Αναγνώστες

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

Έζρα Πάουντ,
ένας μεγάλος ποιητής
Written by Βασιλική Πιτούλη

Είναι καλό να προσπαθείς να τηρείς τις υποσχέσεις σου, και αυτό ακριβώς κάνω με το αφιέρωμα αυτό. Η Δωδώνη, ιστορικός εκδοτικός οίκος, έχει την τιμή να συγκαταλέγει στις τάξεις της αυτόν τον μεγάλο ποιητή σε ένα ογκώδες βιβλίο (η μετάφραση είναι του Ηλία Κυζηράκου). Ο βίος και το έργο του Πάουντ, του ποιητή που ήταν προικισμένος όσο λίγοι, που ενεπλάκη στην πολιτική πλησιάζοντας τον Μουσολίνι, που πλήρωσε τα λάθη του όλα και «μαρτύρησε», και άφησε σπουδαία παρακαταθήκη. Ο Πάουντ θα μείνει, κατά τη γνώμη μου, ως ο μεγάλος ποιητής που η γοητεία που άσκησε πάνω του ο φασισμός, του στοίχισε το Νόμπελ.

Ο Έζρα Πάουντ γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Χέιλυ της πολιτείας Αϊντάχο των ΗΠΑ. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Γουήνκοουτ της Πενσυλβάνια. Στα 1898 κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη με τη θεία του, τη «θεία Φρανκ», κι επισκέπτεται τη Βενετία. Το 1901 αρχίζει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και συνεχίζει στο Χάμιλτον Κάλλετζ. Το 1905 παίρνει πτυχίο και ξαναγυρίζει στο πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια για μεταπτυχιακές σπουδές στη συγκριτική λογοτεχνία. Δεν τέλειωσε τη διδακτορική του διατριβή. Το 1907 δίδαξε ιταλικά στο Γουάμπες Κάλλετζ της πολιτείας Ινδιάνα τέσσερις μήνες. Απολύθηκε επειδή κρίθηκε «περισσότερο απ’ όσο πρέπει λατινιστής». Ο λόγος ήταν κυρίως το ενδιαφέρον που έδειξε για μια άνεργη μπαλαρίνα που της πρόσφερε τη στέγη του, και αυτό βέβαια δεν άρεσε στις αρχές του Κολλεγίου. Έτσι φεύγει για την Ευρώπη.

Το 1908 τυπώνει στη Βενετία την πρώτη ποιητική συλλογή του A Lume Spento (Με τα κεριά σβηστά). Πηγαίνει στην Αγγλία όπου μένει 13 χρόνια. Ζει κυρίως στο Λονδίνο, στο Κένζινκτον. Το 1909 τυπώνει τις ποιητικές συλλογές του Αναγαλλιάσματα και Personae. Το χειμώνα του 1908-1909 δίνει μια σειρά διαλέξεων στο Regent St Polytechnic Institute για την Εξέλιξη της Λογοτεχνίας στη Νότιο Ευρώπη, και τον επόμενο χειμώνα για τη Μεσαιωνική Λογοτεχνία. Ανάμεσα στους σπουδαστές που γράφτηκαν ήταν η Ντόροθυ Σέικσπιαρ και η μητέρα της. Η Ντόροθυ, πολύ όμορφη, ήταν τότε 22 χρονών και ο Πάουντ 23. Το 1910 τυπώνει στο Λονδίνο το πρώτο του δοκίμιο «Το πνεύμα των Νεολατίνων: απόπειρα να οριστεί κάπως το θέλγητρο της προαναγεννησιακής λογοτεχνίας της λατινικής Ευρώπης». Το έργο αυτό που απλωνόταν από τους Λατίνους ποιητές της αργυρής εποχής μέχρι τον Λόπε ντε Βέγκα, επαινέθηκε για τον ενθουσιασμό του, αλλά κατηγορήθηκε για χοντρά σφάλματα στη μετάφραση, κ.λ.π. Βλέπει συχνά το φιλόσοφο-ποιητή Τ. Ε. Χιουμ και τον ποιητή Φ. Σ. Φλιντ. Αυτοί, αντιδρώντας στην εξασθενημένη ρομαντική παράδοση της ποίησης, προσπάθησαν να γράψουν «σύμφωνα με την καλύτερη παράδοση, όπως την εύρισκαν στους καλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών – στη Σαπφώ, τον Κάτουλο, τον Βιγιόν. Ο Πάουντ δεν αργεί να συμμεριστεί το δικό τους ενδιαφέρον για τα γιαπωνέζικα χάικου και τάνκα, τα παραδοσιακά 17σύλλαβα και 31σύλλαβα που τα γνώριζαν κυρίως από γαλλικές μεταφράσεις. Είναι σύντομα, υπαινικτικά, ελλειπτικά. Δίνουν εικόνες, όχι ιδέες. Ο Πάουντ γίνεται ο πρωτοπόρος των Εικονιστών.

Το 1911 επισκέπτεται την Αμερική, και τυπώνει τα Canzoni, αφιερωμένα στην Ολίβια και τη Ντόροθυ Σέικσπιαρ. Το 1912 γίνεται στενός φίλος του Ουίλιαμ Γιέιτς. Το 1914 εκδίδει την ανθολογία Des Imagistes που περιλαμβάνει ποιήματα των ποιητών της σχολής των Εικονιστών. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε στο Blast, ένα περιοδικό της ακόμη νεώτερης σχολής των Στροβιλιστών (Βορτικιστών) που το έβγαζε ο Πέρσυ Γουίνταμ Λιούις, ο θεμελιωτής του αγγλικού κινήματος των Βορτικιστών. Από το 1912 ως το 1919 ήταν ανταποκριτής του περιοδικού «Ποίηση», που το άρχιζε τότε στο Σικάγο η Χάρριετ Μονρόε. Παντρεύεται τη Ντόροθυ Σέικσπιαρ, κόρη λονδρέζου δικηγόρου και της Ολίβια Σέικσπιαρ, στενής φίλης του Γιέιτς. Το 1915 γνωρίζει τον Τ. Σ. Έλιοτ και στην «Καθολική Ανθολογία» του (καθολική με την έννοια της γενικής) βάζει 16 σελίδες ποίηση του Έλιοτ. Την ίδια εποχή κάνει τον Egoist Press να τυπώσει το «Ημερολόγιο του Καλλιτέχνη όταν ήταν νεαρός» του Τζέιμς Τζόυς, και πείθει τη Χάρριετ Γουήβερ να δώσει αρκετά χρήματα στον Τζέιμς Τζόυς για αν τελειώσει τον Οδυσσέα του με άνεση. Ενθαρρύνει επίσης το νεαρό γλύπτη Χένρυ Γκωντιέρ-Μπρζέσκα. Ο Πάουντ είχε το δώρο να ανακαλύπτει και να βοηθάει τα ταλέντα. Αρχίζει να εργάζεται στα Κάντο (κάντο σημαίνει τραγούδι, ραψωδία ενός μεγάλου ποιήματος). Το 1917, μετά από μια συνάντησή του με τον C. Η. Ντάγκλας αρχίζει το ενδιαφέρον του για την οικονομία. Το 1918 κυκλοφορεί το Quia Pauper Amavi, με τα Κάντο Ι – ΙΙΙ και την «Υποταγή στον Σέξτο Προπέρτιο». Το 1920 κυκλοφορεί ο «Χιου Σέλγουην Μώμπερλη». Αυτά τα δυο μεγάλα ποιήματά του αντανακλούν την αηδία του Πάουντ για τη φτήνια της μόρφωσης και το μίσος του για τη σοβινιστική λογοτεχνία.

Το 1921 εγκαθίσταται με τη γυναίκα του στο Παρίσι, σε ένα μέτριο στούντιο με 10 δολάρια νοίκι τη βδομάδα. Όπως πάντα, ο ποιητής ήταν πολύ φτωχός. Η φήμη, ή το είδος της φήμης που απολάμβανε, δεν του πλήρωνε τους λογαριασμούς. Τα έπιπλα ήταν κυρίως από ξύλινα κιβώτια και στους τοίχους πίνακες της γυναίκας του. Γνωρίστηκε με καινούργιους φίλους, τη Γερτρούδη Στάιν, τον Ζαν Κοκτώ, το νεαρό Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον Μπρανκούζι. Ο Χέμινγουεϊ ισχυριζόταν πάντοτε ότι ήταν ο Πάουντ αυτός που τον δίδαξε περισσότερο «πώς να γράφει και πώς να μη γράφει» από οποιονδήποτε άλλον. Το 1922 ο Έλιοτ τού αφιερώνει την «Έρημη Χώρα»: Στον Έζρα Πάουντ il miglior fabbro – τον καλύτερο τεχνίτη. Σε ένα ρεσιτάλ βιολιού, του σύστησαν την Αμερικανίδα βιολίστρια Όλγα Ραντζ. Στη ζωή του, που πάντα μπαινόβγαιναν γυναίκες, η Όλγα πήρε μόνιμη θέση. Το 1925, η Όλγα γέννησε την κόρη του Πάουντ, Μαίρη, στο Μπρεσσανόνε του ιταλικού Τυρόλου. Η Μαίρη μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρικών στο Γκάις της Β. Α. Ελβετίας. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1926 γεννήθηκε στο Παρίσι ο Ομάρ Σέικσπιαρ Πάουντ και τον δήλωσαν αμερικάνο πολίτη, αφού και η μητέρα του Ντόροθυ ήταν αμερικανίδα από το γάμο της. Ο γιος του Πάουντ μεγάλωσε στην Αγγλία με τη φροντίδα της γιαγιάς του Ολίβια Σέικσπιαρ. Την προηγούμενη χρονιά δημοσιεύτηκαν τα πρώτα 16 κάντο, με την πληροφορία ότι ήταν «η αρχή ενός ποιήματος κάποιου μάκρους». Εξήγησε ότι όταν τελειώσει και το εκατοστό κάντο, όλο το ποίημα θα έχει τη μορφή μιας φούγκας του Μπαχ. Ούτε πλοκή, ούτε εξιστορήσεις, ούτε τη λογική της συνομιλίας, αλλά δυο θέματα, την Κάθοδο στον Άδη από τον Όμηρο, μια Μεταμόρφωση από τον Οβίδιο, και ανάμεσα σ’ αυτά, μεσαιωνικά ή σύγχρονα ιστορικά πρόσωπα.

Το 1926 πήγε στην Ιταλία. Δεν ήταν εύκολο να πει κανείς τι τον τράβηξε εκεί. «Ήταν καιρός να σταματήσει να κάνει τόσα πολλά για τους άλλους και για τη λογοτεχνία γενικά, να σταματήσει τις προσπάθειες να μορφώσει το κοινό, και απλώς να γράψει». Μετακόμισε στο Ραπάλλο. Θαύμαζε τα πρώτα κατορθώματα του φασισμού, που τότε ακόμη δεν ήταν ούτε φυλετικό, ούτε μαχητικά ιμπεριαλιστικό κίνημα. Το 1927 οι εκδότες του περιοδικού The Dial αποφασίζουν να τον τιμήσουν με ένα βραβείο 2.000 δολαρίων. Το 1930 κυκλοφορεί στο Παρίσι το απόσπασμα από ΧΧΧ Κάντο. Το 1933 συναντά τον Μουσολίνι. Το 1934 πηγαίνει στο Παρίσι να δει τους παλιούς του φίλους. Το 1935 τυπώνεται το βιβλίο του «Τζέφερσον και/ή Μουσολίνι». Πίσω όμως από τις χειρότερες πολιτικές παρεκτροπές του Πάουντ, υπάρχουν μεγαλόψυχα αισθήματα: μίσος για τον πόλεμο, και για μια κοινωνία που κινείται όλο και περισσότερο από καθαρά εμπορικά κίνητρα. Τον Οκτώβριο, περνώντας από τη Ρώμη, κατέθεσε στο γραφείο του Μουσολίνι το βεβιασμένο του σχέδιο για ένα διεθνή οργανισμό που θα χρησίμευε σαν υποκατάστατο της Κοινωνίας των Εθνών, που ήταν για τον Πάουντ «ένα μάτσο απατεώνες δούλοι της Βρετανικής τυραννίας». Το 1937 αντιλαμβανόμενος το ξέσπασμα του πολέμου, ο Πάουντ χάνει το ενδιαφέρον του για την ποίηση και την φιλολογική κριτική, και αρχίζει να γράφει προπαγάνδα του τύπου «Σταματήστε τον πόλεμο», βρίζοντας άγρια τους δημοκρατικούς ηγέτες κι αυτούς που ονόμαζε «βλενορροϊκά στοιχεία». Εξέθετε τις ιδέες του σε κάθε είδους έντυπο που του πρόσφερε τις σελίδες του: αριστερό, δεξιό, φασιστικό, κομουνιστικό. Πίστευε τώρα ότι κανείς δε μπορεί να καταλάβει ή να γράψει καλή ποίηση αν δεν κατανοήσει πρώτα τη φύση του χρήματος.

Το 1939 επισκέπτεται την Αμερική για πρώτη φορά ύστερα από 28 χρόνια, και τον τιμούν στο πανεπιστήμιο με τον τίτλο του Δόκτορα των Γραμμάτων. Το 1940 κυκλοφορούν τα Κάντο LII – LXXI. Τον Φεβρουάριο κάνει την πρώτη εκπομπή στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Ρώμης. Μέχρι το 1943 θα κάνει 300 εκπομπές. Ο Διευθυντής του Ιταλικού Εθνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικών Σχέσεων με τις ξένες χώρες, σε μια αναφορά του γράφει: «Δεν έχω πια καμιά αμφιβολία ότι ο Έζρα Πάουντ είναι φρενοβλαβής». Η συμπάθειά του για τον Μουσολίνι τον έχει κάνει αντιπαθητικό στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ της Αμερικής και των δυνάμεων του Άξονα (11 Δεκεμβρίου 1941) ο Πάουντ εμποδίζεται να επιστρέψει στην Αμερική, παρ’ όλο που είχαν βγάλει αεροπορικά εισιτήρια αυτός και η γυναίκα του. Οκτώ εβδομάδες μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο ο Πάουντ ζήτησε άδεια από το Ιταλικό Υπουργείο Λαϊκής Καλλιέργειας να συνεχίσει τις εκπομπές με τον όρο ότι δε θα υπόκειται σε λογοκρισία. Αυτές οι εκπομπές οδήγησαν στη σύλληψή του από τον αμερικανικό στρατό, μετά από ανάκριση, το 1945. Είχε καταγγελθεί για προδοσία, ερήμην, από το δικαστήριο της Κολούμπια το 1943. Το 1944 ο ποιητής και η γυναίκα του διατάχτηκαν από τον Γερμανικό στρατό να φύγουν από το παραλιακό διαμέρισμά τους στο Ραπάλλο. Όσο κράτησε ο πόλεμος, το ζευγάρι φιλοξενήθηκε στο νοικιασμένο σπίτι της Όλγας Ραντζ.

Στις 3 Μαΐου 1945 ο Πάουντ φυλακίζεται και στις 24 Μαΐου παραδίδεται στο αμερικάνικο στρατόπεδο συγκεντρώσεως κοντά στην Πίζα, και τον κλείνουν σε ένα συρματοπλεγμένο κλουβί 1,80Χ1,95. Σε τέτοια κλουβιά έβαζαν αυτούς που επρόκειτο να εκτελεστούν. Η στέγη ήταν από πισόχαρτο και τη νύχτα ένας προβολέας έριχνε άπλετο φως στο κλουβί του μόνο. Κοιμόταν χάμω στο τσιμέντο, έτρωγε ελάχιστα, και η τουαλέτα του ήταν ένα τενεκεδένιο δοχείο. Στη τσέπη του είχε τον Κομφούκιο και το κινέζικο λεξικό του. Τρεις βδομάδες έμεινε σ’ αυτό το κλουβί, και αδυνάτισε τόσο πολύ, που ο γιατρός της φυλακής φοβήθηκε. Τον μετέφεραν στο αναρρωτήριο του στρατοπέδου, όπου ο γιατρός αποφάνθηκε ότι ο Πάουντ είναι λογικός, αλλά «ασυνήθιστος». Εκεί, το καλοκαίρι του 1945, έγραψε τα έντεκα Κάντο της Πίζας. Ο λογοκριτής του στρατοπέδου της Πίζας υποπτεύεται ότι τα ποιήματα είναι κρυπτογραφικά μηνύματα. Στις 18 Νοεμβρίου τον πηγαίνουν αεροπορικώς στην Ουάσινγκτον να δικαστεί για προδοσία. Την παραμονή της δίκης υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση και κρίνεται ακατάλληλος να απολογηθεί. Η απόφαση του ιατρικού συμβουλίου τον γλιτώνει από ισόβια δεσμά, ίσως και από θάνατο. Η αμερικάνικη κυβέρνηση όμως ήθελε να τον δικάσει. Στις 13 Φεβρουαρίου 1946 γίνεται δίκη, και στέλνεται στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ, ένα μεγάλο λαϊκό ψυχιατρείο στα προάστια της Ουάσινγκτον. Εκεί αργότερα κατορθώνει να γράψει, και μάλιστα παραγωγικά.

Το 1949 πήρε το Bollingen Award βραβείο 1000 δολαρίων. Το 1954 ο Χέμινγουεϊ που είχε πάρει εκείνη τη χρονιά το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αποδίδοντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής στον Πάουντ, είπε στους δημοσιογράφους στη Ρώμη: «Πιστεύω πως αυτή είναι καλή χρονιά για να αποφυλακίσουν τους ποιητές». Πρόσθεσε ότι το βραβείο θα έπρεπε να δοθεί στον Πάουντ μάλλον παρά στον ίδιο. Το 1956 το περιοδικό Life ζητάει από την κυβέρνηση να ακυρώσει την κατηγορία εναντίον του Πάουντ: «Το δωμάτιο στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ είναι γνωστό ως ντουλάπι που περιέχει έναν εθνικό σκελετό». Στις 18 Απριλίου 1958 το δικαστήριο τον απαλλάσσει. Έφυγε για την Ιταλία κι έκτοτε ζούσε με την κόρη του Μαίρη, τον γαμπρό του πρίγκιπα Μπόρις ντε Ράτσεβιλτζ και τα δυο εγγόνια του. Το 1961 σταμάτησε να εργάζεται στα Κάντο που τα είχε αρχίσει από το 1915. Σταμάτησε να επικοινωνεί με τον κόσμο, τον κατέλαβε η μεγάλη σιωπή. Η αφασία, η αβουλία, του έκοβαν τον ειρμό του λόγου. Μιλούσε σπάνια κι εγκατέλειψε τελείως το γράψιμο. Το 1965 ταξιδεύει αεροπορικώς στην Αγγλία για να παρευρεθεί στο μνημόσυνο του Τ. Σ. Έλιοτ, ο οποίος το 1948 είχε τιμηθεί με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Επισκέπτεται τη χήρα του Γιέιτς. Το Νοέμβριο ήρθε για μερικές μέρες στην Αθήνα.


Το 1969 κάνει ένα σύντομο ταξίδι στις ΗΠΑ και την 1η Νοεμβρίου του 1972 πεθαίνει στη Βενετία σε ηλικία 87 ετών. Ούτε η Ντόροθυ Πάουντ ούτε ο Ομάρ ήταν στην κηδεία του, και φυσικά, κανένας Ιταλός ή Αμερικανός επίσημος. Μόνο η Όλγα Ραντζ και η κόρη του Μαίρη τον συνόδευσαν στο τελευταίο ταξίδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου