Αναγνώστες

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ,

Γεώργιος Σεφέρης

20 Σεπτεμβρίου 1971 - 20 Σεπτεμβρίου 2010:


Ὁ Γιῶργος Σεφέρης (πραγματικὸ ὄνομα Γιῶργος Σεφεριάδης) γεννήθηκε στὶς 29 Φεβρουαρίου / 13 Μαρτίου τοῦ 1900 στὴν Σμύρνη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Γιὸς τοῦ Στυλιανοῦ καὶ τῆς Δέσπως Σεφεριάδη (τὸ γένος Τενεκίδη). Ὁ Στυλιανὸς Σεφεριάδης ὑπῆρξε διακεκριμένος ἀκαδημαϊκὸς καὶ καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, συγγραφέας (μὲ πλουσιότατο ἐπιστημονικὸ ἔργο) καὶ διπλωμάτης: «Ὁ πατέρας», γράφει ἡ Ι. Τσάτσου, «ἦταν ἄνθρωπος τῶν μεγάλων ἰδανικῶν. Τὸν πρῶτο καιρὸ ἔζησε μὲ τὸ πάθος τοῦ λυτρωμοῦ τοῦ Ἔθνους, τὴ Μεγάλη Ἰδέα. Μέσα στὰ χαρτιά του βρίσκω ἀκόμα ἔγγραφα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Σάμου. Στὸ 1908 πῆγε στὸ νησὶ καὶ βοήθησε τὸ Σοφούλη. Στὸ πόλεμο τοῦ ῾12, ὅπως μας ἔλεγε ἡ μάνα εἶχε ξεσηκωθεῖ νὰ πάει ἐθελοντής».(2) Ὑπῆρξε ἐπίσης ποιητὴς καὶ μεταφραστής: «Ὅμως μὲ τί εὐτυχία ἀπάγγελνε στίχους τοῦ Μιμνέρμου ἢ τοῦ Ἀνακρέοντα στὶς ὡραῖες κυρίες! Τοὺς εἶχε μεταφράσει ὁ ἴδιος, ὅπως καὶ τὸν Οἰδίποδα Τύραννο, τὴν Ἠλέκτρα, τὰ τραγούδια τοῦ Μπάϋρον γιὰ τὴν Ἑλλάδα· αὐτὰ εἶναι τὰ πιὸ γνωστά. Μὰ παράλληλα Σαπφώ, Ὁράτιο καὶ πολλοὺς γάλλους ποιητές. [...] Κάποτε ὁ Καβάφης ἀνάφερε θαυμαστικὰ ἕνα στίχο του:
Κι ἔχουν τὰ γέλοια ξεψυχήσει
κι᾿ ἔχουν γεράσει τὰ παιδιά.

Ἀπόρησαν οἱ φίλοι του. Πρώτη φορὰ ἄκουαν τὸ ὄνομα τοῦ ποιητῆ Σεφεριάδη.(3) «Τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴ λογοτεχνία ὁ Στυλιανὸς Σεφεριάδης θὰ τὴν μεταδώσει καὶ στὰ τρία του παιδιά, Γιῶργο, Ἄγγελο καὶ Ἰωάννα (μετέπειτα σύζυγο τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου), τὰ ὁποῖα καὶ θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ αὐτήν: «Κι ἔπειτα βρίσκαμε διέξοδο στὴ βιβλιοθήκη τοῦ πατέρα. Διαλέγαμε ἕνα βιβλίο καὶ μπρούμυτα στὸ πάτωμα διαβάζαμε ὦρες. Ὅλους τοὺς γάλλους ρομαντικοὺς τοὺς εἴχαμε μάθει ἀπέξω».(4)
Τὸ 1914, μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Α´ Παγκοσμίου Πολέμου ἡ οἰκογένεια Σεφεριάδη μετακομίζει στὴν Ἀθήνα ὅπου ὁ Γιῶργος Σεφέρης τελειώνει τὸ Γυμνάσιο τὸ 1917. Κατόπιν θὰ μεταβεῖ στὸ Παρίσι, ὅπου καὶ θὰ σπουδάσει Νομικὰ ὡς τὸ 1924. Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸ 1918 θὰ ἐκδηλωθεῖ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ποίηση καὶ θὰ ἀρχίσει νὰ γράφει στίχους.
Μέτρια, κι ὅλα μέτρια καὶ μέτρια παντοῦ.
Κ᾿ οἱ ἀγάπες μου κ᾿ οἱ πόθοι μου, κι᾿ ὅτι ἡ καρδιά μου ἀνειώνει
Κ᾿ ἡ φαντασία τῆς ψυχῆς, καὶ τὸ εἴδωλο τοῦ νοῦ
Καὶ ὁ ἔρωτας τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τοῦ παντοτεινοῦ,
μὲ σφίγγουν ὅλα μέτρια, τὸ μέτριο μὲ παγώνει.
(5)
Στὰ χρόνια τῶν σπουδῶν του, ὄντας στὸ ἐξωτερικό, ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ ἔρθει σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὰ λογοτεχνικὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς. Ὁ Roderick Beaton γράφει σχετικά: «Ὡς φοιτητὴς τῆς Νομικῆς στὸ Παρίσι, μεταξὺ 1918 καὶ 1924, ὁ Σεφέρης μελέτησε καὶ ἐμπέδωσε κάθε καινούργιο κίνημα τῆς γαλλικῆς λογοτεχνίας τῶν πρώτων δεκαετιῶν τοῦ αἰώνα του. Τὰ πρῶτα του ποιήματα, καὶ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν κριτικῶν καὶ θεωρητικῶν προϋποθέσεων τὶς ὁποῖες ἐπεξεργάστηκε σὲ ὅλη τὴ μετέπειτα ζωή του, φέρουν ἐμφανῶς τὰ σημάδια τῆς ἀνάγνωσης τῶν ἔργων τοῦ Paul Valery, τοῦ Jules Laforgue, τοῦ Paul Claudel, τοῦ André Gide, τοῦ Leon-Paul Fargue καὶ τοῦ Jean Moreas (πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Ἰωάννη Παπαδιαμαντόπουλου, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σεφέρης ἔνιωθε, γιὰ εὐνόητους λόγους, μίαν ὁρισμένη συγγένεια)».(6) Στὸ Παρίσι θὰ τὸν βρεῖ καὶ ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐπηρεάσει βαθύτατα καὶ θὰ παραμείνει χαραγμένη στὴ μνήμη του:
«... Γιατί νὰ μὴν ἦταν βολετὸ νὰ εἶχα ξεκληριστεῖ κι᾿ ἐγώ, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα τὰ παιδιὰ ποὺ ξεκληριστήκανε πέρα στοὺς κάμπους τῆς ντροπῆς, ἀπὸ βλακεῖες ἠλιθίων ἐγωϊστῶν... ὅλοι μας εἴμαστε μὲ δάκρυα στὰ μάτια, μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ξαναπέσει ἡ Σμύρνη στὰ χέρια τοῦ Τούρκου, τὸ χωράει τὸ κεφάλι ἀνθρώπου· τώρα ποὺ σοῦ γράφω τὸ μισοφέγγαρο ἴσως στὸ κονάκι, καὶ ὁ ἥλιος βασιλεύει ἥσυχος σὰν καὶ πάντα... Εἶμαι δυστυχισμένος ἀδερφή μου...»(7)
Τὸ 1926 ὁ Γιῶργος Σεφέρης θὰ ἀρχίσει τὴν διπλωματική του σταδιοδρομία, διοριζόμενος στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν ὡς ἀκόλουθος. Μέχρι τὸ 1962 ποὺ συνταξιοδοτεῖται θὰ ὑπηρετήσει ὡς ὑποπρόξενος καὶ πρόξενος στὸ Λονδίνο (1931-1934), στὴν Κορυτσᾶ τῆς Ἀλβανίας (1936-1938), ὡς σύμβουλος τύπου στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Μετὰ τὴν κήρυξη τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου θὰ ἀκολουθήσει τὴν ἑλληνικὴ Κυβέρνηση στὴν Κρήτη, τὴν Αἴγυπτο, τὴν Νότια Ἀφρικὴ καὶ τὴν νότια Ἰταλία, καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ μένει μέχρι τὸ 1948. Κατόπιν διορίζεται σύμβουλος στὶς Ἑλληνικὲς Πρεσβεῖες στὴν Ἄγκυρα καὶ τὸ Λονδίνο, ἀργότερα πρέσβης στὸ Λίβανο, τὴ Συρία, τὴν Ἰορδανία καὶ τὸ Ἰράκ, καὶ τελικὰ στὸ Λονδίνο (1957-1962). (8) Ἀφότου ἀποσύρεται, ἀφοσιώνεται ὁλοκληρωτικὰ στὸ λογοτεχνικό του ἔργο, μέχρι τὸ θάνατό του, τὸ 1971, ὁ ὁποῖος ἐν μέσῳ δικτατορίας καὶ κατόπιν τῆς Δήλωσής του τὸ 1969, εἶχε τὸν χαρακτήρα ἐκδήλωσης ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος τῶν συνταγματαρχῶν.
Ἡ ποίηση καὶ τὸ συνολικὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ Γιώργου Σεφέρη γνώρισε πολλὲς καὶ διεθνεῖς διακρίσεις. Τιμήθηκε μὲ τὸ «Ἔπαθλο Παλαμᾶ» (1946) καὶ ἀναγορεύτηκε ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Cambridge (1960). Ἀκολούθησε τὸ βραβεῖο Foyle στὸ Λονδίνο (1961) καὶ τὸ Νόμπελ Λογοτεχνίας τὸ 1963. Ἐπίσης ἀναγορεύτηκε ἐπίτιμος διδάκτωρ στὸ Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1964), στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης (1964) καὶ στὸ Πανεπιστήμιο Princeton (1965). Ἐκλέχτηκε ἐπίτιμο μέλος τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀκαδημίας Τεχνῶν καὶ Ἐπιστημῶν (1966) καὶ μέλος τοῦ Institute of Advanced Studies τοῦ Princeton (1968).


Ἡ δήλωση τοῦ Σεφέρη κατὰ τῆς δικτατορίας

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δικτατορίας εἶχε ἐπιλέξει τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄρνηση νὰ δημοσιεύσει δουλειά του στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1969, δυὸ χρόνια πρὶν τὸ θάνατό του, ἀποφασίζει νὰ μιλήσει γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια καὶ νὰ καταγγείλει τὴ Δικτατορία. Ἡ δήλωσή του στὸ BBC ἔκανε τεράστια αἴσθηση στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἔδωσε δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸ ἀντιδικτατορικὸ κίνημα.

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου - δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία - ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».


Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.

Μᾶς βαραίνουν οἱ φίλοι
ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς νὰ πεθάνουν.

Κι ἂν ὁ ἀγέρας φυσᾷ, δὲ μᾶς δροσίζει
κι ὁ ἴσκιος μένει στενὸς κάτω ἀπ᾿ τὰ κυπαρίσσια
κι ὅλο τριγύρω ἀνηφόρι στὰ βουνά.



Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...

Εἶναι τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ Σεφέρη καὶ δημοσιεύτηκε στὸ Βῆμα (23. 9. 71) τρεῖς μέρες μετὰ τὸ θάνατό του στὴν περίοδο τῆς δικτατορίας. Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ. ) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).
Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου