Αναγνώστες

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Αχιλλεύς




Για να εξηγηθούμε από την αρχή, ειδικά για τις κυρίες που τυχόν θα ρίξουν μια ματιά στο ταπεινό αυτό κείμενο, ο Αχιλλεύς ο δικός μας δεν έχει καμία σχέση με αυτόν τον κακομούτσουνο τον Μπράντ Πήτ. Ο δικός μας πέρα από ήρωας ήταν και παιδαράς μα πάνω απ’ όλα Έλλην. Βέβαια και τότε που κάναμε το μάθημα στο δημοτικό ενώ τον θαυμάζαμε και θέλαμε να του μοιάσουμε αν κανένα κοριτσόπουλο (ειδικά ο έρωτας) τον έβλεπε όμορφο, κακομούτσουνο τον βγάζαμε κι αυτόν. Τώρα που μεγαλώσαμε και όλες οι γυναίκες είναι ξετρελαμένες με τον Μπραντ Αχιλλέα ενίοτε τον αποκαλούμε και αδερφή μειδιάζοντας.
Τι να κάνουμε μάλλον η ζήλια και το ιδιοκτησιακό «ερωτικό» μας μετερίζι, μας κάνει να αμυνόμαστε εκτοξεύοντας προσβολές κατά την γνώμη μας, λες και οι «ιδιοκτησίες» μας θα αλλάξουν γνώμη και «ορέξεις» για τον Μπράντ Αχιλλέα.
Φαντάζομαι όλοι πόνεσαν όταν το βέλος καρφώθηκε στην φτέρνα και το είδωλό μας έγειρε και πήρε μαζί του την παλικαριά και την περηφάνια που νιώθαμε από τις νίκες του. Μάλιστα εγώ τα έβαλα με τη μαμά Θέτιδα και την έβριζα χυδαία γιατί τον κράταγε από την φτέρνα όταν τον βούτηξε στην Στύγα για να τον κάνει άτρωτο.
Χάθηκε κυρά μου να τον πετάξεις μέσα και μετά με δυο απλωτές να τον βγάλεις έξω;
Αυτό το μοιραίο λάθος σκορπίζει ακόμη και σήμερα τη θλίψη στην καρδιά κάθε Ελληνόπουλου που βλέπει πόσο άδοξα έπεσε ο ήρωας.
Μαθητής του κενταύρου Χείρωνος, έμαθε πολλά για την τέχνη του πολέμου. Το πεπρωμένο του ήταν να γίνει ήρωας. Η μαμά πέρα από την χαζομάρα που έκανε, για να τον προφυλάξει από τον πόλεμο τον έστειλε στην αυλή του Λυκομήδη στη Σκύρο να καθίσει, μεταμφιεσμένο σε κορασίδα. Εκεί ανάμεσα στις κορασίδες έπεσε σε έρωτα βαρύ για την κόρη Διηδάμεια και της έκανε δώρο τον χαριτωμένο Νεοπτόλεμο. Όταν τα άλλα παιδιά τον έψαχναν γιατί τον είχαν ανάγκη να πάνε κατά την Τροία για τα μάτια της ωραίας τραπέζης που διέθετε πολύ φράγκο, έσκασαν από το κακό τους. Δεν θα τα πάρουμε χωρίς αυτόν φώναζε ο αρχηγός Αγαμέμνων. Έτσι αμόλησε τους Οδυσσέα και Αίαντα τον Τελαμώνειο για να τον βρούν. Κάποιος ρουφιάνος (καλή δουλειά από τότε) τους σφύριξε το μυστικό και μεταμφιεσμένοι σε εμπόρους κοσμημάτων, σουτιεν, στρινγκ και άλλων γυναικείων αξεσουάρ πήγαν εκεί που ζούσε ως κορασίς. Άπλωσαν την πραμάτεια τους και ενώ οι κορασίδες ούρλιαζαν μια τα έγραφε σ αυτά που έκρυβε κάτω από τα πέπλα της. Τι κάνει νιαου-νιάου; Ο Αχιλλέας. Του έταξαν λαγούς με πετραχήλια και κίνησε για το πεπρωμένο του.
Νίκησε μάχες πολλές στην Τροία και έφερνε πολύ πράμα από λάφυρα στον Αγαμέμνωνα. Κάποια στιγμή μετά από δέκα χρόνια αφού ο άπληστος Αγαμέμνων του πήρε ακόμη και μια γκόμενα που είχε την Βρισηίδα, τα πήρε στο κρανίο και έκανε απεργία πολέμου. Μια ζωή εγώ δουλεύω σκέφτηκε και αυτός τρωει, αϊ στο διάολο να σας δούμε τώρα. Τούς έριξε χοντρά μπινελίκια και άραξε. Αυτά τα πέρασαν ξώφαλτσα στο σχολείο ότι τάχα τσαντίστηκε λίγο και λοιπά. Δεν μας είπαν ποτέ για τα χοντρά μπινελίκια που έριξε.
Η αλήθεια είναι ότι προβληματίσθηκα σφόδρα γιατί δεν χώραγε στο μυαλό μου ότι αυτός ο παιδαράς θα τσαντίζονταν για μια γυναίκα και θα έβριζε σαν καραγωγέας το βασιλόπουλο. Τότε έπεσε στα χέρια μου ένα σπάνιο βιβλίο που το έκλεψε ένας ερευνητής από τα υπόγεια του Βατικανού και περιέχει την πραγματική Ιλιάδα και όχι αυτά που μας τάιζαν στα σχολεία. Τελικά μόνο στα υπόγεια μπορεί κανένας να βρει την αλήθεια και ειδικά του Βατικανού.
«Ο τρωικός πόλεμος κατ αρχάς κρατάει μέχρι τις ημέρες μας. Δηλαδή κοντά εκατόν ογδόντα χρόνια. Δεν ήταν φυσικά επεκτατικός πόλεμος αλλά η συμφωνία λαού και αρχόντων- βασιλέων για μάχες που θα έκαναν περήφανο έναν λαό να ζει με αξιοπρέπεια. Όλα ξεκίνησαν με ενθουσιασμό και ο λαός ρίχτηκε στις μάχες, μάλιστα πολλές άρχισε να τις κερδίζει και ρίγη υπερηφάνειας διαπερνούσαν το έθνος από άκρη σε άκρη. Μάτωνε ο λαός, μάτωνε και ο Αχιλλέας που τους οδηγούσε να μαζεύουν φασούλι το φασούλι για να χτίσουν μια Ελλάδα υπερήφανη. Τα χρόνια πέρναγαν και ο πόλεμος να μη σταματά. Πριν λίγο καιρό ο τελευταίος βασιλιάς των Ελλήνων αφού τους είπε ότι τα λεφτά από τα λάφυρα των πολέμων υπάρχουν, άλλαξε και τους είπε ότι δεν υπάρχει μία. Βγήκαν και κάτι βελανιδοφάγοι και έκαναν ρεντίκολο τους Έλληνες. Ο λαός έπαθε πλάκα αλλά μαθημένος τόσα χρόνια σε κακουχίες που είχαν μετατραπεί σε ευδαιμονία δεν αντέδρασε. Ο Αχιλλέας ματωμένος ένα απόγευμα που έκατσε να πιει μια μπυρίτσα, τρελάθηκε που ζήταγαν ακόμη και από αυτόν να πληρώσει γι αυτά που έφαγαν οι βασιλείς και οι παρατρεχάμενοι. Τότε σηκώθηκε και πήγε με το σπαθί του και κατέλαβε την κρατικοδίαιτη ΕΡΤ. Έκανε σύνδεση με όλα τα κανάλια στο δελτίο των οκτώ και με τα νεύρα τεντωμένα άρχισε τα μπινελίκια.
-Ρε άχρηστε που μάζεψες τις μαριονέτες να κυβερνήσεις από ποιόν ζητάς θυσίες; Χρόνια και χρόνια αυτό κάνουμε ρεμπεσκέ άνοε υιέ του πατρός σου που με δανεικά αγόρασε μια καλύβα. Ρε παπάρες φάγατε και τώρα μας το παίζετε θλιμμένες κορασίδες; Εσείς ρε δεν κυβερνάγατε και μας λέγατε ότι οι αριθμοί πάνε καλά; Βρε απάτριδες εσείς δεν θρέψατε αυτό το τέρας του δημοσίου που μας καταπίνει; Εσείς ρε ανδράποδα δεν ζούσατε και ζείτε μέσα στη χλύδα;
Το τι μπινελίκι έριξε δεν λέγεται. Έφτασε να βρίζει ακόμη μέχρι Μαυροκορδάτο. Άφρισε το στόμα του από την τσαντίλα και τις βρισιές. Ο λαός παρακολουθούσε αναπαυτικά από τους καναπέδες και το ευχαριστιόταν που τα έλεγε χύμα στους άχρηστους. Οι πιτσαρίες και τα σουβλατζίδικα είχαν πάρει φωτιά από παραγγελίες γιατί επί πέντε ώρες έριχνε και κανένας δεν κουνιότανε από τον καναπέ.
Κάποια στιγμή σταμάτησε, ήπιε λίγο νερό και γύρισε τα μάτια του που έβγαζαν σπίθες πάνω μου. Θεέ μου, φοβήθηκα μα τον Δία. Τότε το πρόσωπό του σκλήρυνε και με ουρλιαχτό πόνου μου είπε:
-Εσύ βρε μαλάκα δεν καταλαβαίνεις τίποτε;»


Από: http://fontas0.blogspot.com/2010/03/blog-post.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου