοπάτρα (355). Η εξαιρετικά άστατη ερωτική ζωή του Φιλίππου με τα αλλεπάλληλα διαζύγια και γάμους καθώς και τις πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις διατηρούσε σε διαρκή κίνδυνο τα κληρονομικά δικαιώματα του γιού της στο θρόνο της Μακεδονίας. Αυτός πρέπει να είναι ο λόγος της ανάμιξής της στην πολιτική, πριν ο Αλέξανδρος γίνει βασιλιάς. Το 336 έπεισε τον Αλέξανδρο ότι ο Φίλιππος σκόπευε να δώσει στον Πιξώδαρο ως γαμπρό τον Αρριδαίο, τον οποίο προόριζε για διάδοχό του. Όταν ο Αλέξανδρος διαπληκτίσθηκε έντονα με τον Φίλιππο στο γαμήλιο δείπνο, η Ολυμπιάς αναγκάσθηκε να καταφύγει στον αδελφό της στην Ήπειρο (336). Επέστρεψε στη Μακεδονία λίγους μήνες αργότερα και της αποδόθηκε ανάμιξη στη δολοφονία του Φιλίππου. Λέγεται μάλιστα ότι όχι μόνο οργάνωσε τη δολοφονία, αλλά και τίμησε μετά θάνατον τον δολοφόνο του Φιλίππου. Στην Ολυμπιάδα αποδίδεται η δολοφονία της τελευταίας συζύγου του Φιλίππου και της κόρης της (335) καθώς και η ψυχοσωματική κατάσταση του Αρριδαίου. Υποτίθεται ότι τα δηλητήρια, που του έδωσε όταν ήταν μικρός, προκάλεσαν βλάβη στην ψυχική και σωματική του υγεία. Υποτίθεται ακόμη ότι η Ολυμπιάς εμφύσησε στον Αλέξανδρο από πολύ νωρίς την ιδέα ότι δεν ήταν γιός του Φιλίππου, αλλά του Άμμωνα. Στην Ολυμπιάδα αποδίδεται και η δυσμένεια του Αλεξάνδρου προς τον Αντίπατρο, τον οποίο πρακτικά καθαίρεσε. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου και με δεδομένη την εχθρότητά της προς τον Αντίπατρο η Ολυμπιάς κατέφυγε ξανά στην πατρίδα της, αλλά δεν έπαψε να αναμιγνύεται στα πολιτικά πράγματα της Μακεδονίας. Το 319 ο Πολυπέρχων κάλεσε την Ολυμπιάδα να επιστρέψει στην Αυλή της Μακεδονίας δίπλα στον ανήλικο εγγονό της και συμβασιλιά. Ο Ευμένης της συνέστησε να παραμείνει στην Ήπειρο λόγω των πολλών εχθρών της στη Μακεδονία, όμως εκείνη δεν τον άκουσε. Το 317 διέταξε να δολοφονηθούν ο Αρριδαίος, η Ευρυδίκη, πολλοί υποστηρικτές του Κάσσανδρου καθώς και να βεβηλωθεί ο τάφος του Ιόλλα, λόγω της συμμετοχής του στη δήθεν δηλητηρίαση του Αλεξάνδρου. Ο Κάσσανδρος την πολιόρκησε στην Πύδνα, τη συνέλαβε και την προσήγαγε στην εκκλησία των Μακεδόνων με την κατηγορία της προδοσίας. Η Ολυμπιάς καταδικάσθηκε στην εσχάτη των ποινών για τους προδότες: εκτελέσθηκε διά λιθοβολισμού και το πτώμα της αφέθηκε άταφο (316).

Ονησίκριτος από την Αστυπάλαια: ήταν μαθητής του κυνικού φιλόσοφου Διογένη κι ένας από τους ιστορικούς του Αλεξάνδρου. Την ιστορία του εθεωρούσαν ως μύθευμα και δεν είχαν καθόλου άδικο. Ο ίδιος κατέγραψε τον εαυτό του ως ναύαρχο, ενώ ο Νέαρχος τον κατέγραψε ως κυβερνήτη τριήρους και ούτε λίγο όυτε πολύ τον χαρακτήρισε βλάκα. Γενικά δεν προκύπτει καμία αξιόλογη δράση του στην Ινδία, ώστε να δικαιολογείται η δημόσια στέψη του από τον Αλέξανδρο με χρυσό στεφάνι στα Σούσα το 324, ούτε προσέφερε κάποια σημαντική υπηρεσία σε σχέση με τους Βραχμάνες, στους οποίους ο Αλέξανδρος τον έστειλε ως πρέσβη, αφού οι Βραχμάνες καθοδήγησαν τη σφοδρότερη αντίσταση στην Ινδία.

Οξυάρτης: Βάκτριος αξιωματούχος του αχαιμενιδικού κράτους. Το 329 μαζί με τον Σπιταμένη ήταν επικεφαλής των Σογδιανών ιππέων και ακολούθησαν τον Βήσσο στη Σογδιανή, όταν ο Αλέξανδρος πέρασε τον Παροπάμισο (Χιντού Κους). Την άνοιξη του 327 κατέφυγε με την οικογένειά του στη Σογδιανή Πέτρα και μετά την κατάληψή της ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε μία από τις κόρες του, τη Ρωξάνη. Ο Οξυάρτης πρέπει να ήταν από τους πιό αποφασισμένους αντιστασιακούς κατά του Αλεξάνδρου, διότι δεν δήλωσε υποταγή, ούτε όταν συνελήφθη στη Σογδιανή Πέτρα, παρά μόνο όταν ο Αλέξανδρος ανακοίνωσε το γάμο του με τη Ρωξάνη. Ίσως μάλιστα αυτή ακριβώς η αντιστασιακή δράση του Οξυάρτη οδήγησε τον Αλέξανδο να επιλέξει μία κόρη του για σύζυγο. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Οξυάρτης από τότε εντάχθηκε στην Αυλή του Αλεξάνδρου και λίγες εβδομάδες αργότερα έπεισε τον Χοριήνη να παραδώσει το δικό του οχυρό. Το 325 ο Αλέξανδρος όρισε τον Οξυάρτη και τον Πείθωνα από κοινού σατράπες της περιοχής από τη συμβολή του Ινδού με τον Ακεσίνη ως τις ακτές της Ινδίας. Το 324 ο γιός του Ιτάνης εντάχθηκε στο άγημα.

Οργυά: ισούται με 1/100 του σταδίου, δηλαδή με 1,85 μ.

Ορξίνης: ο Αλέξανδρος είχε ορίσει ως διοικητή της Περσίδας τον Φρασαόρτη, ο οποίος πέθανε μεταξύ 327 και 324. Τον αντικατέστησε προσωρινά μέχρι να αποφασίσει ο Αλέξανδρος ο Ορξίνης, ένας άλλος Πέρσης αξιωματούχος. Όταν ο Αλέξανδρος επέστρεψε από την Ινδία στην Περσέπολη (324), διέταξε την εκτέλεση του Ορξίνη, διότι εις βάρος του υπήρχαν πολλές καταγγελίες για σύληση ιερών, τυμβωρυχίες και εκτελέσεις πολλών Περσών χωρίς δίκη. Κατά τον Κούρτιο οι κατηγορίες ήταν άδικες και οφείλονταν σε συνωμοσία, που είχε εξυφάνει ο Βαγώας, επειδή τον είχε προσβάλει ο Ορξίνης.

Οροντοβάτης: είχε παντρευτεί την Άδα, την κόρη που ο Πιξώδαρος, ο υποτελής στους Πέρσες βασιλιάς της Καρίας, είχε προτείνει (336) αρχικά στο Φίλιππο ως νύφη. Μετά το θάνατο του Πιξώδαρου ο Δαρείος τον όρισε σατράπη της Καρίας και μαζί με τον Μέμνονα υπερασπίσθηκε την Αλικαρνασσό, όταν την πολιόρκησε ο Αλέξανδρος (334). Βλέποντας ότι ήταν αδύνατο να αντέξει την πολιορκία, άφησε φρουρά στην ακρόπολη και εγκατέλειψε την πόλη, αφού την πυρπόλησε. Συνέχισε τις εχθροπραξίες κατά του Αλεξάνδρου συντονίζοντας τους περσικούς θύλακες της Καρίας (ακρόπολη Αλικαρνασσού, Μύνδος, Καύνος, Θήρα, Καλλίπολη, Κως και Τριόπιο) ως την κατάληψή τους. Το 332 νικήθηκε σε σημαντική μάχη και άφησε πίσω του 700 πεζούς και 50 ιππείς νεκρούς και πάνω από 1.000 αιχμαλώτους. Μετά την κατάληψη των περσικών θυλάκων από τις μακεδονικές δυνάμεις, επέστρεψε στην Αυλή του Δαρείου. Στη μάχη των Γαυγαμήλων (331) ήταν ένας από τους διοικητές των λαών της Ερυθράς Θάλασσας (του Περσικού Κόλπου).

http://www.alexanderofmacedon.info/greek/A1gr.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου