Αναγνώστες

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κλασικός σημαίνει ωριμότητα

Ο Τόμας Στερν Ελιοτ (1888-1965) αναμφισβήτητα υπήρξε μία από τις κορυφαίες ποιητικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα. Οσο και να μην είσαι τυπολάτρης της ιστορίας της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, όσο και να θέλεις να αντιμετωπίζεις αιρετικά τους επιφανείς, δεν μπορείς εύκολα να προσπεράσεις τον Αγγλοσάξονα ποιητή. Η «Ερημη χώρα» και τα «Τέσσερα κουαρτέτα», οι δύο για πολλούς κορυφαίες ποιητικές συνθέσεις του, καθόρισαν και σφράγισαν τη νεότερη και νεότατη ποιητική δημιουργία εξακολουθητικά.
Τον κριτικό Τ.Σ. Ελιοτ γνωρίζουμε και πάλι μέσα από αυτόν τον καλαίσθητο τόμοΤον κριτικό Τ.Σ. Ελιοτ γνωρίζουμε και πάλι μέσα από αυτόν τον καλαίσθητο τόμοΟ Τόμας Σ. Ελιοτ είχε μεγάλη ποιητική αυτογνωσία, γι' αυτό, όπως παραδεχόταν, δεν τον επηρέασαν οι μεγάλοι, όπως ο Σέξπιρ ή ο Μποντλέρ. Από αυτούς δεν μαθαίνεις, τους μιμείσαι - διαπίστωνε. Γι' αυτό προτιμούσε να συνομιλεί με τους Λαφόργκ, Μάρλοου, Γουέμπστερ, Τέρνερ, Μίντλτον, Φορντ.
Παράλληλα με την ποίηση -με αυτή την τέχνη η οποία σε εξαντλεί σωματικά, πνευματικά και ψυχικά- άσκησε και την κριτική λογοτεχνίας. Ούτε ως κριτικός υστέρησε, αφού σε κάθε δοκίμιό του κατάφερνε να συνδυάζει τη θερμότητα του πρωτογενούς και την «ψυχρότητα» του δευτερογενούς δημιουργού. Τον κριτικό Τ.Σ. Ελιοτ ξαναγνωρίζουμε μέσα από έναν καλαίσθητο τόμο με μοβ κουβερτούρα, που κυκλοφορεί με τον τίτλο «Οι φωνές της ποίησης» και εντάσσεται στη σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης (μετάφραση Αρης Μπερλής, σελίδες 263, τιμή 16 ευρώ).
Σε αυτόν τον τόμο είναι συγκεντρωμένα οκτώ εκλεκτά δοκίμια τού Τ.Σ. Ελιοτ, που συγκεντρώνουν τον ανθό τής κριτικής του σκέψης: «Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο», «Αμλετ», «Τι είναι κλασικό;», «Τι είναι η ελάσσων ποίηση;», «Η μουσική της ποίησης», «Οι τρεις φωνές τής ποίησης», «Θρησκεία και λογοτεχνία», «Ας κρίνουμε τον κριτικό».
Πόσες φορές δεν έχουμε πέσει πάνω σε σειρά η οποία επιγράφεται, παραδείγματος χάριν, «Κλασική λογοτεχνία» ή «Μεγάλοι κλασικοί»; Πώς, όμως, αντιλαμβάνεται ο Τ.Σ. Ελιοτ τον όρο κλασικός, όταν δίνει τη διάλεξη, το 1944, στη Βιργιλιανή Εταιρεία; Διαβάζουμε: «Αν υπάρχει μια λέξη που μπορεί να δηλώσει το maximum αυτού που εννοώ με τον όρο "κλασικός", είναι η λέξη ωριμότητα. Θα κάνω διάκριση μεταξύ του καθολικά κλασικού, όπως ο Βιργίλιος, και του κλασικού που είναι κλασικό μόνο σε σχέση με την υπόλοιπη λογοτεχνία στη δική του γλώσσα ή σύμφωνα με την κοσμοθεωρία μιας συγκεκριμένης περιόδου».
Το κλασικό, υποστηρίζει, εμφανίζεται μόνον όταν ένας πολιτισμός είναι ώριμος· όταν μια λογοτεχνία είναι ώριμη· και πρέπει να είναι το έργο ενός ώριμου πνεύματος. Σας φαίνεται ότι οι λέξεις «ώριμος» και «ωριμότητα» παραπέμπουν σε κάποιο παλιομοδίτικο κριτικό πλαίσιο, το οποίο παραπέμπει στην εξελικτική θεωρία;
«Ενας συγγραφέας που, σαν άτομο, έχει ωριμότερη σκέψη», εξηγεί, «μπορεί να ανήκει σε μια λιγότερο ώριμη περίοδο από έναν άλλον, με αποτέλεσμα, από αυτήν την άποψη, το έργο του να είναι λιγότερο ώριμο.
»Η ωριμότητα της λογοτεχνίας καθρεφτίζει την ωριμότητα της κοινωνίας εντός της οποίας παράγεται. Ενας συγγραφέας -και κατ' εξοχήν ο Σέξπιρ και ο Βιργίλιος- μπορεί να συμβάλει πολύ στην ανάπτυξη της γλώσσας του· αλλά δεν μπορεί να φέρει τη γλώσσα σε ωριμότητα, εκτός αν το έργο των προκατόχων του την προετοίμασε για τις τελευταίες δικές του πινελιές».
Ετσι, συμπερασματικά, «μια ώριμη λογοτεχνία έχει πίσω της μια ιστορία: μια ιστορία που δεν είναι απλώς ένα χρονικό, μια στοίβα χειρογράφων και γραπτών κάθε είδους, αλλά μια διατεταγμένη, αν και υποσυνείδητη, πρόοδος μιας γλώσσας που αξιοποιεί τις δυνατότητές της εντός των ορίων της».
Αναφορικά με την κριτική του ιδιότητα κρατούσε χαμηλούς τόνους. Στην περίπτωσή του θεωρούσε ότι η κριτική είναι υποπροϊόν της δημιουργικής του δράσης. Αυτοχαρακτηριζόταν πρωτίστως ποιητής: «Προϋπόθεση για να ενταχθεί κανείς σε αυτή την κατηγορία είναι, πρώτον, να είναι γνωστός κυρίως για την ποίησή του, και, δεύτερον, το κριτικό του έργο να έχει αυτοτελή αξία, όχι απλώς επειδή ρίχνει φως στην ποίηση του συγγραφέα του».
Τι τον ενοχλούσε, όταν οι άλλοι αναφέρονταν στα δοκίμιά του; Οτι δεν συνυπολόγιζαν τη χρονιά που γράφτηκαν. Τα προτιμούσαν, όταν διέθεταν το ρίγος και το φανατισμό της νεαρής ηλικίας. Αυτή την προτίμηση την απέδιδε σε δύο λόγους: στο φανατισμό της νεότητας και στο γεγονός ότι υπερασπιζόταν το είδος της ποίησης που έγραφε αυτός και οι φίλοι του. «Αυτό έδινε στα δοκίμιά μου μια ζωντάνια, τη ζέση της έκκλησης του συνηγόρου - στοιχεία που τα μετέπειτα, ψυχραιμότερα και, ελπίζω, πιο ακριβοδίκαια, δοκίμιά μου δεν διαθέτουν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου