«Δεν υπάρχει μια στάλα αέρας, μια στάλα φως, και από πάνω, από δεξιά, απ' αριστερά, βογγητά, απελπισία», γράφει στο βιβλίο-ντοκουμέντο που συνέγραψε με τίτλο «Μπουμπουλίνας 18»

Γεννήθηκε στο Αργοστόλι, μοναχοκόρη (με αδελφούς τον Γεράσιμο και τον Βικέντιο) σε μια οικογένεια η οποία χωρίς να είναι πολιτικοποιημένη ήταν δημοκρατικών φρονημάτων. Εμαθε από νωρίς να υπερασπίζεται το δίκαιο και τον αδύναμο. Από μικρή αγαπούσε παθιασμένα το θέατρο και τη λογοτεχνία. Και αποφάσισε να τα συνδυάσει σπουδάζοντας θέατρο στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, δίπλα στον Κάρολο Κουν. Ανοικτό, ανήσυχο μυαλό, δεν θα μπορούσε παρά να βρεθεί στο θέατρο που εκείνη την εποχή έκανε πρωτοπορία. Δεν την ενδιαφέρει μόνο η υποκριτική, αλλά, όπως θα φανεί αργότερα, και η σκηνοθεσία και η διδασκαλία.


Ο έλεγχος χάνεται οριστικά όταν «ξαφνικά κάποιος μου έδωσε μια κασέτα, να τη δώσω κάπου, σε κάποιον από το θέατρο που ήμουνα, για να πάει στο εξωτερικό». Η κασέτα είναι η αφορμή για να συλληφθεί το καλοκαίρι του '67, να βασανιστεί με αγριότητα, να δικαστεί και να περάσει από έκτακτο στρατοδικείο
«Χτες βράδυ με πιάσανε λοιπόν. Ολα έγιναν πολύ γρήγορα. Το απόγευμα στο θέατρο με ειδοποιήσανε: "Πιάσανε το Μίκη. Κάνουνε συλλήψεις". Και τα ξημερώματα στις 2 η ώρα, με πιάσανε. Αυτό ήτανε. (...) Μπήκανε με τα περίστροφα στα χέρια. Κάνανε το σπίτι άνω κάτω σα λυσσασμένα σκυλιά». (Ο Λάμπρου, ο Μπάμπαλης και ο Μάλλιος, οι οποίοι της συστήθηκαν ονομαστικά). Ο Λάμπρου τη ρώτησε αν της αρέσει η μουσική του Θεοδωράκη. «Γιατί με ρωτάτε, είμαι καλλιτέχνης;», του αντιγυρίζει την ερώτηση. Και η ακαριαία αντίδραση τού βασανιστή ήταν να σπάσει το δίσκο με το «Τραγούδι του νεκρού αδελφού». Σε μεταγενέστερη μαρτυρία της, η Κίττυ Αρσένη περιγράφει όχι μόνο τη φάλαγγα στα Τουρκοβούνια, έξω από το αυτοκίνητο των βασανιστών («Οταν με πιάσανε, δεν με πήγαν κατευθείαν στην Ασφάλεια, με πήγαν στα νταμάρια. Μου έκαναν εικονική εκτέλεση, με χτύπησαν, μου έκαναν φάλαγγα μέσα στο αυτοκίνητο, γιατί βιαζόντουσαν να βρουν το Φιλίνη»), αλλά και το στριπτίζ που υπέστη μέχρι να την πετάξουν στο εφιαλτικό κελί 18. «Εδώ είναι κόλαση. Δεν υπάρχει μια στάλα αέρας, μια στάλα φως, και από πάνω, από δεξιά, απ' αριστερά, βογγητά, απελπισία», γράφει στο βιβλίο-ντοκουμέντο που συνέγραψε με τίτλο «Μπουμπουλίνας 18» (Θεμέλιο, 1975), το οποίο μεταφράστηκε στα ιταλικά και στα δανέζικα. «Μια προσωπική οφειλή», όπως το περιέγραφε. «Γιατί στον τόπο μου δεν έχω να κρύψω τίποτα».
Οταν την απειλούσαν στα νταμάρια ότι θα τη σκοτώσουν με εικονική εκτέλεση και στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας ότι θα την πετάξουν κάτω, «έλεγα μακάρι να το κάνουν. Μπορούσαν και να το κάνουν, δεν ξέραμε μέχρι πού φθάνουνε». Υπήρχε κάτι, ψυχολογικά, ακόμη πιο εξοντωτικό: «Ενα από τα συναισθήματα όταν σε πιάνουνε, το συναίσθημα της ήττας».
Τρεις μήνες έμεινε στα κολαστήρια της Μπουμπουλίνας, δυο στην απομόνωση και ένα μήνα στον τέταρτο όροφο. Κατόπιν μεταφέρθηκε στις Φυλακές Αβέρωφ. «Το χειρότερο κι από τη φυλακή είναι η πίεση των απ' έξω. Να βλέπεις σε ποια κατάσταση έχεις αφήσει την οικογένειά σου», διαπίστωνε.
Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή, με αναστολή. «Μας πιάσανε, μας βασανίσανε, μας φυλακίσανε και τώρα μας αφήσαν "έξω" σε έναν κόσμο που μας πληγώνει. Μας αχρηστέψανε», σημειώνει στο βιβλίο-γροθιά στο στομάχι.

Και τότε όμως έπρεπε να δώσει νέο αγώνα: «Οι νομομαθείς της Ευρώπης είχαν δίκιο να δυσπιστούν. Οταν δεν μπορείς να μεταφράσεις τη λέξη ταράτσα και απομόνωση σε άλλη γλώσσα δεν υπάρχει prima facie απόδειξη», γράφει στο «Μπουμπουλίνας 18». «Επρεπε να δοθεί μάχη στο Στρασβούργο να πειστούν οι άλλες χώρες να βάλουν και τα βασανιστήρια στην προσφυγή των Σκανδιναβών. Εκεί μπλέκομαι εγώ. Η ευθύνη μου ήταν τεράστια. Πέρασα πάρα πολύ έντονα και ανήσυχα και ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου».
Οπως χαρακτηριστικά γράφει στο βιβλίο της: «Εκθεση βασανιστηρίων και παθημάτων! Και το κάνουμε. Πρέπει να το κάνουμε. Αυτή τη στιγμή άλλοι σαν και μας ζουν ό,τι ζήσαμε, βασανίζονται όπως βασανιστήκαμε. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεχάσουμε, ούτε να συγχωρέσουμε. Είμαστε μέσα σε ένα καμίνι και... Η πόλη μας καίγεται. Καιρός είναι να μάθουμε, να βγούνε στο δρόμο πριν πιάσει φωτιά και το δικό τους σπίτι» . Μιλούσε προφητικά για το μέλλον.
Την περιόδο των καταθέσεων στο Στρασβούργο μένει στο εξωτερικό, περισσότερο δε στο Παρίσι. Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Στην πόλη του φωτός της δίνεται η ευκαιρία να συνεργαστεί με τον Ζυλ Ντασσέν στην ταινία «Promesse a l' aube», με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη, και να πάρει μια μικρή μυρωδιά από το επαγγελμά της, που η συγκυρία την αναγκάζει να εγκαταλείψει κακήν κακώς. Αλλά και επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1972 («Αμέσως βρήκα ένα συμβολαιογράφο και υπέγραψα ότι αυτά που είπα στο Συμβούλιο της Ευρώπης είναι αλήθεια και αν τυχόν συλληφθώ και αυτά διαψευσθούν, θα είναι παρά τη θέλησή μου»), οι συνθήκες επαγγελματικά είναι ασφυκτικές: «Είμαστε μαρκαρισμένοι για να κάνουμε οτιδήποτε. Τα χαρτιά μας ακατάλληλα για οποιαδήποτε δουλειά, ακατάλληλα για τα σχολεία. Οι φίλοι έπρεπε να μας απομονώσουν. Τα σύνορα κλειστά στα ονόματά μας. Παντού μας παρακολουθούσαν, παντού μας απόφευγαν. Μια δεύτερη φυλακή μας περίμενε εκτός των τειχών», διαπιστώνει πικρά στο βιβλίο της.

Η επιστροφή της στη σκηνή σηματοδοτείται με το «Ταμπούρλο της νύχτας» του Μπρεχτ, στο θίασο του Νίκου Κούρκουλου. Καλλιτεχνικά αναγεννιέται. Συνεργάζεται και με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα και με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας. Από το 1982 έως το 1996 ανήκει στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου. Μια σημαντική στιγμή είναι ο ρόλος της Πενίας στον Πλούτο του Λούκα Ρονκόνι, παράσταση που κατέρχεται στην Επίδαυρο το 1985.

Διδάσκει επίσης υποκριτική στο Ωδείο Αθηνών. Οι μαθητές της τη σέβονται, τη θαυμάζουν και τη λατρεύουν. Φέτος, με την ανάληψη των ηνίων του Εθνικού Θεάτρου από τον Σωτήρη Χατζάκη, διορίζεται μέλος του διοικητικού συμβουλίου του, στο οποίο υπήρξε για χρόνια μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής.
Μια ζωή συνδύαζε την τέχνη με την πολιτική. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας δραστηριοποιείται στο ΚΚΕ εσωτερικού. Υπήρξε και υποψήφιά του στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές. Συνεχίζει ως στέλεχος της Ελληνικής Αριστεράς, του Συνασπισμού και, τελευταία, της Δημοκρατικής Αριστεράς.
Το 1985 υπήρξε τυχαία μάρτυρας της δολοφονίας Μομφεράτου. Είκοσι ένα χρόνια μετά, κλήθηκε μάρτυρας στη δίκη της 17Ν. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας τη ρωτάει για τον Μομφεράτο, προσπαθώντας να εκμαιεύσει, υπό τη συναισθηματική φόρτισή της για τα προσωπικά της πάθη, ένα σχόλιο υπέρ της αυτοδικίας. Κι εκείνη, αταλάντευτη, πιστή στις αρχές μιας ζωής, δυσανασχετεί: «Κύριε Κουφοντίνα, την περίοδο της δικτατορίας την ξέρω πολύ καλά. Εχω συλληφθεί, έχω αναπτύξει μια δραστηριότητα στο εξωτερικό. Σας παρακαλώ όμως μη ζητάτε να καταδικάσω έναν άνθρωπο δολοφονημένο. Δεν μπορώ να το κάνω».
Μέχρι τέλους, η Κίττυ Αρσένη παρακολουθούσε την επικαιρότητα και τη θεατρική δραστηριότητα, νηφάλια, μετριοπαθής, χωρίς να επιδιώκει τις δημόσιες δηλώσεις. Παρ' όλα αυτά δεν έκρυβε ότι «στεναχωριέμαι για πολλά πράγματα και για πολλές διαψεύσεις. Μου λένε συχνά γιατί δεν βγαίνω να μιλήσω γιατί δεν λέω στον κόσμο για τα πράγματα που έζησα. Συγγνώμη, αλλά τώρα είναι η δική σας η σειρά...».
Ανθρωπος δοτικός, αλτρουιστής, χαμηλών τόνων, έκανε ένα γάμο με τον Αντώνη Καρρά. Δεν διήρκεσε πολύ. Παιδιά μπορεί να μην απέκτησε, αλλά παιδιά της έγιναν οι μαθητές της.
Η πολιτική κηδεία της θα γίνει αύριο στις 5.30 μ.μ., από το νεκροταφείο Αμαρουσίου. Η οικογένειά της, αντί στεφάνων, επιθυμεί να δοθεί στη μνήμη της δωρεά στη Διεθνή Αμνηστία Ελλάδας.
Τα συλλυπητήριά τους στην οικογένειά της για το μέγεθος της απώλειας μιας αυθεντικής αγωνίστριας και σημαντικής καλλιτέχνιδας εξέφρασαν ο πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, η ΔΗΜΑΡ, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Π. Παναγιωτόπουλος, το Εθνικό Θέατρο κ.ά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου