Αναγνώστες

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Η ποίηση ως γλωσσικό συμβάν


Εκτωρ Κακναβάτος
Ποιήματα 1943-1987
συγκεντρωτική έκδοση
εκδόσεις Αγρα, σ. 522, ευρώ 18,09
Την ποιητική παραγωγή μιας τεσσαρακονταπενταετίας συγκεντρώνει στον ανά χείρας τόμο ο Εκτωρ Κακναβάτος, αρχίζοντας από τη «Fuga» (1943), τη «Διασπορά» (1961) και την «Κλίμακα του λίθου» (1977), για να συνεχίσει με το «Τετραψήφιο» (1971), το «Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή» (1972), τη «Διήγηση» (1974) και την «Οδό Λαιστρυγόνων» (1978) και να φτάσει μέχρι τα «Μαχαίρια της Κίρκης» (1981), την «Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας» (1981), το «In Perpetuum» (1983) και το «Κιβώτιο Ταχυτήτων» (1987). Ο τόμος κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1990 και είκοσι χρόνια μετά, παλαιότεροι και νεότεροι έχουν την ευκαιρία να έρθουν ξανά σε επαφή ή να ξεκινήσουν τώρα τη γνωριμία τους μ' έναν από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού εν Ελλάδι. Κανένας από τους υπερρεαλιστές της γενιάς του Κακναβάτου (μεταξύ άλλων η Μαντώ Αραβαντινού, ο Γιώργος Λίκος, ο Δ. Π. Παπαδίτσας, ο Μίλτος Σαχτούρης ή η Μάτση Χατζηλαζάρου) δεν βρέθηκε τόσο κοντά στις υπερρεαλιστικές πηγές και δεν εφάρμοσε με τόση επιμονή τις αρχές τους.
Γεννημένος το 1920, ο Κακναβάτος, όχι μόνο μακροημέρευσε ποιητικά, αλλά και δεν οπισθοχώρησε ποτέ ούτε σπιθαμή από την αιχμή των υπερρεαλιστικών αναζητήσεων. Συνενώνοντας τα λογικά ασύνδετα και τις παράταιρες εικόνες του σ' ένα εξαιρετικά παράδοξο και υποβλητικό κράμα, ο Κακναβάτος οδηγεί τον υπερρεαλιστικό αιφνιδιασμό στα όριά του. Εικόνες και λέξεις έρχονται να μας καταλάβουν εξ εφόδου στα περισσότερα ποιήματά του, σχηματίζοντας ένα τοπίο στο οποίο κυριαρχούν οι μεγάλες ταχύτητες και οι εκκωφαντικές συγκρούσεις. Και στο τοπίο αυτό έρχονται να συνεργήσουν τα πιο διαφορετικά στοιχεία: από τα μαθηματικά του χάους και το όραμα μιας τέλειας αρρυθμίας του Σύμπαντος μέχρι τα αλλεπάλληλα ηχητικά και οπτικά παιχνίδια.
Επιστρέφοντας στις πρωταρχικές κατακτήσεις του υπερρεαλισμού και μένοντας ένα βήμα μόνο μακριά από το να δώσει σάρκα και οστά στην ουτοπία της αυτόματης γραφής, ο Κακναβάτος ρίχνει όλο το βάρος της ποίησής του στη γλώσσα, η οποία από εργαλείο έκφρασης και αναπαράστασης μετατρέπεται στον στίχο του σε ζωντανή, σχεδόν σωματική κατάσταση, που καταργεί τη διάταξη του χώρου και τις διαβαθμίσεις του χρόνου για να τραφεί μόνο από τη διαπεραστική φωνή του υπερβατικού της λεξιλογίου. Η γλώσσα αποτελεί για τον Κακναβάτο έναν αυτοσύστατο, μη αναφορικό οργανισμό, στο πεδίο του οποίου συντήκονται τα πλέον ετερογενή υλικά, με σκοπό όχι απλώς την κατάργηση της λογικής συνεπαγωγής και τη διάλυση του νοήματος, όπως το ήθελαν οι ιδρυτές του υπερρεαλισμού, αλλά τη μετεξέλιξή της σε κεντρικό ποιητικό συμβάν. Επιτρέποντας στις λεκτικές του μονάδες να γίνουν κάτι σαν πολυδιασπασμένοι και ταυτοχρόνως έντονα διαταραγμένοι λογικοί πυρήνες, ο Κακναβάτος επινοεί έναν μηχανισμό πυροδότησης εκτυφλωτικών εκρήξεων. Θα έλεγα στο σημείο αυτό πως η έκρηξη αποτελεί το συστατικό στοιχείο του λόγου του Κακναβάτου, ο οποίος αποσύρει το βλέμμα του από το εξωτερικό περιβάλλον για να συγκεντρωθεί στα δρώμενα μιας φαντασμαγορικά φωτισμένης εσωτερικής σκηνής, που κινητοποιεί με τις διαρκείς περιστροφές της τον αναγνώστη, απαγορεύοντάς του να εφησυχάσει ή να βολευτεί, έστω και προς στιγμήν. Και υπό αυτή την έννοια, η ποίηση του Κακναβάτου μπορεί να είναι εσωστρεφής και αυτοαναφορική, αλλά δεν καταλήγει ποτέ εκτός κόσμου.
Με την εξάρθρωση κάθε συμβατικής παράστασης ή αναφοράς, με την αναγωγή της έκρηξης σε πρωταγωνιστική λειτουργία του ποιήματος, ο Κακναβάτος υπονομεύει όλα τα αντιληπτικά στερεότυπα και μετατρέπει σε σημαία της ποίησης τη γλώσσα, όχι για να κρυφτεί στην τρύπα του καλλιτέχνη και να υπερασπιστεί έναν άσφαιρο και ναρκισσιστικό φορμαλισμό, αλλά, αντιθέτως, για να ταρακουνήσει μέχρι τελικής εξαντλήσεως τις πάγιες παραδοχές μας και να βάλει μπροστά στα μάτια μας έναν άλλο, ριζικά διαφορετικό κόσμο: έναν κόσμο στον οποίο η διασάλευση της τάξης και της λογικής είναι το εισιτήριο για το ταξίδι προς την αναγέννηση και την ελευθερία.
Β.Χ.
Οταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο, καταστρέφει την πάμφωτη αξία των πραγμάτων· κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς τη στην αιθάλη τους.
(Από τη συλλογή Κιβώτιο ταχυτήτων)
Από την πρώτη ποιητική συλλογή, Fuga (1943), ο ποιητής έδειξε να μην επιθυμεί τη ρότα που χάραξε ο υπερρεαλιστικός λόγος της γενιάς του '30 στο επίπεδο της γλώσσας . Αντιθέτως, ώς και την Οδό Λαιστρυγόνων (1978) ο λεπτός σαρκασμός και λύπη που διακρίνει τα γνωρίσματα του έργου του περιπλέκονται γύρω από το θέμα-πρόβλημα των μετεμφυλιακών χρόνων και της εθνικής μνήμης. Το όντως ιδιαίτερο που κόμισε στην τέχνη του ο Εκτωρ Κακναβάτος πρόβαλε από την Οδό και πέρα, δηλαδή με τις συλλογές Τα μαχαίρια της Κίρκης (1981), Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας (1981), In perpetuum (β' Κρατικό Βραβείο-1983), Κιβώτιο ταχυτήτων (1987). Δυναμισμός της έκφρασης, λέξεις απελευθερωμένες από τη νοηματική τους πειθαρχία, συμπαράθεση φράσεων που στον καθημερινό λόγο δεν συνορεύουν, χρήση της γλώσσας με στόχο την υπέρβασή της, ανεξάντλητος ρυθμός, εναρμόνιση της ποιητικότητας με πλήθος επιδράσεων από τη θεωρητική σκέψη, τις επιστήμες, την τεχνολογία, τον μύθο, την ψυχική εμπειρία, απαρτίζουν μερικά από τα μόνιμα χαρακτηριστικά:
Κάπου το γιαταγάνι μου είναι ανηφόρα
ίσαμε τα κόκαλα των ταύρων
και τότες ακόμα και θεός δύνεται να χαθεί
ανάμεσό τους των κεράτων,
τότες δύνεται κ' η θάλασσα να είναι
το μοναδικό κοτσύφι του Ιερώνυμου Μπος,
Το σπέρμα μου να πλημμυράει τον κόλπο σου
σαν αλλοτροπικό θεώρημα γεωμετρίας
και ποτέ να μην είναι τελειωμός
σε τέτοια οιστρηλασία·
έτσι, μισός ενέδρα μισός το γιαταγάνι μου,
κάπου εντός οστράκου,
να βρίσκω στη γραφή εκείνων των Μινύων
να σε λένε Ιεράπυτνα.
(Εσώτοιχος)
Ο Εκτωρ Κακναβάτος γεννήθηκε το 1920 και δίδαξε στην ιδιωτική εκπαίδευση Μαθηματικά. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά (Μανόλης Αναγνωστάκης, Σταύρος Βαβούρης, Ελένη Βακαλό, Νάνος Βαλαωρίτης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ε.Χ. Γονατάς, Μηνάς Δημάκης, Μιχάλης Κατσαρός, Κλείτος Κύρου, Τάσος Λειβαδίτης, Μίλτος Σαχτούρης, Νίκος Φωκάς, κ.ά). Ο Γιώργος Μακρόπουλος αποκαλεί την ποίηση του «λαλίστατη σιωπή». Και πράγματι, διαβάζοντας τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του (1943-1987), αποκτούμε την αίσθηση πως το νοηματικό σύμπλεγμα του φαινόμενου κόσμου έχει διαρρηχθεί ανεπιστρεπτί, πως μια είδους συγκλονιστική έκρηξη έχει συντελεσθεί μέσα στα πράγματα και πως μια άλλη πραγματικότητα γλωσσικής υφής έχει αναδυθεί, με μοναδικό σκοπό ούτε τον επανακαθορισμό του υπαρκτού ούτε τον εγκαινιασμό μιας άλλης πραγματικότητας, αλλά την ανοιχτή περιπλάνηση μέσα στο μετακατηγορικό και μεταλογικό όλον εκείνου που μάς διατρέχει και το οποίο διατρέχουμε.
Β.Ζ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου