Αναγνώστες

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ηλιογάβαλος




Η ζωή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων τροφοδότησε γενναιόδωρα και τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Από τότε που ο Δουμάς πατήρ έγραψε την Ακτή μέχρι τις μέρες μας, από τις σελίδες των βιβλίων κι απʼ την κινηματογραφική και τηλεοπτική οθόνη παρέλασαν πάμπολλοι Νέρωνες. Ακολουθούν άφθονοι Καλλιγούλες, ενώ πρόσφατα είδαμε κι έναν Κόμμοδο. Ο Ηλιογάβαλος -παρά τις συστάσεις του Αντονέν Αρτώ- δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει δημοφιλής. Ο Παζολίνι έχασε ένα πρώτης τάξεως θέμα: δεν παραμένει κανείς ατιμωρητί ανιστόρητος.




Οι συγγραφείς όμως του fin de siecle κάθε άλλο παρά ανιστόρητοι ήταν. Και είχαν κάθε λόγο να ανασύρουν τον Ηλιογάβαλο απʼ τα μαυσωλεία των σπουδαστηρίων. Η ηλιολατρία, που προσπάθησε να εγκαθιδρύσει στη Ρώμη ο Σύρος βασιλέας, θα προμηνούσε, στο λυκόφως της χριστιανοσύνης, την αυγή μιας νέας θρησκευτικότητας.



Το περίφημο ανέκδοτο, που μνημονεύει ο Λαμπρίδιος, πως ο Ηλιογάβαλος έπνιγε τους συνδαιτυμόνες των συμποσίων του μέσα στα ρόδα (ο Γρυπάρης άντλησε από εδώ ένα όμορφο σονέτο του), προσέφερε την απτότερη έκφραση του «αισθητικώς θνήσκειν», αντίστοιχου και κορύφωσης του «αισθητικώς ζην».



Και, τέλος, ο πρόδηλος και σκανδαλώδης ερμαφροδιτισμός του, ο οποίος έφτασε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωάννη Ζωναρά, μέχρι και την απόπειρα αλλαγής φύλου («ες τοσαύτην δε συνηλάθη ασέλγειαν, ως και τους ιατρούς αξιούν αιδώ γυναικείαν διʼ ανατομής αυτώ μηχανίσασθαι») αίρονταν σε διακήρυξη της υπέρβασης του φύλου: ο ανδρόγυνος είναι ένα ανώτερο πλάσμα. Η δεσποινίς Μωπέν του Theophile Gautier έβρισκε το άρρεν, ρωμαϊκό alter ego της.



Πέρα από σποραδικές μνείες, δύο σημαντικά έργα της εποχής εμπνέονται από τον Ηλιογάβαλο: ο Αλγκαμπάλ του Στέφαν Γκεόργκε και -δέκα χρόνια αργότερα- το μυθιστόρημα Το όρος του φωτός του σημαντικού Ολλανδού συγγραφέα Louıs Couperus, όπου παρελαύνει ολόκληρη η ζωή του έκλυτου αυτοκράτορα: τα παιδικά του χρόνια, όταν ήταν αρχιερέας του θεού Ήλιου στην Έμεσα της Συρίας, η αναρρίχησή του στον θρόνο της Ρώμης, η ακόλαστη συμπεριφορά και οι εκκεντρικότητές του, οι δολοπλοκίες της αυλής και το τραγικό του τέλος.



Και στα δύο έργα εισβάλλει βίαια στη Ρώμη η Ανατολή με τα αρώματά της, τις οργιαστικές της παραφορές και τις μυστηριώδεις λατρείες της. Στο Όρος του φωτός, ο Ηλιογάβαλος, μέσα στο άδυτο του ναού της Έμεσας, χορεύει μπροστά στο φαλλικό είδωλο από μαύρο μετεωρίτη πυροδοτώντας την ενθουσιαστική φρενίτιδα των συγκεντρωμένων θαυμαστών του. Στον Αλγκαμπάλ χορευτές με λαμπερά φορέματα ανοίγουν τη θριαμβική πομπή προς τον ναό του Ήλιου, ενώ έφηβοι στρώνουν με δάφνες, κρίνους και ναρκίσσους τον δρόμο του βασιλιά-ιερέα.



Αλλού ο Ηλιογάβαλος αναπολεί τους παλιότερους λατρευτικούς παροξυσμούς των πιστών του, όταν, τον καιρό που ζούσε ακόμη στη Συρία, γυναίκες και άντρες παραληρούσαν κάτω από την πύλη του ναού του και τον ικέτευαν παράφορα να αγγίξουν το φόρεμά του.



Ωστόσο, ενώ ο Γκεόργκε μένει προσκολλημένος στο εξωτερικό στοιχείο της θρησκείας, δηλαδή στο τελετουργικό, ο Couperus προσπαθεί να προσδώσει στη λατρεία του Ηλιογάβαλου μια μυστικιστική διάσταση: «Αγωνιζόμαστε να γυρίσουμε πάλι στο φως, απʼ όπου η ψυχή μας εκτοξεύθηκε σαν μια σπίθα στην απέραντη αιωνιότητα, μέχρι που, καθώς βυθιζόταν όλο και πιο χαμηλά, έγινε μια ακάθαρτη φλόγα και συμπυκνώθηκε στην ψυχή του χρυσού... Γιʼ αυτό κι ο χρυσός είναι το επίγειο σύμβολο τη δύναμης, της λάμψης, της υπεροχής και του πλούτου. Η ψυχή μας θέλει να γυρίσει ξανά στις απαρχές της, στο φως… -Είναι ο ήλιος το φως; -Μόνο το σύμβολο της αγιότητάς του. Άσε την ψυχή σου να φωτιστεί απʼ αυτό το σύμβολο».



Ακόμη κι ο ερμαφροδιτισμός του Ηλιογάβαλου εξηγείται μυστικιστικά: «Μακάρι να προσπαθήσεις να ξαναγυρίσεις στο πρωταρχικό Εν που δεν είχε φύλο. Για να γίνει όμως η εκλεκτή ψυχή σαν το άφυλο φως, πρέπει να επανέλθει στην ανθρώπινη μορφή του Ενός: στη μορφή του αμφίφυλου πλάσματος. Η εκλεκτή ψυχή πρέπει να γίνει ανδρόγυνη». Ο Ολλανδός μας ξέρει καλά τα ερμητικά κείμενα: «Νους ο Θεός, αρρενοθήλυς ων, ζωή και φως υπάρχων».



Ο Ηλιογάβαλος στο Όρος του φωτός περιστοιχίζεται από θεράποντες, θαυμαστές, ευνοούμενους, κόλακες. Ζει από τη λατρεία των άλλων και βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα δικά τους μάτια: «Μόνον η αγάπη χιλιάδων και μυριάδων ανθρώπων που απλώνουν τα χέρια τους σʼ εμένα μπορεί να με ζεστάνει», αναφωνεί. Η μοίρα του, η ίδια η ευτυχία του, καθορίζεται από την εύνοια ή τη δυσμένεια του όχλου. Είναι άθυρμα των διαθέσεών του.



Το ίδιο πλήθος που, όταν χόρευε, τον αποθέωνε, εξεγείρεται εναντίον του, αηδιασμένο από τον εξευτελισμό των πάτριων θεσμών, και τον δολοφονεί. Οι συνδηλώσεις είναι προφανείς: ο Couperus προοιωνίστηκε, στη χαραυγή της νέας εκατονταετίας, τη λατρεία -αλλά και τη μοίρα- των καλλιτεχνικών ειδώλων που θα σφράγιζε τον μαζικό πολιτισμό του 20ού αιώνος.



Ο Αλγκαμπάλ του Γκεόργκε έχει κι αυτός ιδιοσυγκρασία καλλιτεχνική. Δεν ενσαρκώνει όμως τον καλλιτέχνη - ίνδαλμα, τον περιστοιχισμένο από πλήθη θαυμαστών, αλλά τον μοναχικό δημιουργό, τον εξόριστο ή αυτοεξόριστο απʼ τον κόσμο των ανθρώπων, τους οποίους άλλωστε μισεί θανάσιμα. Ο Αλγκαμπάλ είναι ο βασιλιάς της μοναξιάς. Και τούμπαλιν: ο κάθε εγκάθειρκτος στο σολιψιστικό του σύμπαν αυτοστέφεται βασιλιάς του κόσμου.



Ο Αλγκαμπάλ φυτοζωεί παγιδευμένος σε ένα δίχτυ οιωνών και μοιρολατρίας, καταδικάζει τον εαυτό του σε παθητικότητα και απραξία, πασχίζει να διασκεδάσει την ανία του με όργια. Πίνει τα φάρμακα της λήθης, αλλά μεθά κι απʼ το «κρασί των αναμνήσεων»: βυθίζεται στην αναπόληση της παιδικής του ηλικίας.



Μακριά απʼ όλους κι απʼ όλα, χτίζει το βασίλειό του κάτω απʼ τη γη. Από εκεί δεν έχει εξοστρακιστεί μόνο κάθε ανθρώπινη παρουσία αλλά και κάθε μορφή ζωής: τα δέντρα είναι από κάρβουνο, τα παγώνια που κοσμούν το παλάτι του από κρύσταλλο, η αίθουσα του Ήλιου καταυγάζεται από τεχνητή κίτρινη λάμψη.



Τα ονειρικά ανάκτορα του Αλγκαμπάλ δεν διαφέρουν πολύ απʼ τις οπτασίες των οπιομανών, από το «Παρισινό όνειρο», λ.χ., ενός Μπωντλαίρ, όπου η εξημμένη απʼ τα νηπενθή φαντασία του ποιητή εξορίζει απʼ την πολιτεία κάθε βλάστηση και την αντικαθιστά με μια μεθυστική μονοτονία από μέταλλο, μάρμαρο και νερό. Ή από τα οράματα του Thomas Quincey: «φτιάχνεις [με το όπιο] στην καρδιά του σκότους, με τα φανταστικά υλικά του μυαλού, και με μια τέχνη βαθύτερη απʼ αυτή του Φειδία και του Πραξιτέλη, πολιτείες και ναούς πιο περίλαμπρους από την Εκατόμπυλο και τη Βαβυλώνα».



Τέτοιοι κι οι κήποι του Αλγκαμπάλ: «Οι κήποι μου δεν θέλουν ζέστη μήτε αέρα / οι κήποι που έφτιαξα για μένα μοναχά / κι όλα τα σμήνη των νεκρών πουλιών τους / δεν είδαν άνοιξη καμιά. / Είναι από κάρβουνο οι κορμοί και τα κλαδιά / και σκοτεινοί αγροί σε σκοτεινές πλαγιές / κι αυτοί οι καρποί που δεν τους μάζεψε κανείς / σαν λάβα λάμπουνε στων πεύκων τις σχισμές. / Μια γκρίζα λάμψη από κρυφές σπηλιές / δεν λέει πότε είναι νύχτα πότε μέρα / και τριγυρίζει η σκόνη απʼ τις αμυγδαλιές / μες τα σπαρτά και τα χωράφια πέρα».



Όμως η περιδιάβαση στους ψεύτικους κήπους καταλήγει σε μια κραυγή αγωνίας, στην απελπισμένη προσπάθεια να γεννηθεί ζωή μέσα στο νεκρό βασίλειο: «Πότε όμως τρόπο να βλαστήσεις θα ʼβρω / -αναρωτήθηκα καθώς τον περπατούσα / και καθώς σʼ όνειρα τρελά τις έγνοιες λησμονούσα- / λουλούδι σκοτεινό μεγάλο μαύρο;».

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου