Αναγνώστες

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΙΤΤΥ ΑΡΣΕΝΗ

«Δεν υπάρχει μια στάλα αέρας, μια στάλα φως, και από πάνω, από δεξιά, απ' αριστερά, βογγητά, απελπισία», γράφει στο βιβλίο-ντοκουμέντο που συνέγραψε με τίτλο «Μπουμπουλίνας 18»
«Μας πιάσανε, μας βασανίσανε, μας φυλακίσανε και τώρα μας αφήσαν "έξω" σε έναν κόσμο που μας πληγώνει. Μας αχρηστέψανε»«Μας πιάσανε, μας βασανίσανε, μας φυλακίσανε και τώρα μας αφήσαν "έξω" σε έναν κόσμο που μας πληγώνει. Μας αχρηστέψανε»Μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του αντιδικτατορικού αγώνα, η ηθοποιός Κίττυ Αρσένη, μάρτυρας-κλειδί στην έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα βασανιστήρια της χούντας, έσβησε το πρωί του Σαββάτου, μετά από παλικαρίσιο αγώνα με τον καρκίνο του πνεύμονα. Ηταν 78 ετών. Το όνομά της υπήρξε συνώνυμο του ήθους και της ανιδιοτέλειας. Δεν εξαργύρωσε ποτέ το παραμικρό. Και μολονότι άνθρωπος του θεάτρου, δεν προσέλκυσε ποτέ επί τούτου επάνω της τους προβολείς της δημοσιότητας.
Γεννήθηκε στο Αργοστόλι, μοναχοκόρη (με αδελφούς τον Γεράσιμο και τον Βικέντιο) σε μια οικογένεια η οποία χωρίς να είναι πολιτικοποιημένη ήταν δημοκρατικών φρονημάτων. Εμαθε από νωρίς να υπερασπίζεται το δίκαιο και τον αδύναμο. Από μικρή αγαπούσε παθιασμένα το θέατρο και τη λογοτεχνία. Και αποφάσισε να τα συνδυάσει σπουδάζοντας θέατρο στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, δίπλα στον Κάρολο Κουν. Ανοικτό, ανήσυχο μυαλό, δεν θα μπορούσε παρά να βρεθεί στο θέατρο που εκείνη την εποχή έκανε πρωτοπορία. Δεν την ενδιαφέρει μόνο η υποκριτική, αλλά, όπως θα φανεί αργότερα, και η σκηνοθεσία και η διδασκαλία.
Στην Καλαμάτα, το 1936, με τον αδελφό της ΓεράσιμοΣτην Καλαμάτα, το 1936, με τον αδελφό της ΓεράσιμοΤο 1958 ολοκληρώνει τις σπουδές της στο Θεάτρο Τέχνης. Ανήκει στην ίδια «φουρνιά» αποφοίτων με τον Κώστα Καζάκο, τη Μάρθα Βούρτση, το Λεωνίδα Τριβιζά και τον Θανάση Μυλωνά. Ιδεαλισμός κρύβεται πίσω από την απόφαση όλων αυτών να ιδρύσουν πρωτοποριακό θίασο ρεπερτορίου, με το όνομα «Ελεύθερο Θέατρο». Περιοδεύουν στην ελληνική επικράτεια, θεωρώντας ότι μπορούν να αλλάξουν τον... κόσμο. Η προσπάθειά τους να μπολιάσουν την τέχνη με την ουτοπία πέφτει στο κενό. Η πορεία της Κίττυς Αρσένη στη σκηνή συνεχίζεται με σταθερότητα στα θέατρα Βεργή, Μουσούρη, Αναλυτή. Ξετυλίγει τις ικανότητες μιας εύπλαστης καρατερίστας.
Στη «Λοκαντιέρα»  νεαρή ηθοποιός με την ομάδα των αποφοίτων του Θεάτρου Τέχνης «Ελεύθερο Θέατρο».Στη «Λοκαντιέρα» νεαρή ηθοποιός με την ομάδα των αποφοίτων του Θεάτρου Τέχνης «Ελεύθερο Θέατρο».Την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή της την κάνει το '62 στην «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη. Είναι η κορυφαία του Χορού. Οταν οι στρατηγοί καταλαμβάνουν πραξικοπηματικά την εξουσία, η ζωή της ανατρέπεται. Γιατί η Κίττυ Αρσένη, άνθρωπος με πολιτική συγκρότηση και συνείδηση, δεν συνεχίζει να κάνει μόνο θέατρο. «Με το που γίνεται η δικτατορία βρέθηκα σε μια οργάνωση που είχε γίνει από τον Μίκη, το Πατριωτικό Μέτωπο. Απειρη κι ενθουσιώδης και λίγο παράτολμη, ή μάλλον πολύ παράτολμη, ανακατεύτηκα με τα πάντα», αφηγούνταν σε συνέντευξή της στη σειρά εκπομπών «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα». «Ανακατεύτηκα από το να βρούμε έναν πολύγραφο μέχρι να βρούμε σπίτια να κρυφούν παράνομοι».
Ο έλεγχος χάνεται οριστικά όταν «ξαφνικά κάποιος μου έδωσε μια κασέτα, να τη δώσω κάπου, σε κάποιον από το θέατρο που ήμουνα, για να πάει στο εξωτερικό». Η κασέτα είναι η αφορμή για να συλληφθεί το καλοκαίρι του '67, να βασανιστεί με αγριότητα, να δικαστεί και να περάσει από έκτακτο στρατοδικείο
«Χτες βράδυ με πιάσανε λοιπόν. Ολα έγιναν πολύ γρήγορα. Το απόγευμα στο θέατρο με ειδοποιήσανε: "Πιάσανε το Μίκη. Κάνουνε συλλήψεις". Και τα ξημερώματα στις 2 η ώρα, με πιάσανε. Αυτό ήτανε. (...) Μπήκανε με τα περίστροφα στα χέρια. Κάνανε το σπίτι άνω κάτω σα λυσσασμένα σκυλιά». (Ο Λάμπρου, ο Μπάμπαλης και ο Μάλλιος, οι οποίοι της συστήθηκαν ονομαστικά). Ο Λάμπρου τη ρώτησε αν της αρέσει η μουσική του Θεοδωράκη. «Γιατί με ρωτάτε, είμαι καλλιτέχνης;», του αντιγυρίζει την ερώτηση. Και η ακαριαία αντίδραση τού βασανιστή ήταν να σπάσει το δίσκο με το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού». Σε μεταγενέστερη μαρτυρία της, η Κίττυ Αρσένη περιγράφει όχι μόνο τη φάλαγγα στα Τουρκοβούνια, έξω από το αυτοκίνητο των βασανιστών («Οταν με πιάσανε, δεν με πήγαν κατευθείαν στην Ασφάλεια, με πήγαν στα νταμάρια. Μου έκαναν εικονική εκτέλεση, με χτύπησαν, μου έκαναν φάλαγγα μέσα στο αυτοκίνητο, γιατί βιαζόντουσαν να βρουν το Φιλίνη»), αλλά και το στριπτίζ που υπέστη μέχρι να την πετάξουν στο εφιαλτικό κελί 18. «Εδώ είναι κόλαση. Δεν υπάρχει μια στάλα αέρας, μια στάλα φως, και από πάνω, από δεξιά, απ' αριστερά, βογγητά, απελπισία», γράφει στο βιβλίο-ντοκουμέντο που συνέγραψε με τίτλο «Μπουμπουλίνας 18» (Θεμέλιο, 1975), το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά και στα δανέζικα. «Μια προσωπική οφειλή», όπως το περιέγραφε. «Γιατί στον τόπο μου δεν έχω να κρύψω τίποτα».
Οταν την απειλούσαν στα νταμάρια ότι θα τη σκοτώσουν με εικονική εκτέλεση και στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας ότι θα την πετάξουν κάτω, «έλεγα μακάρι να το κάνουν. Μπορούσαν και να το κάνουν, δεν ξέραμε μέχρι πού φθάνουνε». Υπήρχε κάτι, ψυχολογικά, ακόμη πιο εξοντωτικό: «Ενα από τα συναισθήματα όταν σε πιάνουνε, το συναίσθημα της ήττας».
Τρεις μήνες έμεινε στα κολαστήρια της Μπουμπουλίνας, δυο στην απομόνωση και ένα μήνα στον τέταρτο όροφο. Κατόπιν μεταφέρθηκε στις Φυλακές Αβέρωφ. «Το χειρότερο κι από τη φυλακή είναι η πίεση των απ' έξω. Να βλέπεις σε ποια κατάσταση έχεις αφήσει την οικογένειά σου», διαπίστωνε.
Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή, με αναστολή. «Μας πιάσανε, μας βασανίσανε, μας φυλακίσανε και τώρα μας αφήσαν "έξω" σε έναν κόσμο που μας πληγώνει. Μας αχρηστέψανε», σημειώνει στο βιβλίο-γροθιά στο στομάχι.
Σε πορεία ειρήνης τον Μάη του '65 (δεξιά).Μια ζωή στρατευμένη για την ειρήνη και τη δημοκρατίαΣε πορεία ειρήνης τον Μάη του '65 (δεξιά).Μια ζωή στρατευμένη για την ειρήνη και τη δημοκρατίαΤην άνοιξη του 1968 διαφεύγει στο εξωτερικό και καταθέτει στο Συμβούλιο της Ευρώπης, καταγγέλλοντας τα βασανιστήρια και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το στρατιωτικό καθεστώς. «Μου είπανε θέλεις, μπορείς, το αντέχεις να πας; Και το άντεξα και πήγα. Ημουνα η μόνη που είχα βασανιστεί και ήμουνα έξω από τη φυλακή».
Και τότε όμως έπρεπε να δώσει νέο αγώνα: «Οι νομομαθείς της Ευρώπης είχαν δίκιο να δυσπιστούν. Οταν δεν μπορείς να μεταφράσεις τη λέξη ταράτσα και απομόνωση σε άλλη γλώσσα δεν υπάρχει prima facie απόδειξη», γράφει στο «Μπουμπουλίνας 18». «Επρεπε να δοθεί μάχη στο Στρασβούργο να πειστούν οι άλλες χώρες να βάλουν και τα βασανιστήρια στην προσφυγή των Σκανδιναβών. Εκεί μπλέκομαι εγώ. Η ευθύνη μου ήταν τεράστια. Πέρασα πάρα πολύ έντονα και ανήσυχα και ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου».
Οπως χαρακτηριστικά γράφει στο βιβλίο της: «Εκθεση βασανιστηρίων και παθημάτων! Και το κάνουμε. Πρέπει να το κάνουμε. Αυτή τη στιγμή άλλοι σαν και μας ζουν ό,τι ζήσαμε, βασανίζονται όπως βασανιστήκαμε. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχάσουμε, ούτε να συγχωρέσουμε. Είμαστε μέσα σε ένα καμίνι και... Η πόλη μας καίγεται. Καιρός είναι να μάθουμε, να βγούνε στο δρόμο πριν πιάσει φωτιά και το δικό τους σπίτι» . Μιλούσε προφητικά για το μέλλον.
Την περιόδο των καταθέσεων στο Στρασβούργο μένει στο εξωτερικό, περισσότερο δε στο Παρίσι. Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Στην πόλη του φωτός της δίνεται η ευκαιρία να συνεργαστεί με τον Ζυλ Ντασσέν στην ταινία «Promesse a l' aube», με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη, και να πάρει μια μικρή μυρωδιά από το επαγγελμά της, που η συγκυρία την αναγκάζει να εγκαταλείψει κακήν κακώς. Αλλά και επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1972 («Αμέσως βρήκα ένα συμβολαιογράφο και υπέγραψα ότι αυτά που είπα στο Συμβούλιο της Ευρώπης είναι αλήθεια και αν τυχόν συλληφθώ και αυτά διαψευσθούν, θα είναι παρά τη θέλησή μου»), οι συνθήκες επαγγελματικά είναι ασφυκτικές: «Είμαστε μαρκαρισμένοι για να κάνουμε οτιδήποτε. Τα χαρτιά μας ακατάλληλα για οποιαδήποτε δουλειά, ακατάλληλα για τα σχολεία. Οι φίλοι έπρεπε να μας απομονώσουν. Τα σύνορα κλειστά στα ονόματά μας. Παντού μας παρακολουθούσαν, παντού μας απόφευγαν. Μια δεύτερη φυλακή μας περίμενε εκτός των τειχών», διαπιστώνει πικρά στο βιβλίο της.
Στην «Ευαίσθητη ισορροπία» του Αλμπι στο Εθνικό Θέατρο (1995)Στην «Ευαίσθητη ισορροπία» του Αλμπι στο Εθνικό Θέατρο (1995)«Δεν μπορούσα να ξαναρχίσω να δουλεύω στο θέατρο, δεν με έπαιρνε κανένας. Αργησα πάρα πολύ να συνέλθω. Οχι τόσο γι' αυτά που είχα περάσει, όσο γι'αυτά που έπρεπε να αντιμετωπίσω». Για βιοποριστικούς λόγους εργάζεται σε βιβλιοπωλείο. Με τη μεταπολίτευση ξανασυναντά την τέχνη της, μέσω του θεάτρου, του ραδιοφώνου, της νέας τηλεόρασης. Συγχρόνως, αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα για την επανασύσταση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, στο οποίο εκλέγεται γενική γραμματέας. «Επί 24ωρου βάσεως συνδικαλίστρια. Είκοσι χρόνια έδωσα από τη ζωή μου στο συνδικαλισμό. Και τώρα ακούω συνδικαλιστές και ανατριχιάζω».
Η επιστροφή της στη σκηνή σηματοδοτείται με το «Ταμπούρλο της νύχτας» του Μπρεχτ, στο θίασο του Νίκου Κούρκουλου. Καλλιτεχνικά αναγεννιέται. Συνεργάζεται και με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας. Από το 1982 έως το 1996 ανήκει στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου. Μια σημαντική στιγμή είναι ο ρόλος της Πενίας στον Πλούτο του Λούκα Ρονκόνι, παράσταση που κατέρχεται στην Επίδαυρο το 1985.
Κορυφαία του Χορού στην κινηματογραφική «Ηλέκτρα» του Μ. Κακογιάννη το '62Κορυφαία του Χορού στην κινηματογραφική «Ηλέκτρα» του Μ. Κακογιάννη το '62Δεν την απασχολεί μόνο η υποκριτική, αλλά και η αγωγή των νέων ηθοποιών. Οργανώνει θεατρικά σεμινάρια, σκηνοθετεί -η μεγάλη της αγάπη- και από το 1993 μέχρι το 2005 είναι υπεύθυνη για τη Θεατρική Ομάδα του Παντείου Πανεπιστημίου. Εκεί ανεβάζει Καμπανέλλη, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Μπρεχτ, Ησαΐα, Κατσαΐτη. Σκηνοθετεί στην Πάτρα τη «Συναναστροφή» της Αναγνωστάκη (το 1997) και στο Απλό Θέατρο τον «Παπαγάλο με τα πορτοκαλί φτερά» με την Εύα Κοταμανίδου (το 1998).
Διδάσκει επίσης υποκριτική στο Ωδείο Αθηνών. Οι μαθητές της τη σέβονται, τη θαυμάζουν και τη λατρεύουν. Φέτος, με την ανάληψη των ηνίων του Εθνικού Θεάτρου από τον Σωτήρη Χατζάκη, διορίζεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, στο οποίο υπήρξε για χρόνια μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής.
Μια ζωή συνδύαζε την τέχνη με την πολιτική. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας δραστηριοποιείται στο ΚΚΕ εσωτερικού. Υπήρξε και υποψήφιά του στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές. Συνεχίζει ως στέλεχος της Ελληνικής Αριστεράς, του Συνασπισμού και, τελευταία, της Δημοκρατικής Αριστεράς.
Το 1985 υπήρξε τυχαία μάρτυρας της δολοφονίας Μομφεράτου. Είκοσι ένα χρόνια μετά, κλήθηκε μάρτυρας στη δίκη της 17Ν. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας τη ρωτάει για τον Μομφεράτο, προσπαθώντας να εκμαιεύσει, υπό τη συναισθηματική φόρτισή της για τα προσωπικά της πάθη, ένα σχόλιο υπέρ της αυτοδικίας. Κι εκείνη, αταλάντευτη, πιστή στις αρχές μιας ζωής, δυσανασχετεί: «Κύριε Κουφοντίνα, την περίοδο της δικτατορίας την ξέρω πολύ καλά. Εχω συλληφθεί, έχω αναπτύξει μια δραστηριότητα στο εξωτερικό. Σας παρακαλώ όμως μη ζητάτε να καταδικάσω έναν άνθρωπο δολοφονημένο. Δεν μπορώ να το κάνω».
Μέχρι τέλους, η Κίττυ Αρσένη παρακολουθούσε την επικαιρότητα και τη θεατρική δραστηριότητα, νηφάλια, μετριοπαθής, χωρίς να επιδιώκει τις δημόσιες δηλώσεις. Παρ' όλα αυτά δεν έκρυβε ότι «στεναχωριέμαι για πολλά πράγματα και για πολλές διαψεύσεις. Μου λένε συχνά γιατί δεν βγαίνω να μιλήσω γιατί δεν λέω στον κόσμο για τα πράγματα που έζησα. Συγγνώμη, αλλά τώρα είναι η δική σας η σειρά...».
Ανθρωπος δοτικός, αλτρουιστής, χαμηλών τόνων, έκανε ένα γάμο με τον Αντώνη Καρρά. Δεν διήρκεσε πολύ. Παιδιά μπορεί να μην απέκτησε, αλλά παιδιά της έγιναν οι μαθητές της.
Η πολιτική κηδεία της θα γίνει αύριο στις 5.30 μ.μ., από το νεκροταφείο Αμαρουσίου. Η οικογένειά της, αντί στεφάνων, επιθυμεί να δοθεί στη μνήμη της δωρεά στη Διεθνή Αμνηστία Ελλάδας.
Τα συλλυπητήριά τους στην οικογένειά της για το μέγεθος της απώλειας μιας αυθεντικής αγωνίστριας και σημαντικής καλλιτέχνιδας εξέφρασαν ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, η ΔΗΜΑΡ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Π. Παναγιωτόπουλος, το Εθνικό Θέατρο κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου