Αναγνώστες

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Η σημασία του ποιητικού νοήματος

Η προβληματική που συνδέεται με το ποιητικό νόημα παραπέμπει απευθείας στη λειτουργία της ποίησης στον καιρό μας, μάλιστα ενώ ο ιστορικός χρόνος προσεγγίζει το τέλος του. Όμως η ποίηση δεν είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν ή κάποιο φαινόμενο ή ακόμη μια συνιστώσα των ιστορικών χρόνων. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην προϊστορία και η ποιητική αλήθεια συνδέεται μ' έναν κόσμο που προσδιορίζεται από τα όριά του, και τούτο σημαίνει: η ποίηση εξαρτάται από τη λειτουργικότητα που έχει ο χρόνος αυτού του κόσμου, από τις εικόνες και την εμφάνιση των πραγμάτων και των όντων του, δεδομένου ότι στην προϊστορία ο χρόνος είναι μυθικός ή κυκλικός, ενώ στην ιστορία είναι γραμμικός και εξελισσόμενος.

Τοιουτοτρόπως, για τον πραγματικό ποιητή η συγγραφή ποιημάτων σήμερα προϋποθέτει ότι εκείνος οφείλει να βρίσκεται σε επαφή με το παρελθόν (τους μύθους, τα σύμβολα, το σύνολο των καλολογικών στοιχείων και τις ποιητικές του παρελθόντος εκφράσεις). Ωστόσο ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να προσαρμόζει τη χρήση της ποίησής του, γιατί ζει σε έναν μανιχαϊστικό κόσμο (με τον μύθο παρόντα και την ιστορία παρούσα, με τον γραμμικό χρόνο και τον κυκλικό χρόνο, το καθαγιασμένο και το βέβηλο, τα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο, το σχετικό και το απόλυτο, την πραγματικότητα και τα οράματα). Από την αυγή του πολιτισμού, εποχή σημαδεμένη από τις υποσχέσεις και τις απογοητεύσεις της διαφώτισης, συνεχίζει να υπάρχει ένα ορισμένο μάθημα της ιστορίας ως κατάλοιπο∙ ο άνθρωπος είναι ένα μη απόλυτο ον, που μάχεται κάποιον άνευ νοήματος πόλεμο ενάντια στον πρόσκαιρο χαρακτήρα του, για χάρη του απολύτου ή για χάρη της τελικής ουσίας της ζωής και των κρυμμένων θεοφανειών, των επιφανείων και των ιεροτελεστιών της. Και εδώ είναι που το παράδοξο, η μαγεία και η σαγήνη της ποίησης επισημαίνουν τη μη δυνατή περιγραφή, αλλέως την αποκάλυψη.

Για μένα ποίηση είναι ακόμη η τέχνη της νεότητας∙ ο ποιητής γεννιέται με την εμπειρία εντός του, όπως επισημαίνει ο Baudelaire, και οι πλήρεις δηλώσεις της λέξης-όρου λόγος (ήτοι της έναρθρης ομιλίας και της λογικής) γίνονται δυνατές μόνο με τον κεραυνοβόλο πυρσό του ρυθμού.

Με τη συγγραφή της ποίησης επιστρέφουμε στη γλώσσα, και η απαρχή της γλώσσας είναι η εικόνα. Θα ήθελα να πω πως η ποιητική εικόνα αποτελεί προεικόνα του πραγματικού κόσμου, και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ονομάζουμε την τέχνη της ποιήσεως αρχετυπική. Η ποίηση απαιτεί από τον άνθρωπο να έρθει θαρραλέα αντιμέτωπος με την εικόνα του, και αν εκείνος είναι τωόντι ποιητής (ένας δημιουργός όχι κάποιος ερμηνευτής), γνωρίζει ότι ο ρυθμός ισοδυναμεί με εικόνες σε περιστροφική κίνηση ή με το μετείκασμα του ποιητικού χρόνου.

Για τους αρχαίους ποιητές ο χρόνος εν γένει δεν υφίστατο. Ο χρόνος ήταν το κενό διάστημα, ένα τεράστιο Απολλώνιο τοπίο, το οποίο ο ποιητής πληρούσε ασφυκτικά με εικόνες, σε μιαν αφήγηση που αντανακλούσε τον εαυτό του, αφήγηση μεταμορφώσεων και μετασχηματισμών. Για τον σύγχρονο ποιητή, ο ποιητικός χρόνος είναι παράλληλος προς τον τρέχοντα χρόνο, κι οι ποιητές είναι -μπορούμε να πούμε- οι διαφωνούντες του παρόντος χρόνου, του εδώ, του τώρα και του μετά, ήτοι οι πολέμιοι του ιστορικού χρόνου.

Ο ποιητικός αγώνας, επομένως, διεξάγεται για να γίνει μυθικό το παρόν. Στην προσπάθειά του να κατορθώσει αυτόν τον στόχο, ο ποιητής γίνεται όμηρος της γλώσσας, στην τονικότητα και την ολότητά της. Η γλώσσα είναι μια διαλυμένη προεικόνα του κόσμου εν πλάτει, αλλά στις μέρες μας δεν μπορεί πια να λειτουργήσει ως πρωτογενής μεταφορά για τον νου∙ επομένως, οι ποιητές δεν μπορούν να υπερυψωθούν και να φτάσουν αυτό που ο D. H. Lawrence αποκαλούσε μυστική ετερότητα. Είμαστε όλοι παγιδευμένοι στο κενό του σύγχρονου κόσμου, σε μια τεράστια τρύπα μες στο βασίλειο της εξωτερικής πραγματικότητας. Έτσι, σύμφωνα με τον Octavio Paz, είμαστε όλοι ξεριζωμένοι και ποντισμένοι μέσα στο κενό. Τα ποιήματα που γράφουμε είναι μονάχα μέρη της αποκάλυψης του Αγνώστου. Σήμερα, είμαστε φυλακισμένοι στα φαντάσματα των πόλεων, και η έμπνευση δεν έχει καμιά συνάφεια με τα συναισθήματα, γιατί είναι η κοσμική παραζάλη, το φαρμακερό άνθος του χρόνου, που στοιχειώνει τη φαντασία του ποιητή. Οι φιλόσοφοι, οι ιερείς ή οι κοινωνιολόγοι αποτελούν τους ερμηνευτές του κόσμου, ενώ οι ποιητές είναι καταδικασμένοι να επιστρέφουν στη γλώσσα ως λόγο. Όμως αυτός ο λόγος, κατά τους όρους της ποίησης, αποτελεί ένα προαίσθημα, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να υπάρχει μια υποκειμενική αίσθηση, προκαλούμενη από διαφορετικούς τύπους ερεθισμάτων∙ εννοώ την εξελικτική διαδικασία, που αποκαλούμε συναισθησία, με την οποία επιτυγχάνουμε την παρουσία πραγμάτων και όντων, τα απατηλά και περίεργα, την αποκάλυψη και την τελετουργία της.

Η υψηλότατη μορφή της τελετουργίας είναι η μάχη, και για τον ποιητή πάντα η μάχη γίνεται ενάντια στις λέξεις, με τις λέξεις, μες στις λέξεις. Οι ποιητές δε μιμούνται πια τη φύση, όπως τους ήθελε να πράττουν ο Αριστοτέλης. Βρίσκονται σε μεγαλύτερη εγγύτητα με τον Πλατωνικό κόσμο του ζωγραφικού έργου, του κατόπτρου και της εικόνας, ή μάλλον της σκιάς στα τοιχώματα του σπηλαίου, το οποίο αποτελεί τον σκοτεινό θάλαμο του μη ορατού και του ασυνειδήτου. Εκεί ο ποιητής βρίσκει το τελευταίο καταφύγιό του, όχι για ν' αποφύγει την κόπωση της ευαισθησίας του, αλλά για να μείνει μακριά από το σιδερένιο χέρι της μοίρας. Πρόκειται για μια απολύτρωση (παρόμοια ή όχι με του Φάουστ), πρόκειται για δραπέτευση -ονομάστε την, αν θέλετε, επιβίωση. Αλλά η τραγωδία βρίσκεται εντός των ποιητών, και η αρχαία ύβρις είναι πάρα πολύ ζωντανή, μολονότι σε διαφορετικές μορφές, στις κοινωνίες μας, ως αρχέγονη κατάσταση της ψυχής και του νου. Ο W. H. Auden υποστηρίζει ότι η πρωταρχική αμαρτία είναι μια άλλη άποψη της ύβρεως. Για μένα, που είμαι Έλληνας, η ύβρις παραμένει ακόμη μια πράξη απελπισίας, μια απόφαση που λαμβάνεται ενάντια σ’ όλες τις πιθανότητες, για να δραπετεύσει κανείς από τη σφιγμένη πυγμή της μοίρας. Έτσι, η ύβρις στέκεται πλάι στην τρέλα και την αυτοκαταστροφή κι είναι η τελική έννοια του απολύτου, η σκοτεινή ουτοπία του νεκρού. (Από τον Baudelaire ως τον Paul Chelan υπάρχει μια μακριά σειρά ποιητών, που βυθίζονται στην τρέλα ή που αυτοκτονούν.) Δεν μπορεί κανείς να ζει στα άκρα, αν και ο πόθος να μεταβεί κάποιος στον άλλο κόσμο, στο βασίλειο των μυστικών και της απουσίας, είναι ισχυρός σε κάθε πρωτογενή ποιητή.

Η σκέπη της εκκλησίας δεν μπορεί να είναι καταφύγιο για τον ποιητή, αλλά, όπως γνωρίζουμε -και καθώς μας θυμίζει ο Robert Graves στο έργο του White Goddess- η οργανωμένη θρησκεία αποτελεί εχθρό της ελευθερίας. Η Εκκλησία και η κοινωνία δε χρειάζεται στις μέρες να εξοστρακίζουν τους ποιητές, αλλά όντως απαιτούν απ’ αυτούς πίστη και υπακοή. Παρόλο που ο Novalis υποστήριζε ότι η θρησκεία είναι πρακτική ποίηση, η Εκκλησία αποτελεί σήμερα, πάρα πολύ μάλιστα, μέρος της πολιτικής κοινωνίας και τον έσχατο υπερασπιστή της μεταφυσικής. Υπ’ αυτήν την άποψη, είναι σοβαρό λάθος να σώζεται ο ποιητής, μέσω αυτής, από την αγωνιώδη νοσταλγία της χαμένης του ταυτότητας (και εδώ ο T. S. Eliot αποτελεί ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα). Διότι, αν θέτει κανείς τον εαυτό του κάτω από τη σκέπη της Εκκλησίας, δεν του επιτρέπεται να μεταβαίνει από ένα επίπεδο νοήματος σε κάποιο άλλο. Είμαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι και καταναγκασμένοι να ζούμε με τις αμαρτίες μας και, αν τις αφήσουμε πίσω μας ή τις διαγράψουμε, διαπράττουμε το χείριστο των εγκλημάτων ενάντια στη δουλειά και την τέχνη μας: Αντικαθιστούμε τη μνήμη (ή τη Μνημοσύνη) με τους περιορισμούς της θεότητας, δηλαδή με την άφεση των αμαρτιών, τη λήθη και τη λησμονιά.

Λοιπόν, τι πρέπει να κάνει η ποίηση; Θα έλεγα, τίποτε. Ξέρω πως ζω στο τέλος μιας εποχής, που ονομάζεται ιστορική, σε κοινωνία σύμφωνη με την έννοια πόλη και σε περιβάλλον αστικό. Με άλλα λόγια σε ένα κόσμο πόλεων. Αλλά η ποίηση μού λέει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις πόλεις που αγαπάς και σ’ αυτήν στην οποία υποτάσσεσαι. Επιπλέον, είμαι Έλληνας, και αυτό σημαίνει ότι κατέχομαι από την εμμονή του κόσμου. Έτσι, προσπαθώ να ακολουθώ τις τάσεις του σύγχρονου κόσμου, χωρίς να εξαπατώμαι από τους παραλογισμούς του. Για μένα το να ζω ποιητικά είναι πιο σπουδαίο από το να γράφω ποίηση, και το να εμπνέομαι αποτελεί θέμα μεγαλύτερης σημασίας από το να εκφράζομαι σε μορφή γραπτού κειμένου. Η συγγραφή ποίησης απαιτεί την ύπαρξη ποιητών και περισσότερο απ' αυτό απαιτεί μια ζωή ποιητική. Θα έλεγα πως μια τέτοια ζωή βρίσκεται παντού και ειδικότερα στη γλώσσα. Για παράδειγμα, η λέξη κόσμος και τα παράγωγά της καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εννοιών: κόσμημα, στολίδι, εξωτερικό διάστημα, πλήθος ανθρώπων, διακόσμηση, εγκόσμιος, δηλαδή μη εκκλησιαστικός κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου