Αναγνώστες

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ηλιογάβαλος




Η ζωή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων τροφοδότησε γενναιόδωρα και τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Από τότε που ο Δουμάς πατήρ έγραψε την Ακτή μέχρι τις μέρες μας, από τις σελίδες των βιβλίων κι απʼ την κινηματογραφική και τηλεοπτική οθόνη παρέλασαν πάμπολλοι Νέρωνες. Ακολουθούν άφθονοι Καλλιγούλες, ενώ πρόσφατα είδαμε κι έναν Κόμμοδο. Ο Ηλιογάβαλος -παρά τις συστάσεις του Αντονέν Αρτώ- δεν κατόρθωσε ποτέ να γίνει δημοφιλής. Ο Παζολίνι έχασε ένα πρώτης τάξεως θέμα: δεν παραμένει κανείς ατιμωρητί ανιστόρητος.




Οι συγγραφείς όμως του fin de siecle κάθε άλλο παρά ανιστόρητοι ήταν. Και είχαν κάθε λόγο να ανασύρουν τον Ηλιογάβαλο απʼ τα μαυσωλεία των σπουδαστηρίων. Η ηλιολατρία, που προσπάθησε να εγκαθιδρύσει στη Ρώμη ο Σύρος βασιλέας, θα προμηνούσε, στο λυκόφως της χριστιανοσύνης, την αυγή μιας νέας θρησκευτικότητας.



Το περίφημο ανέκδοτο, που μνημονεύει ο Λαμπρίδιος, πως ο Ηλιογάβαλος έπνιγε τους συνδαιτυμόνες των συμποσίων του μέσα στα ρόδα (ο Γρυπάρης άντλησε από εδώ ένα όμορφο σονέτο του), προσέφερε την απτότερη έκφραση του «αισθητικώς θνήσκειν», αντίστοιχου και κορύφωσης του «αισθητικώς ζην».



Και, τέλος, ο πρόδηλος και σκανδαλώδης ερμαφροδιτισμός του, ο οποίος έφτασε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιωάννη Ζωναρά, μέχρι και την απόπειρα αλλαγής φύλου («ες τοσαύτην δε συνηλάθη ασέλγειαν, ως και τους ιατρούς αξιούν αιδώ γυναικείαν διʼ ανατομής αυτώ μηχανίσασθαι») αίρονταν σε διακήρυξη της υπέρβασης του φύλου: ο ανδρόγυνος είναι ένα ανώτερο πλάσμα. Η δεσποινίς Μωπέν του Theophile Gautier έβρισκε το άρρεν, ρωμαϊκό alter ego της.



Πέρα από σποραδικές μνείες, δύο σημαντικά έργα της εποχής εμπνέονται από τον Ηλιογάβαλο: ο Αλγκαμπάλ του Στέφαν Γκεόργκε και -δέκα χρόνια αργότερα- το μυθιστόρημα Το όρος του φωτός του σημαντικού Ολλανδού συγγραφέα Louıs Couperus, όπου παρελαύνει ολόκληρη η ζωή του έκλυτου αυτοκράτορα: τα παιδικά του χρόνια, όταν ήταν αρχιερέας του θεού Ήλιου στην Έμεσα της Συρίας, η αναρρίχησή του στον θρόνο της Ρώμης, η ακόλαστη συμπεριφορά και οι εκκεντρικότητές του, οι δολοπλοκίες της αυλής και το τραγικό του τέλος.



Και στα δύο έργα εισβάλλει βίαια στη Ρώμη η Ανατολή με τα αρώματά της, τις οργιαστικές της παραφορές και τις μυστηριώδεις λατρείες της. Στο Όρος του φωτός, ο Ηλιογάβαλος, μέσα στο άδυτο του ναού της Έμεσας, χορεύει μπροστά στο φαλλικό είδωλο από μαύρο μετεωρίτη πυροδοτώντας την ενθουσιαστική φρενίτιδα των συγκεντρωμένων θαυμαστών του. Στον Αλγκαμπάλ χορευτές με λαμπερά φορέματα ανοίγουν τη θριαμβική πομπή προς τον ναό του Ήλιου, ενώ έφηβοι στρώνουν με δάφνες, κρίνους και ναρκίσσους τον δρόμο του βασιλιά-ιερέα.



Αλλού ο Ηλιογάβαλος αναπολεί τους παλιότερους λατρευτικούς παροξυσμούς των πιστών του, όταν, τον καιρό που ζούσε ακόμη στη Συρία, γυναίκες και άντρες παραληρούσαν κάτω από την πύλη του ναού του και τον ικέτευαν παράφορα να αγγίξουν το φόρεμά του.



Ωστόσο, ενώ ο Γκεόργκε μένει προσκολλημένος στο εξωτερικό στοιχείο της θρησκείας, δηλαδή στο τελετουργικό, ο Couperus προσπαθεί να προσδώσει στη λατρεία του Ηλιογάβαλου μια μυστικιστική διάσταση: «Αγωνιζόμαστε να γυρίσουμε πάλι στο φως, απʼ όπου η ψυχή μας εκτοξεύθηκε σαν μια σπίθα στην απέραντη αιωνιότητα, μέχρι που, καθώς βυθιζόταν όλο και πιο χαμηλά, έγινε μια ακάθαρτη φλόγα και συμπυκνώθηκε στην ψυχή του χρυσού... Γιʼ αυτό κι ο χρυσός είναι το επίγειο σύμβολο τη δύναμης, της λάμψης, της υπεροχής και του πλούτου. Η ψυχή μας θέλει να γυρίσει ξανά στις απαρχές της, στο φως… -Είναι ο ήλιος το φως; -Μόνο το σύμβολο της αγιότητάς του. Άσε την ψυχή σου να φωτιστεί απʼ αυτό το σύμβολο».



Ακόμη κι ο ερμαφροδιτισμός του Ηλιογάβαλου εξηγείται μυστικιστικά: «Μακάρι να προσπαθήσεις να ξαναγυρίσεις στο πρωταρχικό Εν που δεν είχε φύλο. Για να γίνει όμως η εκλεκτή ψυχή σαν το άφυλο φως, πρέπει να επανέλθει στην ανθρώπινη μορφή του Ενός: στη μορφή του αμφίφυλου πλάσματος. Η εκλεκτή ψυχή πρέπει να γίνει ανδρόγυνη». Ο Ολλανδός μας ξέρει καλά τα ερμητικά κείμενα: «Νους ο Θεός, αρρενοθήλυς ων, ζωή και φως υπάρχων».



Ο Ηλιογάβαλος στο Όρος του φωτός περιστοιχίζεται από θεράποντες, θαυμαστές, ευνοούμενους, κόλακες. Ζει από τη λατρεία των άλλων και βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα δικά τους μάτια: «Μόνον η αγάπη χιλιάδων και μυριάδων ανθρώπων που απλώνουν τα χέρια τους σʼ εμένα μπορεί να με ζεστάνει», αναφωνεί. Η μοίρα του, η ίδια η ευτυχία του, καθορίζεται από την εύνοια ή τη δυσμένεια του όχλου. Είναι άθυρμα των διαθέσεών του.



Το ίδιο πλήθος που, όταν χόρευε, τον αποθέωνε, εξεγείρεται εναντίον του, αηδιασμένο από τον εξευτελισμό των πάτριων θεσμών, και τον δολοφονεί. Οι συνδηλώσεις είναι προφανείς: ο Couperus προοιωνίστηκε, στη χαραυγή της νέας εκατονταετίας, τη λατρεία -αλλά και τη μοίρα- των καλλιτεχνικών ειδώλων που θα σφράγιζε τον μαζικό πολιτισμό του 20ού αιώνος.



Ο Αλγκαμπάλ του Γκεόργκε έχει κι αυτός ιδιοσυγκρασία καλλιτεχνική. Δεν ενσαρκώνει όμως τον καλλιτέχνη - ίνδαλμα, τον περιστοιχισμένο από πλήθη θαυμαστών, αλλά τον μοναχικό δημιουργό, τον εξόριστο ή αυτοεξόριστο απʼ τον κόσμο των ανθρώπων, τους οποίους άλλωστε μισεί θανάσιμα. Ο Αλγκαμπάλ είναι ο βασιλιάς της μοναξιάς. Και τούμπαλιν: ο κάθε εγκάθειρκτος στο σολιψιστικό του σύμπαν αυτοστέφεται βασιλιάς του κόσμου.



Ο Αλγκαμπάλ φυτοζωεί παγιδευμένος σε ένα δίχτυ οιωνών και μοιρολατρίας, καταδικάζει τον εαυτό του σε παθητικότητα και απραξία, πασχίζει να διασκεδάσει την ανία του με όργια. Πίνει τα φάρμακα της λήθης, αλλά μεθά κι απʼ το «κρασί των αναμνήσεων»: βυθίζεται στην αναπόληση της παιδικής του ηλικίας.



Μακριά απʼ όλους κι απʼ όλα, χτίζει το βασίλειό του κάτω απʼ τη γη. Από εκεί δεν έχει εξοστρακιστεί μόνο κάθε ανθρώπινη παρουσία αλλά και κάθε μορφή ζωής: τα δέντρα είναι από κάρβουνο, τα παγώνια που κοσμούν το παλάτι του από κρύσταλλο, η αίθουσα του Ήλιου καταυγάζεται από τεχνητή κίτρινη λάμψη.



Τα ονειρικά ανάκτορα του Αλγκαμπάλ δεν διαφέρουν πολύ απʼ τις οπτασίες των οπιομανών, από το «Παρισινό όνειρο», λ.χ., ενός Μπωντλαίρ, όπου η εξημμένη απʼ τα νηπενθή φαντασία του ποιητή εξορίζει απʼ την πολιτεία κάθε βλάστηση και την αντικαθιστά με μια μεθυστική μονοτονία από μέταλλο, μάρμαρο και νερό. Ή από τα οράματα του Thomas Quincey: «φτιάχνεις [με το όπιο] στην καρδιά του σκότους, με τα φανταστικά υλικά του μυαλού, και με μια τέχνη βαθύτερη απʼ αυτή του Φειδία και του Πραξιτέλη, πολιτείες και ναούς πιο περίλαμπρους από την Εκατόμπυλο και τη Βαβυλώνα».



Τέτοιοι κι οι κήποι του Αλγκαμπάλ: «Οι κήποι μου δεν θέλουν ζέστη μήτε αέρα / οι κήποι που έφτιαξα για μένα μοναχά / κι όλα τα σμήνη των νεκρών πουλιών τους / δεν είδαν άνοιξη καμιά. / Είναι από κάρβουνο οι κορμοί και τα κλαδιά / και σκοτεινοί αγροί σε σκοτεινές πλαγιές / κι αυτοί οι καρποί που δεν τους μάζεψε κανείς / σαν λάβα λάμπουνε στων πεύκων τις σχισμές. / Μια γκρίζα λάμψη από κρυφές σπηλιές / δεν λέει πότε είναι νύχτα πότε μέρα / και τριγυρίζει η σκόνη απʼ τις αμυγδαλιές / μες τα σπαρτά και τα χωράφια πέρα».



Όμως η περιδιάβαση στους ψεύτικους κήπους καταλήγει σε μια κραυγή αγωνίας, στην απελπισμένη προσπάθεια να γεννηθεί ζωή μέσα στο νεκρό βασίλειο: «Πότε όμως τρόπο να βλαστήσεις θα ʼβρω / -αναρωτήθηκα καθώς τον περπατούσα / και καθώς σʼ όνειρα τρελά τις έγνοιες λησμονούσα- / λουλούδι σκοτεινό μεγάλο μαύρο;».

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ




Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Ο Λιαντίνης για τους ποιητές












Μια μικρή σταχυολόγηση των απόψεων του Δημήτρη Λιαντίνη για τους ποιητές έχει στόχο η παρούσα ανάρτηση. Μικρή αναγκαστικά, διότι ο Λιαντίνης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους ποιητές σε όλο το φάσμα του έργου του. Τρία μάλιστα βιβλία του, το ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ, το ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ και Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ, αφιερώθηκαν σε τρεις από τους πιο αγαπημένους του ποιητές. Κι ακόμη στο βιβλίο του ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ υπάρχουν ολόκληρα κεφάλαια αφιερωμένα στους ποιητές και στο ποίημα. Ανέφικτος λοιπόν ο στόχος για ευρεία παράθεση αποσπασμάτων και αναγκαστική η επιλογή λίγων και όχι αναγκαστικά και των σημαντικότερων από όσα είπε για τους ποιητές:



ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ



"... τραγικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει τη γνήσια ποίηση και τη γνήσια φιλοσοφία. Προκειμένου για τη θεώρηση του όλου η μία κατέχει μόνο το πτώμα και της είναι αχρηστευμένο, η άλλη έχει μόνο το σώμα και της είναι απαγορευμένο. {...} Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου. {...} Η αδυναμία και των δύο να κατακτήσουν το ον ημπορεί να διατυπωθεί αρνητικά και θετικά:



Η φιλοσοφία θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε κι η ποίηση.



Η ποίηση θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε και η φιλοσοφία. {...}



Η φιλοσοφία κερδίζει διαυγές το είδωλο του όντος. Η ποίηση κερδίζει αόριστο το Είναι του όντος. Το σύμμικτο αποτέλεσμα οφείλεται στην αναγκαία συζυγία τηςν πληρότητας (διαυγές Είναι) και της έλλειψης (θολόν Είδωλο)." (σελ. 21 - 22)



Ο ποιητής είναι ο γειτονικότερος ομότεχνος του Θεού - δημιουργού της Γένεσης. (σελ. 54)



ο ποιητικός λόγος είναι η μορφή που λαβαίνει η πάλη του ανθρώπου με τον πόνο του κόσμου.





ο γνήσιος ποιητής ατενίζει τον κόσμο με δακρυσμένο βλέμμα. (σελ. 55)



Όλοι οι μελετητές του Ρίλκε συμφωνούν ότι το κέντρο της ποίησής του είναι το πρόβλημα του θανάτου. Τον τόπο που δεν εύρισκε στο σύμπαν η μηχανική του Αρχιμήδη για να κινήσει τη σφαίρα της γης, η ποίηση του Ρίλκε τον βρήκε στο θάνατο για να κινήσει τη σφαίρα της ζωής. Η ερμηνευτική θέση λ.χ. ότι η αποστροφή προς τη ζωή οδηγεί τον ποιητή στη χώρα του θανάτου, είναι αντικρυνά αντίθετη προς τη θέση ότι η αναγνώριση του θανάτου από τον άνθρωπο υπηρετεί το γνήσιο τρόπο ζωής. (σελ. 240)



ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ



Ο Heidegger σημειώνοντας τον άμεσο δεσμό της γλώσσας με την αλήθεια ονομάζει τη γλώσσα κατοικία του Είναι και τους ποιητές φύλακες της αλήθειας.



Ο Holderlin, ο αγαπημένος ποιητής της θεάς Παραφροσύνης, που κατέβηκε ως την άτρεμη διαύγεια του βάθους, είδε στη γλώσσα τη χαρισματική πρωτοδύναμη, που της έχει ταχθεί ν' ανασέρνει το ον από τη χαοτική άβυσσο της αοριστίας στη φωτερή μονιμότητα της μορφής. Οι ποιητές, ιερατικοί καθιδρυτές και πρωτεργάτες της γλώσσας, είναι οι σωτήρες του όντος. Οι ποιητές είναι salvatores dei και μονίμου χριστοί: και το Μόνιμο οι ποιητές το ιδρύουν. (σελ. 16)



Το αληθινώτερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του. (σελ. 24)



"Για με ποίηση είναι η λογική, που έχει μετατραπή σε εικόνες και αισθήματα." (φράση του Σολωμού, σελ. 55)



"Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει" (σελ. 105)



Αυτός ο απάνθρωπος τόπος, η μονιά όπου μένει ο ποιητής μόνος, του προσφέρει τη γνώση σαν αντίδωρο στην πίκρια. Ο Σολωμός πλησίασε σε απόσταση βολής το ηρακλείτειο κλίμα της γνώσης που κλαίει: "Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψης." (σελ. 116)



«Ο Σολωμός είναι μεγάλος ποιητής, ακριβώς γιατί θυσίασε τη χαρά της φαντασίας στη λύπη της πραγματικότητας.» (σελ. 124)



HOMO EDUCANDUS



«Ποίηση έχουν όλα τα γραπτά που η νεράιδα του χρόνου δεν τους πήρε τη μιλιά.» (σελ 147)



Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ



"Μπορεί να ειπεί κανείς πως ένα είναι το κύριο γνώρισμα του ποιητή. Ο αγώνας του για την αυτοκάθαρση. Την άποψη αυτή τη διατύπωσε νέος ο ίδιος ο Σεφέρης στις Μέρες (Μ2,54): «Όποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής». Όλα τα άλλα για τον ποιητή και την ποίηση, οι αρχές οι όροι οι νόμοι τα πορίσματα οι απόψεις και οι θεωρητικές σχολές, είναι τα εξηγητικά παρεπόμενα αυτής της ανάγκης για καθαρότητα. {...} Μοίρα του ποιητή είναι η σπουδή του στα καταλύματα της ενοχής και της εξαγοράς της." (σελ. 34)



"Όπως γεννιέται δύσκολα ο ποιητής, παρόμοια δύσκολα και γίνεται. Ακολουθώντας τον αγνό νόμο της φύσης θα τραβήξει με τον τρόπο του την κύκλια πομπή των πραγμάτων του κόσμου και θα γίνει ποιητής, εάν κάποτε αρχίσει.Αυτή η αρχή είναι εξαιρετικό γεγονός. Μοιάζει με το σεισμό που βουλιάζει μια θάλασσα και γεννάει μια χώρα. Το πράγμα υποβάλλει ένα δεύτερο είδος προπατορικής παρακοής. Μια δεύτερη έξωση, όχι από τον τόπο του ζώου αυτή τη φορά, αλλά από τον τόπο του ανθρώπου." (σελ. 36 - 37)



Σεφέρης: "Να κάνεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη μάχη δέκα χιλιάδες στρατό, κι ο αντίπαλος δέκα χιλιάδες, και να ξέρεις καλά πως για να νικήσεις πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς, αλλά πως φτάνει να χαθεί ένας και μόνο από τους δικούς σου, για να νικηθείς." Ο Σεφέρης υπαινίσσεται ένα ολόκληρο πλήθος δημιουργικών στοιχείων που πρέπει να λειτουργήσουν σύντονα και πληρωτικά για να γεννηθεί το ποίημα. (σελ. 51 - 52)



Ελύτης: "Που πια κανείς δεν πενθεί τ' αηδόνια, κι όλοι γράφουν ποιήματα." (σελ. 58)



Η εποχή που ο ποιητής μελετούσε τρία χρόνια βιβλία και δέντρα και άστρα και ανθρώπους, για να γράψει τρεις ώρες, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Σολωμού, μοιάζει πολύ μακρινή. (σελ. 59)



"Έτσι περίπου γίνεται κι όταν πεθαίνει ένας ποιητής. Όταν πεθαίνει, δηλαδή, η συνείδηση που σαρκώνει την αρχανδρική εικόνα του ανθρώπου. Η στιγμή είναι ανυπολόγιστη. Για να προσεγγίσουμε γνωστικά αυτή την οδό αβύσσου, την «παναπευθέα άταρπόν» όπως θα 'λεγε ο Παρμενίδης, τον ανιχνήλατο δηλαδή και ανεξιχνίαστο δρόμο, πρέπει να αντιστρέψουμε τη μέθοδο μέτρησης. Όταν πεθαίνει ο ποιητής, ο κάθε άνθρωπος που έσωσε να γίνει άνθρωπος δηλαδή, στην πραγματικότητα πεθαίνει το σύμπαν. Ό,τι αφανίζεται είναι ό,τι υπάρχει στη συνείδηση του ανθρώπου. {...} Ο θάνατος του ποιητή ισοδυναμεί με τη Συντέλεια του κόσμου. Στη διπλή όψη του αρχαίου στίχου:



εγγύς μεν ή ση περί πάντων λήθη, εγγύς δε ή πάντων περί σου λήθη,



(λίγο ακόμη, και θα τα ξεχάσεις όλα· λίγο ακόμη, και θα σε ξεχάσουν όλα),



αυγάζει η ιδέα της χειραψίας που δίνουν βουβοί ο θνήσκοντας ποιητής και ο θνήσκοντας κόσμος." (σελ. 121)



"Αυτά τα στοιχεία του ποιητή, η γνώση δηλαδή η βούληση και η στοίχησή του στη φυσική αλήθεια, τη σημασία τους δεν τη λαβαίνουν από την ποσοτική αλλά από την ποιοτική τους ιδιαιτερότητα. {…} Πρόκειται για ένα είδος γνώσης που δεν το πιάνει η γνώση. Νομίζω ότι αυτός είναι στη βάση του ο λόγος της ερημίας του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Μιλάει, και νομίζουν ότι κορακίζει. Σιωπάει και συγκατανεύουν ελεητικά τη σιωπή του." (σελ. 35)



"Στην κύρια προσφορά του ο ποιητής είναι φορέας και μεταδότης γνώσεων.Έτσι θα δεχθούμε αναγκαία ότι στις βασικές κοιτασματικές προϋποθέσεις του ποιητή ανήκουν τα ισχυρά βιώματα του έρωτα και του θανάτου." (σελ. 37)



"... το μυθικό τοπίο.



Εάν ο επίδοξος ποιητής δεν προχωρήσει πέρα από τη θέαση του κόσμου. εάν δε διασπάσει τον κλοιό των πραγμάτων μέσα στον οποίο λειτουργεί η απλή δράση του αισθητηριακού του οπλισμού. εάν δε ζητήσει το στερεό σχήμα μιας παρουσίας, εκεί που τελειώνοντας τα ένυλα όρια του κόσμου ανοίγεται η υποθετική διάσταση της απουσίας. εάν δεν πατήσει σε κάποιο πλήρωμα δυνάμεων, που καθώς διαδέχεται τη γύμνια των πραγμάτων καταργεί το νόημα του κενού. εάν, τέλος πάντων, δε συνδεθεί με την αδιάφορη μέριμνα της φυσικής πραγματικότητας που κρύβεται πέρα και πίσω από τις παραστάσεις μιας ευκλείδειας προοπτικής, ούτε είναι ούτε και θα γίνει ποιητής. Γιατί θά 'χει απομείνει δώθε από τις Συμπληγάδες του αργοναυτικού πεδίου.



Εδώ βρίσκεται η λαμπρή αλλά και η επίβουλη διαφορά που κάνει τον ποιητή σε σύγκριση με το στιχοπλόκο, το δημοσιογράφο, τον επιστήμοντα συγγραφέα, το ρήτορα, και τους κάθε λογής πράκτορες του λόγου." (σελ. 42)



Αγνάντια στο θάνατο οι ποιητές είναι οι πρωτόπλαστοι των ανθρώπων. (σελ. 120)



Η δημοτική ποίηση δε σπουδάζεται, δε "φιλολογείται". Αν τη νιώθεις, τη νιώθεις χωρίς να χρειάζεσαι να τη μελετάς. Αν τη ζεις, τη ζεις χωρίς να χρειάζεσαι να τη σκέφτεσαι. (σελ. 25)



ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ



«Ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου ανθρώπου. {…} Ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου. Με την ίδια κυριότητα που ο ποιητής του κόσμου είναι ο θεός.» (σελ 13 - 14)



"Η λογοτεχνία ενός λαού είναι το αντίκρυσμα συναλλάγματος στα τραπεζικά υπόγεια της ιστορίας του." (σελ. 42)



"η εμορφιά θα σώσει τον κόσμο" (φράση του Ντοστογιέβσκι, σελ. 45)



"Το όνομα ποίημα παράγεται από το ρήμα ποιείν που σημαίνει πράττειν." (σελ. 46)



"... όσο περισσότερο αγράμματος και αρχαϊκά έτοιμος είσαι για την ποίηση, τόσο την καταλαβαίνεις καλύτερα." (σελ. 46)



"Ο Καρυωτάκης είναι μεγάλος ποιητής, γιατί έγραψε με το αίμα του. Κι ένα ποίημα με αίμα αξίζει για εβδομήντα τόμους με μελάνι." (σελ. 50)



"Το ποίημα είτε μας μιλάει, είτε δε μας μιλάει, λέει ο Σεφέρης. Μπορεί να το διαβάσεις είκοσι φορές μέσα σε είκοσι μήνες ή σε πέντε χρόνια, και να μην σου ειπεί τίποτα. Και ξαφνικά εκεί που περπατάς στο ακροθαλάσσι για να πάρεις τον αέρα σου, ένας στίχος του χτυπάει ανεπάντεχα την ύπαρξή σου, όπως το ατλάζι του πελάγου σου χτυπάει τα μάτια, και σε φωτίζει ολόκληρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή που φωτίζεται και το ποίημα μέσα σου." (σελ. 51)



"Ο Ελύτης στα νιάτα του έδωκε ένα σουρρεαλιστικό ορισμό στην ποίηση. Η ποίηση, είπε, είναι συνουσία επ' άπειρον." (σελ. 51)



"Τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης ο Σολωμός τη διατύπωσε θεωρητικά. Η ποίηση, λέει, είναι λογική που έχει μετατραπεί σε εικόνες και αισθήματα. Με την πρόταση αυτή ουσιαστικά καθιδρύει τη φιλοσοφία και την ποίηση σε τόπο κοινό. Μόνο τα όργανα είναι διαφορετικά." (σελ. 53)



«... Οι αληθινοί ποιητές δεν γράφουν στίχους, ούτε παίζουν με τις λέξεις. Οι αληθινοί ποιητές είναι από τα πιο υπεύθυνα όντα που γεννιούνται επί γης, λέει ο Σεφέρης. {...} Σε κάθε εποχή ο γνήσιος ποιητής αναγκαία και αναπότρεπτα υπήρξε στρατευμένος. Γιατί στράτευση είναι η άρνηση στο άδικο και στην ανισότητα, που συνοδεύονται με έμπρακτη γνώση και με ανθρωπιά.» (σελ. 56)



"Η ποίηση είναι πολιτική. Όπως το δέντρο φυτρώνει στο χώμα και όπως το ψάρι μεγαλώνει στο νερό, έτσι και της αληθινής ποίησης το αίμα είναι η ζωή. Η άμεση, η ρέουσα, η πυρωμένη ζωή των ανθρώπων. Που κυλάει από τη γέννηση στο θάνατο καθώς ο βαθυδίνης ωκεανός. Με όλα τα μάγια, και όλα τα πλούτια, και όλα τα κακά. Ετούτος ο φερέγγυος αλλά και ο αχώρητος όρος είναι ο κανόνας και ο νόμος και το κοινό της ποίησης. Καθώς όμως η ποίηση γίνεται έκπτυξη και καταδήλωση ζωής, αναγκαία γίνεται λειτουργία καθαρά πολιτική. Γιατί ο ορίζοντας της ζωής του ανθρώπου είναι η πολιτεία με τις πόλεις, και οι πόλεις με τους πολίτες της. Και οι πολίτες με την πολιτική τους." (σελ. 57)



"Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες" (σελ. 63)



"Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας. Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο και το αίμα του μαγνητίζεται από τον άνθρωπο. Και κάνει ποίηση πολιτική. " (σελ. 71)



"Υπάρχουν ποιητές που γίνουνται αμέσως γνωστοί. Ο κόσμος τους μαθαίνουν, τους γνωρίζουν, τους αγαπούν. Καμιά φορά τους κάνουνε και είδωλα. Ανάμεσα σ' αυτούς οι λίγοι θα δικαιώσουν τη φήμη τους. Οι πολλοί ωσάν περνούνε το δρόμο, ή εμφανίζουνται στα σαλόνια των φιλολογουσών κυριών, τους κοιτάνε και λένε: αυτός είν' εκείνος. {...} Οι περισσότεροι από τους ποιητές αυτούς, όταν πάψουν να ζουν, παύει να ζει και η φήμη τους. Ωσάν η δόξα του ζωντανού να 'τανε το σάβανο του νεκρού. Πεθαίνοντας την παίρνει μαζί του στον ανήλιαγο τάφο. {...}



Και υπάρχουν ποιητές που όσο ζούνε δε γίνουνται γνωστοί. Τουλάχιστον στους ευρύτερους κύκλους, περνούν τη ζωή τους με τη δραματική αίσθηση, ότι περπατάνε έξω από το δέρμα τους. Γιατί βλέπουν και ξέρουν πως άλλο κάνουνε, κι άλλο φαίνουνται πως κάνουνε. {...} Γι' αυτούς, λοιπόν, τους ποιητές που ζήσανε και πεθάνανε άσημοι, έρχεται κάποτε Ανάσταση. Ξαφνικά τους ανακαλύπτουνν, και αρχίζουν να τους μελετούν. Απότομα η λάμψη τους τινάζεται σαν έκρηξη αστέρα σουπερνόβα που εμφανίζεται κάθε εξήντα ή διακόσια χρόνια και λάμπει στον ουρανό και τη μέρα. Αρχίζουν τότε και τους κουβεντιάζουν από το Τόκυο στη Χιλή, και από την Πετρούπολη στην Κοπεγχάγη." (σελ. 77 - 79)



ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΛΗΘΙΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ



1. ΤΟ ΝΕΟ



"Όπως ο φυσικός ή ο βιολόγος δε θα προχωρήσει στην ανακάλυψη του νέου, αν δε γνωρίζει ολόκληρο το επιστητό του τομέα που δουλεύει, έτσι γίνεται και με τον ποιητή. Δε φτάνει η έμπνευση, το ταλέντο, η άσκηση. Χρειάζεται και η γνώση." (σελ. 81)



2. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ



"Ο αληθινός ποιητής δε γράφει εύκολα, και δε γράφει πολλά, και για να του δοθεί στην τελική της μορφή μια οκτάβα ενδέχεται να την ξαναχύσει οχτώ και πενήντα έξι φορές. Ένας άλλος από τη γενιά των καταραμένων ποιητών βασανιζότανε ενάμισυ ημερονύκτιο, για να βάλει ή όχι ένα κόμμα σε κάποιο του στίχο." (σελ. 82)



3. ΤΟ ΠΩΣ



"... την ακραία ουσία της ποίησης ο Δάντης τη διατύπωσε σε διατύπωση ασύγκριτη: μεταχειρίζομαι τους ίσκιους σαν πράγμα στερεό.



Και τέσσερες αιώνες αργότερα ο Στέφανος Μαλλαρμέ την ξαναείπε στη δική του παραλλαγή: η ποίηση δε γίνεται με τις ιδέες, αλλά με τις λέξεις." (σελ. 84)



4. ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ



«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα. Θυσία στον ήλιο τον κοσμήτορα, και στο χάος το τέρας είναι η ζωή του ποιητή. Και διαθήκη που θα την υπογράψει με το αίμα του. Όπως ο Φάουστ με το σκούφο του σοφού υπόγραψε με το διάβολο τον κατσικοπόδαρο.» (σελ 84)



5. ΤΟ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟ



"Ο γνήσιος ποιητής αγαπά τους ανθρώπους. {...} Ο αληθινός ποιητής νιώθει ανησυχία για τα μελλούμενα του ανθρώπου, όμοια με την ευθύνη που νιώθει ο αληθινός δάσκαλος για το αύριο των μαθητών του" (σελ. 86)



6. Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ



"Η πειθαρχία του ποιητή στη γραφή είναι συμπεριφορά εντελώς σύστοιχη με την πειθαρχία του στρατιώτη στη μάχη. {...} Η πειθαρχία του ποιητή φέρνει την έκφραση του να λαβαίνει κάτι από τη στερεότητα και τη φεγγοβολή που έχουν οι στιλπνές εξισώσεις των φυσικών, όταν περιγράφουν τους νόμους της φύσης. {...} Η υποταγή του ποιητή στους νόμους της ύλης και της μορφής είναι το σημαντικότερο δίδαγμα που μας άφηκε κληρονομιά η κλασική παράδοση των ελλήνων και των ρωμαίων." (σελ. 87)



7. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΛΑΘΕΙ ΑΓΑΛΜΑΤΑ



"Ο μεγάλος ποιητής είναι ένας κομψός και ρωμαλέος τεχνουργός λέξεων. {...} Τελεί πράξη, δηλαδή, και έργο με το λόγο του.



Λέγοντας ότι ο ποιητής πλάθει αγάλματα εννοώ νοητικές εποπτείες. {...} Τέτοιες νοητικές εποπτείες, ή αγάλματα λόγου, είναι η ομηρική Ελένη για παράδειγμα." (σελ. 90)



8. Η ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



«Τα τραγούδια του για τη ζωή ο ποιητής τα συνταιριάζει την ώρα που ψαρεύει στις θάλασσες του θανάτου» (σελ. 92)





"Διαιρώ τους ποιητές μας σε τρία επίπεδα. {...}



1. Η πρώτη ... είναι η δημοτική μας ποίηση.



2. Η δεύτερη ... είναι ο Σολωμός, ο Καβάφης, και ο Παπαδιαμάντης.



3. Η τρίτη ... είναι ο Κάλβος, ο Μακρυγιάννης, ο Μυριβήλης, ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης.



Αυτές είναι οι τρεις φάσεις της ακτινοβολίας στη δημιουργία της νέας Ελλάδας.



4. Και υπάρχει και η τέταρτη φάση... Αυτοί είναι οι τεχνίτες του λόγου και οι εργάτες της επιστήμης. Βηλαράς, Ρήγας, Κοραής, Πολυλάς, Τυπάλδος, Τερτσέτης, Μαβίλης, Βυζάντιος, Λασκαράτος, Θεοτόκης, Μαρκοράς, Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Βιζυηνός, Ροΐδης, Ζαμπέλιος, Γρυπάρης, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Ψυχάρης, Καρκαβίτσας, Πάλλης, Ξενόπουλος, Καρυωτάκης ο γενναίος, Αντρέας Εμπειρίκος ο αγνός, Νικόλαος Πολίτης ο ηλιοσυνάχτης, Σπυρίδων Λάμπρος, ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος, ο Δελμούζος, ο Γληνός, ο Τριανταφυλλίδης, Κοσμάς Πολίτης, Παπαντωνίου, Αυγέρης, Τερζάκης, Σικελιανός, Βενέζης, Εγγονόπουλος, Κόντογλου, Παπατσώνης, Ουράνης, Πρεβελάκης, Βρεττάκος, Χατζόπουλος, Καραγάτσης, Γκάτσος, Καββαδίας και Περικλής Γιαννόπουλος.



Και συνέχεια ακολουθούν αστέρες έκτου μεγέθους, που μόλις είναι ορατοί με γυμνό οφθαλμό. Στη λογοτεχνία όμως τηλεσκόπιο σημαίνει αρχείο." (σελ. 96 - 97)



"... ο Πλάτων και ο Όμηρος και ο Αισχύλος σ' αυτή τους τη θεώρηση, και δεν υπάρχει άλλη να τους κοιτάξεις αν δε γελάς κι αν δε γελιέσαι, σου ζητούν πράγματα αληθινά και πολύ τίμια. Σου ζητούν να κηρύξεις τη ζωή σου σε συναγερμό επ' άπειρον." (σελ. 111)



"η τέχνη των ελλήνων καθρεφτίζει τον αγώνα τους να νικήσουν τον πεσσιμισμό τους" (σελ. 125)



"Ο καημός του θανάτου γέννησε στους έλληνες την τέχνη." (σελ. 127)



"Η φράση του Νίτσε "έχουμε την τέχνη για να μη μας συντρίψει η αλήθεια" είναι η τέλεια ανατομία της συμπεριφοράς των ελλήνων που γέννησε την τέχνη τους." (σελ. 130)







ΓΚΕΜΜΑ



"Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ' όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του." (Καβάφης)



Ερωτώ: πόσοι ποιητές καταστρέψανε το άτομό τους χάριν του έργου τους; Ο ίδιος ο Σεφέρης τόλμησε να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του; Ο Σολωμός όμως, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης κατάστρεψαν το άτομό τους χάριν του έργου τους. Το ακαριαίον του Καρυωτάκη αυτοί το ζήσανε ολοζωής. Μπουκιά, μπουκιά, και στάλα στάλα τους κατάπιε η λύπη και ο θάνατος. (σελ. 239 - 240)



Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Άδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από το φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία. Όλα τούτα περιεντυμένα με μια πανούργα υποκρισία, που έδωκε το στίγμα και στο χρίσμα της ψευτιάς μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς και στις ανθρώπινες κοινωνίες. (σελ. 184)



ΑΙΣΧΥΛΟΣ: «Πρώτα στο Μαραθώνα και μετά στην τραγωδία! {...}



ΣΙΔΩΝΙΟΣ: Ένα παιδαρέλι, ένας δανδής, ένα χάρχαλο. Δεν ηξεύρω κιόλας, αν ημπορούσε, κατά τη σκαμπρόζικη ιδέα του Βάρναλη, να γαμεί. Έχει το μυαλό ενός μεγάλου παιδιού. Ό,τι και να ειπεί είναι παρόλες και λύματα. … Ο Σιδώνιος με την ποίησή του, θαρρεί ότι θα φωτίσει τον κόσμο. Και γι’ αυτό τα δίνει όλα για την ποίηση. Και τη ζωή και το θάνατο. … Ωστόσο από το ζωηρό Σιδώνιο λείπει το καίριο. Εκείνο που δεν έλειψε βέβαια από τον Αισχύλο. Του λείπει η χάρη της αληθινής γνώσης. Του λείπει η φυσική διαλεκτική με τη σκληρότητα του κόσμου και της ζωής, που είναι ανεκλάλητα αδυσώπητη. Εντελώς αναγκαία όμως για τη μεγάλη τέχνη.»



ΑΙΣΧΥΛΟΣ: «Γι’ αυτό εδημιούργησα την τραγωδία. Χωρίς αυτήν την άγρια γνώση και την άγρια πείρα, θα ‘μουνα κι εγώ ένας ποιητής σαν και σένα (το Σιδώνιο…) Ένας φαλλός εν χαλάσει. Ένα μεγάλο αρχίδι. Και θα υμνούσα με επιγράμματα την «δοντογλυφίδα της γκόμενας». Η γνώμη και ο τρόπος μου ήταν, προτού κινήσω τους χορούς και τα χορικά, να ‘χω σίγουρη τη γιορτή. Αυτό κυρίως.»




Μια μικρή σταχυολόγηση των απόψεων του Δημήτρη Λιαντίνη για τους ποιητές έχει στόχο η παρούσα ανάρτηση. Μικρή αναγκαστικά, διότι ο Λιαντίνης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους ποιητές σε όλο το φάσμα του έργου του. Τρία μάλιστα βιβλία του, το ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ, το ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ και Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ, αφιερώθηκαν σε τρεις από τους πιο αγαπημένους του ποιητές. Κι ακόμη στο βιβλίο του ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ υπάρχουν ολόκληρα κεφάλαια αφιερωμένα στους ποιητές και στο ποίημα. Ανέφικτος λοιπόν ο στόχος για ευρεία παράθεση αποσπασμάτων και αναγκαστική η επιλογή λίγων και όχι αναγκαστικά και των σημαντικότερων από όσα είπε για τους ποιητές:



ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ



"... τραγικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει τη γνήσια ποίηση και τη γνήσια φιλοσοφία. Προκειμένου για τη θεώρηση του όλου η μία κατέχει μόνο το πτώμα και της είναι αχρηστευμένο, η άλλη έχει μόνο το σώμα και της είναι απαγορευμένο. {...} Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου. {...} Η αδυναμία και των δύο να κατακτήσουν το ον ημπορεί να διατυπωθεί αρνητικά και θετικά:



Η φιλοσοφία θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε κι η ποίηση.



Η ποίηση θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε και η φιλοσοφία. {...}



Η φιλοσοφία κερδίζει διαυγές το είδωλο του όντος. Η ποίηση κερδίζει αόριστο το Είναι του όντος. Το σύμμικτο αποτέλεσμα οφείλεται στην αναγκαία συζυγία τηςν πληρότητας (διαυγές Είναι) και της έλλειψης (θολόν Είδωλο)." (σελ. 21 - 22)



Ο ποιητής είναι ο γειτονικότερος ομότεχνος του Θεού - δημιουργού της Γένεσης. (σελ. 54)



ο ποιητικός λόγος είναι η μορφή που λαβαίνει η πάλη του ανθρώπου με τον πόνο του κόσμου.





ο γνήσιος ποιητής ατενίζει τον κόσμο με δακρυσμένο βλέμμα. (σελ. 55)



Όλοι οι μελετητές του Ρίλκε συμφωνούν ότι το κέντρο της ποίησής του είναι το πρόβλημα του θανάτου. Τον τόπο που δεν εύρισκε στο σύμπαν η μηχανική του Αρχιμήδη για να κινήσει τη σφαίρα της γης, η ποίηση του Ρίλκε τον βρήκε στο θάνατο για να κινήσει τη σφαίρα της ζωής. Η ερμηνευτική θέση λ.χ. ότι η αποστροφή προς τη ζωή οδηγεί τον ποιητή στη χώρα του θανάτου, είναι αντικρυνά αντίθετη προς τη θέση ότι η αναγνώριση του θανάτου από τον άνθρωπο υπηρετεί το γνήσιο τρόπο ζωής. (σελ. 240)



ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ



Ο Heidegger σημειώνοντας τον άμεσο δεσμό της γλώσσας με την αλήθεια ονομάζει τη γλώσσα κατοικία του Είναι και τους ποιητές φύλακες της αλήθειας.



Ο Holderlin, ο αγαπημένος ποιητής της θεάς Παραφροσύνης, που κατέβηκε ως την άτρεμη διαύγεια του βάθους, είδε στη γλώσσα τη χαρισματική πρωτοδύναμη, που της έχει ταχθεί ν' ανασέρνει το ον από τη χαοτική άβυσσο της αοριστίας στη φωτερή μονιμότητα της μορφής. Οι ποιητές, ιερατικοί καθιδρυτές και πρωτεργάτες της γλώσσας, είναι οι σωτήρες του όντος. Οι ποιητές είναι salvatores dei και μονίμου χριστοί: και το Μόνιμο οι ποιητές το ιδρύουν. (σελ. 16)



Το αληθινώτερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του. (σελ. 24)



"Για με ποίηση είναι η λογική, που έχει μετατραπή σε εικόνες και αισθήματα." (φράση του Σολωμού, σελ. 55)



"Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει" (σελ. 105)



Αυτός ο απάνθρωπος τόπος, η μονιά όπου μένει ο ποιητής μόνος, του προσφέρει τη γνώση σαν αντίδωρο στην πίκρια. Ο Σολωμός πλησίασε σε απόσταση βολής το ηρακλείτειο κλίμα της γνώσης που κλαίει: "Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψης." (σελ. 116)



«Ο Σολωμός είναι μεγάλος ποιητής, ακριβώς γιατί θυσίασε τη χαρά της φαντασίας στη λύπη της πραγματικότητας.» (σελ. 124)



HOMO EDUCANDUS



«Ποίηση έχουν όλα τα γραπτά που η νεράιδα του χρόνου δεν τους πήρε τη μιλιά.» (σελ 147)



Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ



"Μπορεί να ειπεί κανείς πως ένα είναι το κύριο γνώρισμα του ποιητή. Ο αγώνας του για την αυτοκάθαρση. Την άποψη αυτή τη διατύπωσε νέος ο ίδιος ο Σεφέρης στις Μέρες (Μ2,54): «Όποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής». Όλα τα άλλα για τον ποιητή και την ποίηση, οι αρχές οι όροι οι νόμοι τα πορίσματα οι απόψεις και οι θεωρητικές σχολές, είναι τα εξηγητικά παρεπόμενα αυτής της ανάγκης για καθαρότητα. {...} Μοίρα του ποιητή είναι η σπουδή του στα καταλύματα της ενοχής και της εξαγοράς της." (σελ. 34)



"Όπως γεννιέται δύσκολα ο ποιητής, παρόμοια δύσκολα και γίνεται. Ακολουθώντας τον αγνό νόμο της φύσης θα τραβήξει με τον τρόπο του την κύκλια πομπή των πραγμάτων του κόσμου και θα γίνει ποιητής, εάν κάποτε αρχίσει.Αυτή η αρχή είναι εξαιρετικό γεγονός. Μοιάζει με το σεισμό που βουλιάζει μια θάλασσα και γεννάει μια χώρα. Το πράγμα υποβάλλει ένα δεύτερο είδος προπατορικής παρακοής. Μια δεύτερη έξωση, όχι από τον τόπο του ζώου αυτή τη φορά, αλλά από τον τόπο του ανθρώπου." (σελ. 36 - 37)



Σεφέρης: "Να κάνεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη μάχη δέκα χιλιάδες στρατό, κι ο αντίπαλος δέκα χιλιάδες, και να ξέρεις καλά πως για να νικήσεις πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς, αλλά πως φτάνει να χαθεί ένας και μόνο από τους δικούς σου, για να νικηθείς." Ο Σεφέρης υπαινίσσεται ένα ολόκληρο πλήθος δημιουργικών στοιχείων που πρέπει να λειτουργήσουν σύντονα και πληρωτικά για να γεννηθεί το ποίημα. (σελ. 51 - 52)



Ελύτης: "Που πια κανείς δεν πενθεί τ' αηδόνια, κι όλοι γράφουν ποιήματα." (σελ. 58)



Η εποχή που ο ποιητής μελετούσε τρία χρόνια βιβλία και δέντρα και άστρα και ανθρώπους, για να γράψει τρεις ώρες, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Σολωμού, μοιάζει πολύ μακρινή. (σελ. 59)



"Έτσι περίπου γίνεται κι όταν πεθαίνει ένας ποιητής. Όταν πεθαίνει, δηλαδή, η συνείδηση που σαρκώνει την αρχανδρική εικόνα του ανθρώπου. Η στιγμή είναι ανυπολόγιστη. Για να προσεγγίσουμε γνωστικά αυτή την οδό αβύσσου, την «παναπευθέα άταρπόν» όπως θα 'λεγε ο Παρμενίδης, τον ανιχνήλατο δηλαδή και ανεξιχνίαστο δρόμο, πρέπει να αντιστρέψουμε τη μέθοδο μέτρησης. Όταν πεθαίνει ο ποιητής, ο κάθε άνθρωπος που έσωσε να γίνει άνθρωπος δηλαδή, στην πραγματικότητα πεθαίνει το σύμπαν. Ό,τι αφανίζεται είναι ό,τι υπάρχει στη συνείδηση του ανθρώπου. {...} Ο θάνατος του ποιητή ισοδυναμεί με τη Συντέλεια του κόσμου. Στη διπλή όψη του αρχαίου στίχου:



εγγύς μεν ή ση περί πάντων λήθη, εγγύς δε ή πάντων περί σου λήθη,



(λίγο ακόμη, και θα τα ξεχάσεις όλα· λίγο ακόμη, και θα σε ξεχάσουν όλα),



αυγάζει η ιδέα της χειραψίας που δίνουν βουβοί ο θνήσκοντας ποιητής και ο θνήσκοντας κόσμος." (σελ. 121)



"Αυτά τα στοιχεία του ποιητή, η γνώση δηλαδή η βούληση και η στοίχησή του στη φυσική αλήθεια, τη σημασία τους δεν τη λαβαίνουν από την ποσοτική αλλά από την ποιοτική τους ιδιαιτερότητα. {…} Πρόκειται για ένα είδος γνώσης που δεν το πιάνει η γνώση. Νομίζω ότι αυτός είναι στη βάση του ο λόγος της ερημίας του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους. Μιλάει, και νομίζουν ότι κορακίζει. Σιωπάει και συγκατανεύουν ελεητικά τη σιωπή του." (σελ. 35)



"Στην κύρια προσφορά του ο ποιητής είναι φορέας και μεταδότης γνώσεων.Έτσι θα δεχθούμε αναγκαία ότι στις βασικές κοιτασματικές προϋποθέσεις του ποιητή ανήκουν τα ισχυρά βιώματα του έρωτα και του θανάτου." (σελ. 37)



"... το μυθικό τοπίο.



Εάν ο επίδοξος ποιητής δεν προχωρήσει πέρα από τη θέαση του κόσμου. εάν δε διασπάσει τον κλοιό των πραγμάτων μέσα στον οποίο λειτουργεί η απλή δράση του αισθητηριακού του οπλισμού. εάν δε ζητήσει το στερεό σχήμα μιας παρουσίας, εκεί που τελειώνοντας τα ένυλα όρια του κόσμου ανοίγεται η υποθετική διάσταση της απουσίας. εάν δεν πατήσει σε κάποιο πλήρωμα δυνάμεων, που καθώς διαδέχεται τη γύμνια των πραγμάτων καταργεί το νόημα του κενού. εάν, τέλος πάντων, δε συνδεθεί με την αδιάφορη μέριμνα της φυσικής πραγματικότητας που κρύβεται πέρα και πίσω από τις παραστάσεις μιας ευκλείδειας προοπτικής, ούτε είναι ούτε και θα γίνει ποιητής. Γιατί θά 'χει απομείνει δώθε από τις Συμπληγάδες του αργοναυτικού πεδίου.



Εδώ βρίσκεται η λαμπρή αλλά και η επίβουλη διαφορά που κάνει τον ποιητή σε σύγκριση με το στιχοπλόκο, το δημοσιογράφο, τον επιστήμοντα συγγραφέα, το ρήτορα, και τους κάθε λογής πράκτορες του λόγου." (σελ. 42)



Αγνάντια στο θάνατο οι ποιητές είναι οι πρωτόπλαστοι των ανθρώπων. (σελ. 120)



Η δημοτική ποίηση δε σπουδάζεται, δε "φιλολογείται". Αν τη νιώθεις, τη νιώθεις χωρίς να χρειάζεσαι να τη μελετάς. Αν τη ζεις, τη ζεις χωρίς να χρειάζεσαι να τη σκέφτεσαι. (σελ. 25)



ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ



«Ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου ανθρώπου. {…} Ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου. Με την ίδια κυριότητα που ο ποιητής του κόσμου είναι ο θεός.» (σελ 13 - 14)



"Η λογοτεχνία ενός λαού είναι το αντίκρυσμα συναλλάγματος στα τραπεζικά υπόγεια της ιστορίας του." (σελ. 42)



"η εμορφιά θα σώσει τον κόσμο" (φράση του Ντοστογιέβσκι, σελ. 45)



"Το όνομα ποίημα παράγεται από το ρήμα ποιείν που σημαίνει πράττειν." (σελ. 46)



"... όσο περισσότερο αγράμματος και αρχαϊκά έτοιμος είσαι για την ποίηση, τόσο την καταλαβαίνεις καλύτερα." (σελ. 46)



"Ο Καρυωτάκης είναι μεγάλος ποιητής, γιατί έγραψε με το αίμα του. Κι ένα ποίημα με αίμα αξίζει για εβδομήντα τόμους με μελάνι." (σελ. 50)



"Το ποίημα είτε μας μιλάει, είτε δε μας μιλάει, λέει ο Σεφέρης. Μπορεί να το διαβάσεις είκοσι φορές μέσα σε είκοσι μήνες ή σε πέντε χρόνια, και να μην σου ειπεί τίποτα. Και ξαφνικά εκεί που περπατάς στο ακροθαλάσσι για να πάρεις τον αέρα σου, ένας στίχος του χτυπάει ανεπάντεχα την ύπαρξή σου, όπως το ατλάζι του πελάγου σου χτυπάει τα μάτια, και σε φωτίζει ολόκληρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή που φωτίζεται και το ποίημα μέσα σου." (σελ. 51)



"Ο Ελύτης στα νιάτα του έδωκε ένα σουρρεαλιστικό ορισμό στην ποίηση. Η ποίηση, είπε, είναι συνουσία επ' άπειρον." (σελ. 51)



"Τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης ο Σολωμός τη διατύπωσε θεωρητικά. Η ποίηση, λέει, είναι λογική που έχει μετατραπεί σε εικόνες και αισθήματα. Με την πρόταση αυτή ουσιαστικά καθιδρύει τη φιλοσοφία και την ποίηση σε τόπο κοινό. Μόνο τα όργανα είναι διαφορετικά." (σελ. 53)



«... Οι αληθινοί ποιητές δεν γράφουν στίχους, ούτε παίζουν με τις λέξεις. Οι αληθινοί ποιητές είναι από τα πιο υπεύθυνα όντα που γεννιούνται επί γης, λέει ο Σεφέρης. {...} Σε κάθε εποχή ο γνήσιος ποιητής αναγκαία και αναπότρεπτα υπήρξε στρατευμένος. Γιατί στράτευση είναι η άρνηση στο άδικο και στην ανισότητα, που συνοδεύονται με έμπρακτη γνώση και με ανθρωπιά.» (σελ. 56)



"Η ποίηση είναι πολιτική. Όπως το δέντρο φυτρώνει στο χώμα και όπως το ψάρι μεγαλώνει στο νερό, έτσι και της αληθινής ποίησης το αίμα είναι η ζωή. Η άμεση, η ρέουσα, η πυρωμένη ζωή των ανθρώπων. Που κυλάει από τη γέννηση στο θάνατο καθώς ο βαθυδίνης ωκεανός. Με όλα τα μάγια, και όλα τα πλούτια, και όλα τα κακά. Ετούτος ο φερέγγυος αλλά και ο αχώρητος όρος είναι ο κανόνας και ο νόμος και το κοινό της ποίησης. Καθώς όμως η ποίηση γίνεται έκπτυξη και καταδήλωση ζωής, αναγκαία γίνεται λειτουργία καθαρά πολιτική. Γιατί ο ορίζοντας της ζωής του ανθρώπου είναι η πολιτεία με τις πόλεις, και οι πόλεις με τους πολίτες της. Και οι πολίτες με την πολιτική τους." (σελ. 57)



"Μια σελίδα ποίηση είναι ίσον ή μεγαλύτερο από μια βιβλιοθήκη φλυαρίες" (σελ. 63)



"Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της αληθινής ποίησης. Να μη συνθέτει απλά το παρόν. Αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να εξαργυρώνει και το μέλλον στη γοερή Τράπεζα της προφητείας. Ο μεγάλος ποιητής γίνεται μάντης. Poeta vates, που λέγανε οι παλαιοί. Γιατί το νεύρο και το αίμα του μαγνητίζεται από τον άνθρωπο. Και κάνει ποίηση πολιτική. " (σελ. 71)



"Υπάρχουν ποιητές που γίνουνται αμέσως γνωστοί. Ο κόσμος τους μαθαίνουν, τους γνωρίζουν, τους αγαπούν. Καμιά φορά τους κάνουνε και είδωλα. Ανάμεσα σ' αυτούς οι λίγοι θα δικαιώσουν τη φήμη τους. Οι πολλοί ωσάν περνούνε το δρόμο, ή εμφανίζουνται στα σαλόνια των φιλολογουσών κυριών, τους κοιτάνε και λένε: αυτός είν' εκείνος. {...} Οι περισσότεροι από τους ποιητές αυτούς, όταν πάψουν να ζουν, παύει να ζει και η φήμη τους. Ωσάν η δόξα του ζωντανού να 'τανε το σάβανο του νεκρού. Πεθαίνοντας την παίρνει μαζί του στον ανήλιαγο τάφο. {...}



Και υπάρχουν ποιητές που όσο ζούνε δε γίνουνται γνωστοί. Τουλάχιστον στους ευρύτερους κύκλους, περνούν τη ζωή τους με τη δραματική αίσθηση, ότι περπατάνε έξω από το δέρμα τους. Γιατί βλέπουν και ξέρουν πως άλλο κάνουνε, κι άλλο φαίνουνται πως κάνουνε. {...} Γι' αυτούς, λοιπόν, τους ποιητές που ζήσανε και πεθάνανε άσημοι, έρχεται κάποτε Ανάσταση. Ξαφνικά τους ανακαλύπτουνν, και αρχίζουν να τους μελετούν. Απότομα η λάμψη τους τινάζεται σαν έκρηξη αστέρα σουπερνόβα που εμφανίζεται κάθε εξήντα ή διακόσια χρόνια και λάμπει στον ουρανό και τη μέρα. Αρχίζουν τότε και τους κουβεντιάζουν από το Τόκυο στη Χιλή, και από την Πετρούπολη στην Κοπεγχάγη." (σελ. 77 - 79)



ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΛΗΘΙΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ



1. ΤΟ ΝΕΟ



"Όπως ο φυσικός ή ο βιολόγος δε θα προχωρήσει στην ανακάλυψη του νέου, αν δε γνωρίζει ολόκληρο το επιστητό του τομέα που δουλεύει, έτσι γίνεται και με τον ποιητή. Δε φτάνει η έμπνευση, το ταλέντο, η άσκηση. Χρειάζεται και η γνώση." (σελ. 81)



2. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ



"Ο αληθινός ποιητής δε γράφει εύκολα, και δε γράφει πολλά, και για να του δοθεί στην τελική της μορφή μια οκτάβα ενδέχεται να την ξαναχύσει οχτώ και πενήντα έξι φορές. Ένας άλλος από τη γενιά των καταραμένων ποιητών βασανιζότανε ενάμισυ ημερονύκτιο, για να βάλει ή όχι ένα κόμμα σε κάποιο του στίχο." (σελ. 82)



3. ΤΟ ΠΩΣ



"... την ακραία ουσία της ποίησης ο Δάντης τη διατύπωσε σε διατύπωση ασύγκριτη: μεταχειρίζομαι τους ίσκιους σαν πράγμα στερεό.



Και τέσσερες αιώνες αργότερα ο Στέφανος Μαλλαρμέ την ξαναείπε στη δική του παραλλαγή: η ποίηση δε γίνεται με τις ιδέες, αλλά με τις λέξεις." (σελ. 84)



4. ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ



«Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα. Θυσία στον ήλιο τον κοσμήτορα, και στο χάος το τέρας είναι η ζωή του ποιητή. Και διαθήκη που θα την υπογράψει με το αίμα του. Όπως ο Φάουστ με το σκούφο του σοφού υπόγραψε με το διάβολο τον κατσικοπόδαρο.» (σελ 84)



5. ΤΟ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟ



"Ο γνήσιος ποιητής αγαπά τους ανθρώπους. {...} Ο αληθινός ποιητής νιώθει ανησυχία για τα μελλούμενα του ανθρώπου, όμοια με την ευθύνη που νιώθει ο αληθινός δάσκαλος για το αύριο των μαθητών του" (σελ. 86)



6. Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ



"Η πειθαρχία του ποιητή στη γραφή είναι συμπεριφορά εντελώς σύστοιχη με την πειθαρχία του στρατιώτη στη μάχη. {...} Η πειθαρχία του ποιητή φέρνει την έκφραση του να λαβαίνει κάτι από τη στερεότητα και τη φεγγοβολή που έχουν οι στιλπνές εξισώσεις των φυσικών, όταν περιγράφουν τους νόμους της φύσης. {...} Η υποταγή του ποιητή στους νόμους της ύλης και της μορφής είναι το σημαντικότερο δίδαγμα που μας άφηκε κληρονομιά η κλασική παράδοση των ελλήνων και των ρωμαίων." (σελ. 87)



7. Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΛΑΘΕΙ ΑΓΑΛΜΑΤΑ



"Ο μεγάλος ποιητής είναι ένας κομψός και ρωμαλέος τεχνουργός λέξεων. {...} Τελεί πράξη, δηλαδή, και έργο με το λόγο του.



Λέγοντας ότι ο ποιητής πλάθει αγάλματα εννοώ νοητικές εποπτείες. {...} Τέτοιες νοητικές εποπτείες, ή αγάλματα λόγου, είναι η ομηρική Ελένη για παράδειγμα." (σελ. 90)



8. Η ΒΙΓΛΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



«Τα τραγούδια του για τη ζωή ο ποιητής τα συνταιριάζει την ώρα που ψαρεύει στις θάλασσες του θανάτου» (σελ. 92)





"Διαιρώ τους ποιητές μας σε τρία επίπεδα. {...}



1. Η πρώτη ... είναι η δημοτική μας ποίηση.



2. Η δεύτερη ... είναι ο Σολωμός, ο Καβάφης, και ο Παπαδιαμάντης.



3. Η τρίτη ... είναι ο Κάλβος, ο Μακρυγιάννης, ο Μυριβήλης, ο Βάρναλης, ο Σεφέρης, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης.



Αυτές είναι οι τρεις φάσεις της ακτινοβολίας στη δημιουργία της νέας Ελλάδας.



4. Και υπάρχει και η τέταρτη φάση... Αυτοί είναι οι τεχνίτες του λόγου και οι εργάτες της επιστήμης. Βηλαράς, Ρήγας, Κοραής, Πολυλάς, Τυπάλδος, Τερτσέτης, Μαβίλης, Βυζάντιος, Λασκαράτος, Θεοτόκης, Μαρκοράς, Βαλαωρίτης, Κρυστάλλης, Βιζυηνός, Ροΐδης, Ζαμπέλιος, Γρυπάρης, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Ψυχάρης, Καρκαβίτσας, Πάλλης, Ξενόπουλος, Καρυωτάκης ο γενναίος, Αντρέας Εμπειρίκος ο αγνός, Νικόλαος Πολίτης ο ηλιοσυνάχτης, Σπυρίδων Λάμπρος, ο ιστορικός Παπαρρηγόπουλος, ο Δελμούζος, ο Γληνός, ο Τριανταφυλλίδης, Κοσμάς Πολίτης, Παπαντωνίου, Αυγέρης, Τερζάκης, Σικελιανός, Βενέζης, Εγγονόπουλος, Κόντογλου, Παπατσώνης, Ουράνης, Πρεβελάκης, Βρεττάκος, Χατζόπουλος, Καραγάτσης, Γκάτσος, Καββαδίας και Περικλής Γιαννόπουλος.



Και συνέχεια ακολουθούν αστέρες έκτου μεγέθους, που μόλις είναι ορατοί με γυμνό οφθαλμό. Στη λογοτεχνία όμως τηλεσκόπιο σημαίνει αρχείο." (σελ. 96 - 97)



"... ο Πλάτων και ο Όμηρος και ο Αισχύλος σ' αυτή τους τη θεώρηση, και δεν υπάρχει άλλη να τους κοιτάξεις αν δε γελάς κι αν δε γελιέσαι, σου ζητούν πράγματα αληθινά και πολύ τίμια. Σου ζητούν να κηρύξεις τη ζωή σου σε συναγερμό επ' άπειρον." (σελ. 111)



"η τέχνη των ελλήνων καθρεφτίζει τον αγώνα τους να νικήσουν τον πεσσιμισμό τους" (σελ. 125)



"Ο καημός του θανάτου γέννησε στους έλληνες την τέχνη." (σελ. 127)



"Η φράση του Νίτσε "έχουμε την τέχνη για να μη μας συντρίψει η αλήθεια" είναι η τέλεια ανατομία της συμπεριφοράς των ελλήνων που γέννησε την τέχνη τους." (σελ. 130)







ΓΚΕΜΜΑ



"Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ' όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του." (Καβάφης)



Ερωτώ: πόσοι ποιητές καταστρέψανε το άτομό τους χάριν του έργου τους; Ο ίδιος ο Σεφέρης τόλμησε να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του; Ο Σολωμός όμως, ο Κάλβος, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης κατάστρεψαν το άτομό τους χάριν του έργου τους. Το ακαριαίον του Καρυωτάκη αυτοί το ζήσανε ολοζωής. Μπουκιά, μπουκιά, και στάλα στάλα τους κατάπιε η λύπη και ο θάνατος. (σελ. 239 - 240)



Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Άδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από το φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία. Όλα τούτα περιεντυμένα με μια πανούργα υποκρισία, που έδωκε το στίγμα και στο χρίσμα της ψευτιάς μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς και στις ανθρώπινες κοινωνίες. (σελ. 184)



ΑΙΣΧΥΛΟΣ: «Πρώτα στο Μαραθώνα και μετά στην τραγωδία! {...}



ΣΙΔΩΝΙΟΣ: Ένα παιδαρέλι, ένας δανδής, ένα χάρχαλο. Δεν ηξεύρω κιόλας, αν ημπορούσε, κατά τη σκαμπρόζικη ιδέα του Βάρναλη, να γαμεί. Έχει το μυαλό ενός μεγάλου παιδιού. Ό,τι και να ειπεί είναι παρόλες και λύματα. … Ο Σιδώνιος με την ποίησή του, θαρρεί ότι θα φωτίσει τον κόσμο. Και γι’ αυτό τα δίνει όλα για την ποίηση. Και τη ζωή και το θάνατο. … Ωστόσο από το ζωηρό Σιδώνιο λείπει το καίριο. Εκείνο που δεν έλειψε βέβαια από τον Αισχύλο. Του λείπει η χάρη της αληθινής γνώσης. Του λείπει η φυσική διαλεκτική με τη σκληρότητα του κόσμου και της ζωής, που είναι ανεκλάλητα αδυσώπητη. Εντελώς αναγκαία όμως για τη μεγάλη τέχνη.»



ΑΙΣΧΥΛΟΣ: «Γι’ αυτό εδημιούργησα την τραγωδία. Χωρίς αυτήν την άγρια γνώση και την άγρια πείρα, θα ‘μουνα κι εγώ ένας ποιητής σαν και σένα (το Σιδώνιο…) Ένας φαλλός εν χαλάσει. Ένα μεγάλο αρχίδι. Και θα υμνούσα με επιγράμματα την «δοντογλυφίδα της γκόμενας». Η γνώμη και ο τρόπος μου ήταν, προτού κινήσω τους χορούς και τα χορικά, να ‘χω σίγουρη τη γιορτή. Αυτό κυρίως.»

 
 
Από:  http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.com/2010/02/blog-post_11.html

ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟΣ

ΟΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΦΕΣΟ








Οι οχυρώσεις της Aρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου

Η εικόνα των οχυρώσεων της Εφέσου κατά τους Αρχαϊκούς και Κλασικούς χρόνους παρουσιάζεται ιδιαίτερα αποσπασματική. Τα δομικά κατάλοιπα σπανίζουν, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει συστηματική αρχαιολογική έρευνα για τα τείχη. Το περίπλοκο ζήτημα της τοπογραφίας της αρχαϊκής και της κλασικής πόλης δημιουργεί περαιτέρω ασάφειες, ενώ η αναπόφευκτη σύγκριση με το επιβλητικό ελληνιστικό τείχος επιτείνει την αίσθηση της ένδειας όσον αφορά τις προγενέστερες οχυρώσεις.



Τα αρχαιολογικά δεδομένα πιστοποιούν ότι η πρωιμότατη εγκατάσταση με την ονομασία Κορησσός στις εκβολές του Καΰστρου ήταν οχυρωμένη, αφού εντοπίστηκαν εκεί κατάλοιπα τείχους που χρονολογούνται πιθανότατα στους Αρχαϊκούς χρόνους.1 Επιπλέον, μια μνεία του Ηροδότου στην πολιορκία της Εφέσου από τον Κροίσο (περ. 560 π.Χ.) επιβεβαιώνει την ύπαρξη οχύρωσης και στην «παλιά πόλη», τον οικισμό που αναπτύχθηκε στο όρος Πίων (Panayır Dağ) κατά την Αρχαϊκή και την Κλασική εποχή.2 Στην κρίσιμη αυτή περίσταση το τείχος έπαιξε καθοριστικό ρόλο, καθώς οι κάτοικοι σε μια ύστατη προσπάθεια να σωθούν το ένωσαν συμβολικά με ένα σχοινί με το ιερό της Αρτέμιδος, αφήνοντας τις τύχες τους στη βούληση της προστάτιδας θεότητας της Εφέσου.



Στα χρόνια που ακολούθησαν ο οικιστικός ιστός επεκτάθηκε προς το Αρτεμίσιο. Η απουσία καταλοίπων απηχεί την ύπαρξη οχυρώσεων μικρής κλίμακας, αν όχι την παντελή έλλειψή τους. Οι ίδιες συνθήκες διαφαίνονται ακόμα και την εποχή που οι δυνάμεις του Αθηναίου στρατηγού Θρασύλλου αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Έφεσο το 409 π.Χ., μετά την αποστασία της από τη συμμαχία της Δήλου.3 Τέλος, κατά την εποχή των Διαδόχων πιθανολογείται η ύπαρξη ενός οχυρού που έπαιξε αναμφισβήτητα κάποιο ρόλο στα πολεμικά γεγονότα των χρόνων αυτών.


Το τείχος του Λυσιμάχου - Ιστορικό πλαίσιο και χρονολόγηση

Η υπαγωγή της Εφέσου στην εξουσία του Λυσιμάχου το 294 π.Χ. αποτέλεσε ορόσημο για την οικιστική της ανάπτυξη, καθώς ο νέος ηγεμόνας συνέλαβε και υλοποίησε το μεγαλόπνοο σχέδιο της δημιουργίας μιας νέας πόλης, στα νότια της παλιάς. Η Αρσινόεια, όπως ονομάστηκε η πόλη προς τιμήν της συζύγου του Λυσιμάχου, χτίστηκε γύρω από έναν κόλπο με ασφαλές λιμάνι –θέση ιδιαίτερα στρατηγική– και θωρακίστηκε αμυντικά με έναν επιβλητικό περίβολο, που συμπεριέλαβε και μέρος του φυσικού περιβάλλοντος σε μεγάλη έκταση γύρω από την πόλη.4

Δύο επιγραφές που βρέθηκαν εντοιχισμένες στον περίβολο παρέχουν πολύτιμα στοιχεία για τη χρονολόγησή του, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες κατασκευάστηκε. Η πρώτη επιβεβαιώνει τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών το 290 π.Χ., ενώ στη δεύτερη εξαίρεται η γενναιοδωρία κάποιας Αθήνιδος από την Κύζικο, η οποία μεταξύ άλλων ευεργεσιών προς την πόλη συνέβαλε και στο πολυδάπανο έργο της ανέγερσης των οχυρώσεων.5 Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το τεράστιο αυτό τεχνικό έργο αποπερατώθηκε σε μία μόνο οικοδομική φάση, άποψη προς την οποία συνηγορούν τόσο οι αναφορές των πηγών όσο και η ενιαία εικόνα που παρουσιάζει ο ίδιος ο περίβολος.6 Ως εκ τούτου, είναι δυνατή μια ασφαλής χρονολόγηση στα χρόνια περί το 290 π.Χ., ενώ μικρές προσθήκες και επισκευές γίνονταν μέχρι και τους Ρωμαϊκούς χρόνους.7


Αρχιτεκτονική περιγραφή

Ο συνολικός σχεδιασμός των οχυρώσεων του Λυσιμάχου απηχεί ένα σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, με πρωτεύοντα στόχο την ενίσχυση της φυσικής προστασίας που παρείχαν οι δύο ορεινοί όγκοι που δέσποζαν πάνω από την πεδιάδα, καθώς και τη διαφύλαξη της ζωτικής σημασίας πρόσβασης στη θάλασσα. Έτσι, τα τείχη περιέκλεισαν μια τεράστια έκταση σε σχέση με τον οικιστικό ιστό της ελληνιστικής πόλης, περιλαμβάνοντας το νέο λιμάνι και τα όρη Πρέον (Bülbül Dağ) και Πίων (Panayır Dağ), ύψους 385 και 150 μ. αντίστοιχα. Το τμήμα του τείχους στο όρος Πρέον, που σώζεται σε εξαιρετική κατάσταση σε μήκος τουλάχιστον 5,5 χλμ., ακολουθεί μια επιμελή οδοντωτή (ζιγκ ζαγκ) χάραξη, που πρόσφερε σημαντικά καλύτερες δυνατότητες απόκρουσης του εχθρού και εξασφάλιζε την άριστη εκμετάλλευση των εδαφικών συνθηκών. Το μειονέκτημα της έλλειψης μιας φύσει οχυρής ακρόπολης αντισταθμιζόταν από τον εξαιρετικά συμπαγή χαρακτήρα του περιβόλου στις, ούτως ή άλλως, δυσπρόσιτες πλαγιές, ενώ η άμυνα ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από ένα διατείχισμα που βρισκόταν κοντά στον πύργο 15.



Από τα σωζόμενα κατάλοιπα και τα ίχνη του περιβόλου είναι δυνατό να προσδιοριστεί με μεγάλη ακρίβεια η πορεία του, σε συνολικό μήκος περίπου 9 χλμ. Οι οχυρώσεις ξεκινούσαν περίπου 400 μ. δυτικά του λιμανιού, από έναν πύργο κατόπτευσης που δεν είναι σήμερα προσβάσιμος. Στη συνέχεια περικλείουν το λόφο του Αστυάγη, κοντά στο λεγόμενο πύργο του Αποστόλου Παύλου. Στο σημείο αυτό το τείχος κάμπτεται προς τα δυτικά για να συμπεριλάβει ένα μικρό ύψωμα που είναι γνωστό ως Ερμαίον και κατόπιν συνεχίζει προς τα ανατολικά, στις πλαγιές του βουνού, φτάνοντας σε υψόμετρο που ξεπερνά τα 300 μ. Η οχύρωση συνεχιζόταν σε χαμηλότερο επίπεδο, χωρίς να είναι δυνατό να αποτυπωθεί επακριβώς η πορεία της, και κατέληγε στην πεδιάδα. Εκεί βρίσκεται η επίσημη είσοδος της πόλης, η μνημειώδης πύλη της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, το τείχος περιέβαλλε το όρος Πίων, το βόρειο όριο του οικισμού. Εδώ σώζονται μόνο τα ίχνη της λάξευσης για τη θεμελίωση στο βράχο, καθώς οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τους λίθους ως οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του υστερορωμαϊκού τείχους, η πορεία του οποίου συμπίπτει σε πολλά σημεία με την οχύρωση του Λυσιμάχου. Στην περιοχή αυτή πρέπει να βρισκόταν και η πύλη της Κορησσού.



Το τείχος κατασκευάστηκε από ασβεστολιθικούς δόμους λατομημένους στο όρος Πρέον. Χρησιμοποιήθηκε η τεχνική του εμπλέκτου, ένα οικοδομικό σύστημα διπλής τοιχοποιίας, με λαξευμένους λίθους στις παρειές και εσωτερικό γέμισμα με χαλίκια και κονίαμα.8 Η κατασκευή ενισχυόταν με τη χρήση κάθετων αρμών ανά τακτά διαστήματα. Η τοιχοποιία στο σύνολό της είναι ακανόνιστη,9 με εξαίρεση τον πύργο του Αποστόλου Παύλου και την πύλη της Μαγνησίας, που διακρίνονται για το ισόδομο σύστημα και την επιμελημένη κατασκευή.



Το τείχος στο σύνολό του είναι εξαιρετικά συμπαγές. Είναι ενδεικτικό ότι στα μεταπύργια διαστήματα το πλάτος του ήταν κατά μέσο όρο 2,90 μ.10 Σε ορισμένα σημεία των μεταπυργίων ο περίβολος σώζεται μέχρι το αρχικό ύψος του, που θα έφτανε τα 6,50 μ. Σε όλο το μήκος του τείχους υπήρχαν κλίμακες που εξασφάλιζαν άμεση πρόσβαση στους πύργους σε περίπτωση ανάγκης. Ο περίδρομος, πλάτους 1,40 μ., ήταν κατασκευασμένος από μεγάλες τετραγωνισμένες πλάκες και σε ορισμένα σημεία ήταν πιθανώς στεγασμένος, για να διευκολύνονται οι κινήσεις των μαχητών. Ενισχυόταν με τοξικές θυρίδες που έδιναν τη δυνατότητα στους αμυνόμενους να βάλλουν εναντίον των εχθρικών στρατευμάτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ύπαρξη ικριωμάτων, δηλαδή φορητών ξύλινων διαδρόμων που μπορούσαν να απομακρυνθούν σε περίπτωση κινδύνου.11 Το πρόσθετο αυτό αμυντικό μέσο ήταν ζωτικής σημασίας για τους υπερασπιστές του τείχους, γιατί τους έδινε τη δυνατότητα να ελέγχουν κατά βούληση την κυκλοφορία στον περίδρομο, μειώνοντας αισθητά τον κίνδυνο κατάληψης των πύργων, που αποτελούσαν το επίκεντρο της άμυνας.



Πολυάριθμοι πύργοι εξοπλισμένοι με καταπέλτες ισχυροποιούσαν τις οχυρώσεις, οι οποίοι δευτερευόντως χρησιμοποιούνταν και ως σημεία κατόπτευσης.12 Ήταν κατά κανόνα τετράγωνοι στην κάτοψη και διώροφοι και υψώνονταν ανά τακτά διαστήματα –με μέσο όρο τα 60 μέτρα– σε όλο το σωζόμενο μήκος του περιβόλου. Στην πλειονότητά τους προβάλλουν στην εξωτερική πλευρά του τείχους κατά 10-12 μ., γεγονός που επέτρεπε στους υπερασπιστές τους να προκαλούν φθορές στους πολιορκητές από τα πλάγια. Αξιοσημείωτες είναι οι μεγάλες διαστάσεις τους, οι οποίες ποικίλλουν κατά περίπτωση.13 Στο ισόγειο, ο πρόσθιος και οι πλαϊνοί τοίχοι έφταναν τα 1,60 μ. σε πάχος. Ο οπίσθιος τοίχος ενσωματωνόταν στο μεταπύργιο, ενώ στο δώμα ήταν στενότερος εξαιτίας της ύπαρξης του περιδρόμου. Η είσοδος στους πύργους γινόταν από το ισόγειο και τον περίδρομο, ενώ ένας τουλάχιστον (πύργος 3) δε διέθετε είσοδο στο επίπεδο του εδάφους. Η στέγαση γινόταν με κεραμίδια λακωνικού τύπου, ενώ τα πατώματα ήταν ξύλινα. Η κακή διατήρηση της ανωδομής δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για τη μορφολογία της.



Η θέση κάθε πύργου στον περίβολο ήταν ειδικά σχεδιασμένη έτσι ώστε να προσφέρει τα μέγιστα δυνατά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Ανάλογα με το σημείο όπου βρίσκονταν, οι πύργοι διέθεταν στο ισόγειο μεγάλα ανοίγματα απ’ όπου έβαλλαν οι καταπέλτες, ή μικρές θυρίδες για τους τοξότες, ενώ κάποιοι ήταν εντελώς συμπαγείς. Πολλοί είχαν και θυρίδες στους πλαϊνούς τοίχους για την προστασία των μεταπυργίων. Ο μεγάλος αριθμός και οι διαστάσεις των πύργων της Εφέσου συνηγορούν υπέρ μιας ευρείας χρήσης καταπελτών, που αποτελούσαν ισχυρότατο έρεισμα των υπερασπιστών της πόλης έναντι των εχθρικών στρατευμάτων. Οι πύργοι που διέθεταν καταπέλτες γειτνίαζαν με τα πιο ευάλωτα σημεία του περιβόλου.14

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο περίφημος «πύργος του αποστόλου Παύλου» (πύργος 41) κοντά στην παλιά είσοδο του λιμανιού, που ξεχωρίζει χάρη στον όγκο και την ιδιαίτερη διαμόρφωσή του. Το αξιόλογο αυτό οικοδόμημα, με διαστάσεις 14,60 x 14,60 μ., διέθετε τέσσερις ισομεγέθεις χώρους στο εσωτερικό, που λειτουργούσαν πιθανώς ως ενδιαιτήματα για τη φρουρά. Η θέση του πάνω σε ύψωμα και η ιδιαίτερα επιμελής κατασκευή του πιστοποιούν τον κομβικό ρόλο του στον αμυντικό σχεδιασμό της πόλης. Σε καιρό ειρήνης το οικοδόμημα λειτουργούσε ως σημείο κατόπτευσης που έλεγχε τις στρατηγικές θέσεις του λιμανιού και της πεδιάδας, ενώ σε περίπτωση πολιορκίας οι καταπέλτες του χρησιμοποιούνταν εναντίον των εχθρικών πλοίων που επιχειρούσαν να μπουν στο λιμάνι.15

Στο σωζόμενο τμήμα του τείχους ανοίγονταν και οχυρωμένες πυλίδες κοντά στους πύργους, οι οποίες εντάσσονται σε διάφορους τύπους με απλό ή αψιδωτό υπέρθυρο.16 Σε περίπτωση πολιορκίας οι μικρές αυτές δίοδοι πρόσφεραν τη δυνατότητα αιφνιδιαστικών εφόδων στους αμυνόμενους και χρησίμευαν στη μεταφορά ενισχύσεων και τροφίμων, ενώ σε καιρό ειρήνης διευκόλυναν την επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Οι πυλίδες της Εφέσου έκλειναν με ξύλινες θύρες και ασφαλίζονταν με οριζόντιες δοκούς.


Αρχιτεκτονικός τύπος

Η αλματώδης εξέλιξη στους τομείς της πολιορκητικής και της στρατηγικής τέχνης κατά τους Πρώιμους Ελληνιστικούς χρόνους καθιστούσε συχνά ανεπαρκή τα παλιά τείχη των πόλεων, επιβάλλοντας την ανάγκη οικοδόμησης νέων ισχυρότερων οχυρώσεων.17 Η ευρεία χρήση καταπελτών και πολιορκητικών μηχανών μετέφερε το κέντρο βάρους στην οχύρωση του φυσικού περιβάλλοντος, που περιλάμβανε τα υψώματα και τις στρατηγικές θέσεις γύρω από τις πόλεις.18 Τα νέα δεδομένα στην αμυντική αρχιτεκτονική αποκρυσταλλώθηκαν στην αναβίωση του αρχιτεκτονικού τύπου των «εκτενών αμυντικών περιβόλων» που υπερέβαιναν κατά πολύ τα όρια του οικιστικού ιστού, μια τάση που εκδηλώθηκε στα χρόνια 370-270 π.Χ.19

Η ευρεία χρήση τέτοιων οχυρώσεων στη Μικρά Ασία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Έφεσο, την Αλικαρνασσό, την Αλεξάνδρεια Τρωάδα, την Ηράκλεια του Λάτμου και τη Σελεύκεια Πιερία, εντάσσεται στο νέο πολιτικό και στρατιωτικό καθεστώς που δημιούργησε η πρακτική της ίδρυσης ή επανίδρυσης πόλεων εκ μέρους των Διαδόχων. Ως υπεύθυνοι για το σχεδιασμό της στρατηγικής, οι νέοι μονάρχες έθεσαν άμεση προτεραιότητα τη διαφύλαξη της ασφάλειας στην επικράτειά τους. Έτσι, σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια και αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις, οι νέου τύπου οχυρώσεις αποτελούσαν το κύριο μέσο της ενεργητικής άμυνας, ενώ σε καιρό ειρήνης οι πολυπληθείς φρουρές τους εκμηδένιζαν τον κίνδυνο επιβουλών εκ των έσω.



Το ελληνιστικό τείχος της Εφέσου αποτελεί δημιούργημα του βραχύβιου ιστορικού πλαισίου που διαμορφώθηκε στα χρόνια της σύντομης κυριαρχίας του Λυσιμάχου.20 Οι εξαιρετικά συμπαγείς οχυρώσεις με τους πολυάριθμους πύργους και τις πυλίδες απηχούν μια υπέρμετρη έμφαση στον τομέα της ενεργητικής άμυνας, που εκφράζει πρακτικά και συμβολικά την αδιαπραγμάτευτη πρόθεση της κεντρικής εξουσίας να επιβάλει τη θέλησή της. Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σύγκριση με τους σύγχρονους εκτενείς περιβόλους επί μικρασιατικού εδάφους, που υπολείπονται κατά πολύ του τείχους του Λυσιμάχου σε όγκο και μέγεθος και διαθέτουν αισθητά λιγότερους αμυντικούς πύργους και πυλίδες. Στη Σελεύκεια Πιερία, για παράδειγμα, αν και η τοπογραφία παρουσίαζε ανάλογη εικόνα με την Έφεσο, οι πύργοι έπαιζαν δευτερεύοντα ρόλο, ενώ η άμυνα οργανωνόταν στα μεταπύργια. Αντίστοιχα, το «διατείχισμα» στην Ηράκλεια δεν είχε το συμπαγή χαρακτήρα του τείχους του Λυσιμάχου και διέθετε σαφώς λιγότερους πύργους και οχυρωμένες πυλίδες.21



Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κατοίκων στις νέες συνθήκες, όπως αυτή διαφαίνεται στα ιστορικά γεγονότα και τις μαρτυρίες των πηγών. Παρά την προφανή τους αναγκαιότητα, η κατασκευή νέων οχυρώσεων μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα επαχθής για τους πολίτες, οι οποίοι επιφορτίζονταν με το υπέρογκο κόστος της οικοδόμησης και της συντήρησής τους.22 Οι εξελίξεις στην Έφεσο απέδειξαν ότι η δυσαρέσκεια έφτανε στα όρια της λαϊκής κατακραυγής, καθώς οι κάτοικοι δε συμμερίστηκαν εξαρχής το μεγαλεπήβολο σχέδιο της επανίδρυσης της πόλης τους. Ο θάνατος του Λυσιμάχου στο Κουροπέδιο το 281 π.Χ. πυροδότησε σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. Οι «σελευκίζοντες» έσπευσαν να γκρεμίσουν τμήματα του περιβόλου ώστε να προλάβουν τυχόν τοποθέτηση νέας φρουράς από τη σελευκιδική πλευρά.23 Στη συνέχεια, άνοιξαν συμβολικά τις πύλες και απείλησαν τη ζωή ακόμη και της Αρσινόης.24

Πατσιάδου Λίλα , «Έφεσος (Αρχαιότητα), Οχυρώσεις», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία


Η Έφεσος βρίσκεται δίπλα στο Selçuk (Σελτζούκ) και το Kuşadası (Κουσάντασι), σε απόσταση 70 χλμ. νότια της Σμύρνης, κοντά στις εκβολές του ποταμού Καΰστρου (Kuçuk Menderes). Κατοικήθηκε αδιάλειπτα έως τις ημέρες μας, αν και παρήκμασε μετά την αραβική κατάκτηση του 654/655. Οι ανασκαφές στην πόλη και το παρακείμενο Αρτεμίσιο ξεκίνησαν από το Βρετανό Wood το 1862 και συνεχίστηκαν από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, από το 1895 έως σήμερα.1 Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ο πλέον πολυσύχναστος της Μικράς Ασίας, με περισσότερους από 2.500.000 επισκέπτες το χρόνο. Μεγάλο μέρος των μνημείων της πόλης έχει αναστηλωθεί, ήδη από το 19ο αιώνα, αποτυπώνοντας κυρίως την όψη της ρωμαϊκής πόλης.




Ιστορία της Εφέσου

Στην περιοχή της χώρας της Εφέσου έχουν βρεθεί ίχνη κατοίκησης από τη Νεολιθική περίοδο, και κυρίως τη Μέση και την Ύστερη εποχή του Χαλκού (2000-1200 π.Χ.). Η Έφεσος ταυτίζεται με την πόλη Apasha, που συναντάται στα αρχεία των Χετταίων βασιλέων ως πρωτεύουσα του μικρασιατικού βασιλείου Arzawa, στα τέλη του 14ου αι. π.Χ.2 Η ακριβής θέση της δεν έχει εντοπιστεί: μια μυκηναϊκή ταφή του 14ου αι. π.Χ. ανασκάφηκε το 1962 στους πρόποδες του λόφου του Ayasuluk, ενώ πιο πρόσφατες έρευνες του Μουσείου του Selçuk στην ίδια θέση απέδωσαν κάποια χάλκινα ευρήματα της ίδιας περιόδου.3

Ίδρυση της πόλης και πρώιμη ιστορία της

Σύμφωνα με το μύθο, η Έφεσος ιδρύθηκε από τον Άνδροκλο, γιο του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου, επικεφαλής μεικτού πληθυσμού Αθηναίων, Σαμίων και Αιτωλών.4 Εκεί υπήρχε ήδη εγκατάσταση Λελέγων και Καρών ή Λυδών, οι οποίοι λάτρευαν τη Μητέρα των Θεών. Οι άποικοι εκδίωξαν τους αυτόχθονες από την άνω πόλη, αλλά δεν πείραξαν όσους ζούσαν γύρω από το ιερό. Ταύτισαν τη θεά των αυτοχθόνων με την Άρτεμη και ίδρυσαν την πρώτη οχυρή θέση, περίπου 1200 μ. (7 στάδια) από τη θέση του Αρτεμισίου.5 H παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της πόλης στο β΄ μισό του 11ου αι. π.Χ., όμως μια τόσο υψηλή χρονολογία δεν υποστηρίζεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα.6

Ο Άνδροκλος ήταν ο πρώτος βασιλιάς της πόλης. Ηγήθηκε των Ιώνων σε πόλεμο εναντίον των Καρών και των συμμάχων τους Σαμίων. Όταν οι Κάρες εκστράτευσαν εναντίον της Πριήνης, ο Άνδροκλος έσπευσε σε βοήθεια, αλλά, παρά τη νίκη, φονεύθηκε μαζί με πολλούς Εφεσίους.7 Οι επιζώντες Εφέσιοι επαναστάτησαν ενάντια στους γιους του Ανδρόκλου, με τη βοήθεια των Τηίων και των Καρηναίων, οι οποίοι έγιναν δεκτοί ως πολίτες, και έδωσαν το όνομά τους σε δύο φυλές.8

Η Έφεσος υπήρξε μέλος της Ιωνικής Δωδεκάπολης, που προέκυψε από την ένωση ιωνικών κρατών, τα οποία κατέστρεψαν την πόλη Μελίη και δημιούργησαν το Πανιώνιον. Παλιότερες απόψεις που θέλουν την Έφεσο έδρα μιας πρώιμης συνομοσπονδίας Ιώνων και το βασιλιά της Εφέσου βασιλιά όλων των Ιώνων στερούνται ιστορικής βάσης.

Αρχαϊκή περίοδος

Γύρω στο 640 π.Χ., η Έφεσος και το ιερό της Άρτεμης υπέστησαν την επιδρομή των Κιμμερίων. Ο Πυθαγόρας έγινε τύραννος στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. και ακολούθησε πολιτική κατά των αριστοκρατών. Τον διαδέχτηκε στην εξουσία μια οικογένεια που αποτελούσε κλάδο των Βασιλιδών και είχε δεσμούς με τους βασιλείς της Λυδίας (ο Μέλας ο Πρεσβύτερος ήταν γαμπρός του Γύγη (680-652 π.Χ.), ενώ ο εγγονός του Μίλητος είχε παντρευτεί την κόρη του Αρδύη (τέλη 7ου αι. π.Χ.). Ο Μέλας ο νεότερος πρέπει να διαδέχθηκε στην εξουσία τον Πυθαγόρα, ενώ ο γιος του, ο Πίνδαρος, ήταν τύραννος, όταν ο θείος του Κροίσος ανήλθε στο λυδικό θρόνο το 561/560 π.Χ. Στη διαμάχη για το λυδικό θρόνο, ο Πίνδαρος πήρε το μέρος του ετεροθαλούς αδελφού του Κροίσου, του Πανταλέοντος. Ο Κροίσος πολιόρκησε την πόλη, αλλά οι Εφέσιοι τη συνέδεσαν με ένα σχοινί με τον άβατο χώρο του Αρτεμισίου και γλίτωσαν. Τελικά ο Πίνδαρος εξορίστηκε και η Έφεσος συνήψε συνθήκη με τη Λυδία, ενώ η πόλη μετατοπίστηκε προς το Αρτεμίσιο. Την εξουσία ανέλαβε ως αισυμνήτης ο Πασικλής, τον οποίο όμως δολοφόνησε ο Μέλας Γ΄, γιος του Πινδάρου. Οι Εφέσιοι κάλεσαν τον Αθηναίο Αρίσταρχο, ο οποίος εγκαθίδρυσε δημοκρατικό πολίτευμα και διοίκησε την πόλη επί πέντε χρόνια. Μετά την περσική κατάκτηση (546 π.Χ.), επιβλήθηκαν τύραννοι προσκείμενοι στους Πέρσες, όπως ο Αθηναγόρας και ο Κώμας.10 Η πόλη συμμετείχε στις αρχικές επιχειρήσεις της Ιωνικής Επανάστασης (499-494 π.Χ.), αλλά σύντομα υποτάχθηκε.11 Το 492 π.Χ. υιοθέτησε αυστηρά δημοκρατικό καθεστώς.12

Κλασική περίοδος

Το 465 π.Χ. η Έφεσος προσχώρησε στη Συμμαχία της Δήλου.13 Αποστάτησε το 412 π.Χ.14 Το 409 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Θρασύλλος επιχείρησε να την καταλάβει, χωρίς επιτυχία,15 ενώ το 407 π.Χ. έφθασε στην πόλη ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος, ο οποίος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό.16 Ο Σπαρτιάτης ναύαρχος ακολούθησε μια πολιτική προσεταιρισμού των αριστοκρατών της Μικράς Ασίας, δημιουργώντας εταιρείες (πολιτικές ενώσεις) που ήταν πλήρως αφοσιωμένες στο πρόσωπό του. Συντέλεσε επίσης στην αύξηση των εσόδων του λιμανιού της Εφέσου και στη γενικότερη ευημερία της πόλης.17 Επανήλθε το 405 π.Χ. και αναθέρμανε τον πόλεμο, του οποίου η έκβαση ήταν ως τότε ευνοϊκή για την Αθήνα.18 Η Έφεσος διατήρησε τη φιλοσπαρτιατική της στάση και κατά τη διάρκεια των πολέμων μεταξύ Σπαρτιατών και Περσών (399-394 π.Χ.).19 Αποτέλεσε τη βάση των επιχειρήσεων των Σπαρτιατών στη Μικρά Ασία την περίοδο 392-388 π.Χ.20 Μετά την Ανταλκίδειο ειρήνη (387 π.Χ.) επανήλθε στην περσική κυριαρχία. Περίπου το 370 π.Χ., η Έφεσος ελευθερώθηκε από έναν ηγέτη των δημοκρατικών, τον Ερόφυτο, αλλά καταλήφθηκε από το σατράπη της Λυδίας Αυτοφραδάτη.21


Το 336 π.Χ., όταν ο Παρμενίων εκστράτευσε στη Μικρά Ασία, η Έφεσος συνταράχθηκε από μια φιλομακεδονική δημοκρατική επανάσταση που ανέτρεψε τη φιλοπερσική ολιγαρχία. Όμως η επανάσταση απέτυχε και λίγο αργότερα οι ολιγαρχικοί υπό το Σύρφακα επανήλθαν στην εξουσία. Το καλοκαίρι του 334 π.Χ., μετά τη μάχη του Γρανικού, ο Αλέξανδρος εισήλθε στην Έφεσο. Η φρουρά των μισθοφόρων είχε προηγουμένως διαφύγει με δύο τριήρεις. Οι δημοκρατικοί οπαδοί των Μακεδόνων ξεκίνησαν σφαγές των ολιγαρχικών οπαδών του Ρόδιου στρατιωτικού διοικητή των Περσών, του Μέμνονος. Ο Αλέξανδρος σταμάτησε την αιματοχυσία, επανέφερε το δημοκρατικό πολίτευμα, χάρισε στην Άρτεμη το φόρο που πλήρωνε η πόλη στους Πέρσες, διακήρυξε το σεβασμό του στη μακραίωνη ιστορία των πόλεων και διέταξε την ανάκληση των εξορίστων. Αφού θυσίασε στην Άρτεμη, παρέλασε με το στρατό του σε παράταξη μάχης μέσα στην πόλη και αποχώρησε.22 Το 324 π.Χ. τον έλεγχο της Εφέσου είχε ο τύραννος Ηγησίας, όργανο της μακεδονικής πολιτικής, ο οποίος δολοφονήθηκε από τρία αδέλφια.23

Ελληνιστική περίοδος

Μετά τη μάχη της Ιψού (καλοκαίρι του 301 π.Χ.), ο Δημήτριος αναδιπλώθηκε στην Έφεσο.25 Η πόλη διεξήγαγε έναν τριετή αιματηρό πόλεμο με τον τύραννο της Πριήνης Ιέρωνα, έμπιστο του Λυσιμάχου, αλλά οδηγήθηκε σε χρεωκοπία.26 Το 294 π.Χ., η Έφεσος περιήλθε στην εξουσία του Λυσιμάχου.27 Αυτός αποφάσισε να δημιουργήσει μια μεγάλη πόλη κοντά στην παλιότερη, η οποία ονομάστηκε Αρσινόη, προς τιμήν της συζύγου του. Για το σκοπό αυτό συνενώθηκαν και οι κάτοικοι της Κολοφώνος, των Φυγέλων και της Λεβέδου. Παρά τον κατά διαταγήν χαρακτήρα της και την αντίδραση των κατοίκων των συνοικιζόμενων πόλεων, η μεταφορά είχε ευεργετική επίδραση για την ανάπτυξη της πόλης.28 Μετά το θάνατο του Λυσιμάχου (281 π.Χ.), η Έφεσος παρέμεινε ελεύθερη. Σε σύντομο όμως χρονικό διάστημα, μαζί με άλλες παράλιες μικρασιατικές θέσεις, πέρασε υπό τον έλεγχο των Λαγιδών.29 Το 261-260 π.Χ., εγκαταστάθηκε στην Έφεσο και τη Μίλητο ο ομώνυμος γιος και διάδοχος του Πτολεμαίου Β΄, αντιβασιλέας του στη Μικρά Ασία και συμβασιλέας από το 267 π.Χ. Με τη βοήθεια ενός Τιμάρχου, τυράννου της Μιλήτου, ο Πτολεμαίος επαναστάτησε ενάντια στον πατέρα του. Στην ίδια συγκυρία εντάσσεται μάλλον και η νίκη του ροδιακού στόλου επί των Πτολεμαίων στην Έφεσο. Η πόλη πέρασε υπό το σελευκιδικό έλεγχο και ήταν έδρα του Αντιόχου Β΄ στη Μικρά Ασία.30

Μετά το γάμο του Αντιόχου Β΄ με τη Βερενίκη, την κόρη του Πτολεμαίου Β΄ (252 π.Χ.), η προηγούμενη σύζυγος, η Λαοδίκη εγκαταστάθηκε στην Έφεσο. Λίγο αργότερα, το 246 π.Χ., πέθανε στην πόλη ο βασιλιάς (Αντίοχος Β΄), πιθανότατα δολοφονημένος.31 Ο θάνατός του οδήγησε σε δυναστική κρίση και στην εισβολή του Πτολεμαίου Γ΄ στη Μικρά Ασία. Η Έφεσος πέρασε εκ νέου στη λαγιδική εξουσία, όπου και παρέμεινε έως το 197 π.Χ.32

Το 197 π.Χ., η πόλη καταλήφθηκε από τον Αντίοχο Γ΄ και αποτέλεσε τη σημαντικότερη βάση του στο Αιγαίο. Εκεί κατέφθασε ο Αννίβας (195 π.Χ.) πριν από τον επικείμενο αποτυχημένο πόλεμο του Αντιόχου με τους Ρωμαίους. Το 189 π.Χ., μετά την ήττα του στη μάχη της Μαγνησίας του Σιπύλου, ο Αντίοχος εκκένωσε τη Μικρά Ασία. Η Έφεσος και οι Τράλλεις δόθηκαν στον Ευμένη Β΄, πιστό σύμμαχο της Ρώμης.33 Η Έφεσος αναγορεύθηκε σε δεύτερη πόλη του βασιλείου, μετά την Πέργαμο.34

Ο Άτταλος Γ΄ κληροδότησε με τη διαθήκη του το βασίλειό του στο λαό των Ρωμαίων, ενώ η Έφεσος αφέθηκε ελεύθερη. Η επανάσταση του Αριστονίκου (133-129 π.Χ.) που ακολούθησε αποτέλεσε για την Έφεσο την ευκαιρία να δείξει τη σημασία της ως νέας συμμάχου της Ρώμης: παρά τις αρχικές ήττες των Ρωμαίων, ο στόλος της Εφέσου πέτυχε αποφασιστική νίκη σε βάρος του Αριστονίκου (131 π.Χ.) και τον ανάγκασε να εκκενώσει τα παράλια. Με το τέλος της εξέγερσης και τη δημιουργία της επαρχίας της Ασίας η Έφεσος παρέμεινε ελεύθερη, μαζί με τις περισσότερες σημαντικές ελληνικές πόλεις.35

Η Έφεσος υπό ρωμαϊκή διοίκηση

Η Έφεσος έπαιξε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην επαρχία κατά τη διάρκεια του Α΄ Μιθριδατικού πολέμου (90-86 π.Χ.). Η εισβολή του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ στην επαρχία της Ασίας ξεσήκωσε έναν άνευ προηγουμένου ενθουσιασμό, εκπηγάζοντα από το μίσος ενάντια στους Ρωμαίους. Οι Εφέσιοι πρωτοστάτησαν στις αντιρωμαϊκές εκδηλώσεις: πρώτοι αυτοί γκρέμισαν τα ρωμαϊκά αγάλματα στην πόλη τους και ασμένως συμμετείχαν στη σφαγή των 80.000 ανδρών, γυναικών και παιδιών από την Ιταλία (88 π.Χ.), σύμφωνα με τη διαταγή που εξέδωσε ο ίδιος ο βασιλιάς κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη.36 Ο Μιθριδάτης ανταπέδωσε αυξάνοντας την έκταση της επικράτειας της ασυλίας του Αρτεμισίου της Εφέσου. Η σκληρή όμως συμπεριφορά του βασιλιά του Πόντου απέναντι στους Χίους, τους οποίους εξόρισε στη Μαύρη Θάλασσα, και ο διορισμός ενός βίαιου στρατιωτικού διοικητή στην Έφεσο, του Φιλοποίμενος από τη Στρατονίκεια, πατέρα της τελευταίας συζύγου του, της Μονίμης, οδήγησαν την πόλη σε εξέγερση. Οι Εφέσιοι πολιόρκησαν την ποντιακή φρουρά, φυλάκισαν και εκτέλεσαν το διοικητή της Ζηνόβιο και κάλεσαν και τους υπόλοιπους Έλληνες να τους ακολουθήσουν στον «πόλεμο υπέρ της Ρώμης και της κοινής ελευθερίας».37 Η αλλαγή αυτή πάντως δεν έσωσε την πόλη από τις τρομερές επιπτώσεις του διακανονισμού του Σύλλα: ο Ρωμαίος στρατηγός συγκάλεσε συνέδριο στην Έφεσο όπου επέβαλε νέα διοργάνωση της επαρχίας. Η Έφεσος στερήθηκε την ελευθερία της (84 π.Χ.) και κλήθηκε, μαζί με όσες πόλεις δεν αντιστάθηκαν στο Μιθριδάτη, να πληρώσει υψηλές πολεμικές επανορθώσεις.38 Την ίδια περίπου περίοδο η Έφεσος έπεσε θύμα πειρατικών επιδρομών.39

Τουλάχιστον από το 75 π.Χ., η Έφεσος αποτέλεσε έδρα δικαστικής διοίκησης (conventus).40 Το 57 π.Χ. βρήκε άσυλο στην πόλη ο Πτολεμαίος ΙΒ΄, περιμένοντας βοήθεια από κάποιο Ρωμαίο στρατηγό που θα του έδινε πίσω το θρόνο τον οποίο του είχε στερήσει η εξέγερση του λαού της Αλεξάνδρειας.41

Η πόλη βρέθηκε ξανά στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων. Το 49 π.Χ., ο πεθερός του Πομπήιου, ο Μέτελλος Σκιπίων, προσπάθησε να αρπάξει το θησαυρό του ιερού της Αρτέμιδος, αλλά απέτυχε. Κατάσχεσε πάντως τα χρήματα που διαχειρίζονταν οι δημοσιώνες της Εφέσου.42 Την επόμενη χρονιά (48 π.Χ.) αποβιβάστηκε εκεί ο Καίσαρας, δέχτηκε τους αντιπροσώπους των Ιώνων, των Αιολέων και των πόλεων της Ασίας και επιχείρησε την αναδιοργάνωση της επαρχίας, προτείνοντας ένα νέο φορολογικό σύστημα, ιδιαίτερα ευνοϊκό για τις πόλεις.43 Το 43 π.Χ., οι δολοφόνοι του Καίσαρα, ο Βρούτος και ο Κάσσιος, εξανάγκασαν τις πόλεις της Ασίας να τους παραδώσουν φόρο 10 ετών.44 Το 41 π.Χ., ήταν η σειρά του Αντωνίου να εισέλθει στην πόλη ως Νέος Διόνυσος, κατά τη διάρκεια μιας βακχικής τελετής. Συγκέντρωσε τους Έλληνες στην πόλη και απαίτησε να του δώσουν φόρο 2 ετών. Ο Αντώνιος επέστρεψε, με την Κλεοπάτρα αυτή τη φορά, το 33 π.Χ.45

Θρησκεία και λατρείες

Κεφαλαιώδης για τη θρησκευτική ζωή της πόλης υπήρξε η αυτοκρατορική λατρεία κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.86 Στην προϊστορία του θεσμού αναφέρεται η πιθανή εγκαθίδρυση του Φιλίππου Β΄ ως συννάου της Άρτεμης (336 π.Χ.), οι τιμές στους ελληνιστικούς ηγεμόνες, η λατρεία προς τον Publius Servilius Isauricus, ανθύπατο της επαρχίας κατά το 46-44 π.Χ., ο οποίος εκτιμήθηκε πολύ για την επιείκιά του (clementia),87 καθώς και οι τιμές προς τον Ιούλιο Καίσαρα. Η πόλη απόκτησε ναό της Ρώμης και του Ιουλίου Καίσαρα το 6/5 π.Χ., κατόπιν αδείας από τον Αύγουστο. Αργότερα, σε ανταπόδοση της βοήθειας που πρόσφερε ο Τιβέριος στις πόλεις της Ασίας μετά το σεισμό του 17 μ.Χ., η Έφεσος ζήτησε την άδεια να ιδρύσει ναό του αυτοκράτορα στην πόλη, πρόταση που απορρίφθηκε, επειδή η κύρια θεότητα της Εφέσου ήταν η Άρτεμη.88 Ήδη από την εποχή του Νέρωνα η πόλη αποκαλείται νεωκόρος της Άρτεμης. Η πολυπόθητη νεωκορία, με τα προνόμια που επέφερε, ήρθε τελικά επί Δομιτιανού. Η δεύτερη νεωκορία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Αδριανού (129). Οι επιγραφές ΝΕΩΚΟΡΩΝ και ΔΙΣ ΝΕΩΚΟΡΩΝ ΑΣΙΑΣ εμφανίζονται σε νομίσματα των αρχών του 2ου αιώνα. Αργότερα υπάρχουν μαρτυρίες για μια τρίτη νεωκορία, επί Καρακάλλα (211-218), η οποία, όμως, αποδόθηκε ως τιμή από τον αυτοκράτορα στην Άρτεμη, και για μια τέταρτη νεωκορία (σε νομίσματα της εποχής του Ηλιογαβάλου), που ενδεχομένως αναφέρεται στη νεωκορία της Άρτεμης.

Διαπιστώνεται από πολύ νωρίς η παρουσία χριστιανών στην πόλη. Ο Απόστολος Παύλος διέμεινε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (53-55). Η διδασκαλία του οδήγησε σε εξέγερση των χρυσοχόων, με επικεφαλής κάποιο Δημήτριο, επειδή ο Παύλος ισχυρίστηκε ότι οι θεοί που φτιάχτηκαν από ανθρώπινα χέρια, δηλαδή τα είδωλα, ήταν ψεύτικοι θεοί, μια ευθεία απειλή κατά της Αρτέμιδος της Εφέσου. Οι εξεγερθέντες συγκεντρώθηκαν στο θέατρο, όπου μάταια ο εκπρόσωπος των Εβραίων της πόλης, ο Αλέξανδρος, προσπάθησε να κρατήσει αποστάσεις από τη διδασκαλία του Παύλου. Μπροστά στον κίνδυνο σφαγής των Εβραίων της πόλης, αλλά και των συντρόφων του Παύλου, οι Αρχές ηρέμησαν τα πλήθη και εκτόνωσαν την κατάσταση.89 Υπήρχαν διάφορες ομάδες χριστιανών, που δεν είχαν ιδιαίτερα αγαστές σχέσεις μεταξύ τους.

Στην απόκρυφη χριστιανική λογοτεχνία αναφέρεται ότι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής έμεινε στην Έφεσο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μαζί του λέγεται ότι ήρθε και η Παναγία. Ένας δεύτερος Ιωάννης, ο συγγραφέας της Αποκάλυψης, έδρασε στην πόλη στα τέλη του 1ου αιώνα και λέγεται ότι εκεί συνέγραψε την Αποκάλυψη.90 Την ίδια περίοδο, ο Ιγνάτιος της Αντιοχείας αναφέρεται σε επιστολή του επί μακρόν στην Εκκλησία της Εφέσου και τον επίσκοπό της Ονήσιμο. Ο χριστιανισμός διαδόθηκε γρήγορα στην πόλη, παρά τους διωγμούς και τα μαρτύρια των χριστιανών στο ειδικά διαμορφωμένο στάδιο. Ο σεισμός του 262 και η καταστροφή του Αρτεμισίου υπήρξε σημάδι για την αδυναμία της θεάς. Στον 4ο αιώνα, ο Δημέας υπερηφανεύεται ότι έδιωξε την εικόνα της δαιμονικής Αρτέμιδος από τη θέση που κατείχε στην πύλη του Αδριανού και την αντικατέστησε με το χριστιανικό σταυρό.91

Η Έφεσος της Γεωμετρικής και της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου

Η Έφεσος ιδρύθηκε στις εκβολές του Δέλτα του Καΰστρου.92 Στις αρχές της 1ης χιλιετίας, η επιφάνεια της θάλασσας ήταν περίπου 2 μ. κάτω από τη σημερινή, ενώ η εκβολή του Καΰστρου βρισκόταν σε απόσταση περίπου 10 χλμ. από τη σημερινή ακτή και 3,5 χλμ. Β-ΒΑ του λόφου Ayasoluk.93 Η αρχαιότερη εγκατάσταση ονομαζόταν Κόρησσος.94 Η θέση έχει ταυτιστεί από παλιά με τον όρμο που σχηματίζεται ανατολικά του ακρωτηρίου Τραχεία.95 Εκεί έχουν βρεθεί διάσπαρτα όστρακα αρχαϊκών αγγείων,96 ενώ σώζεται και ένα τμήμα της οχύρωσης, που ενδέχεται να ανάγεται στα Αρχαϊκά χρόνια.97 Διατηρούνται ακόμη οι θεμελιώσεις οικιών. Το μεγαλύτερο και σημαντικότερο τμήμα της αρχαϊκής και κλασικής πόλης βρισκόταν πάνω σε λόφο: οι περισσότεροι μελετητές ταυτίζουν το λόφο αυτό με το όρο Πίον (Panayır Dağ), όπου εντοπίζεται η λεγόμενη ιωνική ακρόπολη.98

Το ακρωτήριο Τραχεία ταυτίζεται με τη στενή χερσόνησο που ορίζει προς βορρά τον κόλπο στον οποίο δεσπόζει το όρος Πίον, μπροστά από το ρωμαϊκό θέατρο. Τη συνοικία της Σμύρνης ο Στράβων την τοποθετεί μεταξύ του ακρωτηρίου της Τραχείας και της λεγόμενης Λεπρής Ακτής, στους πρόποδες του όρους Πρέον (Bülbül Dağ). Στο σημείο εκείνο, κάτω από την ελληνιστική και ρωμαϊκή Αγορά, ανασκάφηκε ένας οικισμός, του οποίου η πρώιμη φάση ανάγεται στον 8ο αι. π.Χ. Το όνομα του προαστίου έδωσε λαβή για αστήρικτες υποθέσεις κατά την Αρχαιότητα, αλλά πιθανότερη είναι η άποψη του Langmann, σύμφωνα με την οποία εκεί κατοικούσαν έμποροι και μέτοικοι από τη Σμύρνη.99 Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., λόγω της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, αν και παρέμειναν εκεί κάποιες βιοτεχνικές εγκαταστάσεις. Μια τρίτη πρώιμη θέση εντοπίστηκε στους πρόποδες του όρου Πρέον, στα νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς, ενώ ταφές της Ύστερης Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου ανακαλύφθηκαν στη συνοικία της Εμβόλου.100

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Κροίσος επιχείρησε να μετατοπίσει την πόλη προς το Αρτεμίσιο της Εφέσου και προς τον αρχαίο καρικό-λυδικό οικισμό. Φαίνεται όμως ότι στην πραγματικότητα απλώς επεκτάθηκε σε μεγάλο βαθμό ο οικιστικός ιστός προς το Αρτεμίσιο.101 Ένα τμήμα του νέου οικισμού έχει εντοπιστεί ήδη από τη δεκαετία του 1920 από τον J. Keil, όπου βρέθηκαν ερείπια και ίχνη οικιών του 5ου αι. π.Χ.102 Το νεκροταφείο της πόλης του Κροίσου ανακαλύφθηκε πρόσφατα στη ΝΑ κλιτύ του Ayasoluk: οι σαρκοφάγοι και οι ταφές του 5ου αι. π.Χ. βρίσκονται ακριβώς επάνω στις καρικού τύπου ταφές του 8ου αι. π.Χ., χωρίς όμως ίχνη ενδιάμεσης χρήσης.103

Τίποτε δεν είναι γνωστό για τα γυμνάσια, τους ναούς και το θέατρο της Κλασικής περιόδου, πέρα από διάσπαρτες αναφορές σε ιστορικές πηγές και από επιγραφικές μαρτυρίες. Σημαντικό στοιχείο πάντως για τις πρώιμες λατρείες στην πόλη είναι το ιερό με τις επιγραφές στο βράχο, στην ανατολική κλιτύ του όρους Πίον, αφιερωμένο στο Δία Πατρώο και τον Απόλλωνα Πατρώο, καθώς και τη Μητέρα Ορείη.104

[b] Η πόλη του Λυσιμάχου

Οι αποθέσεις λάσπης που κατέβαζε ο Κάυστρος και οι μικρότεροι ποταμοί της περιοχής (ο Σελινούς και ο Μάρνας) οδήγησαν στην αχρήστευση του λιμανιού της αρχαϊκής και κλασικής πόλης, ενώ η άνοδος της στάθμης της θάλασσας απειλούσε την πόλη με πλημμύρα. Ο Λυσίμαχος έχτισε τη νέα πόλη κοντά στην ακτή που περιβάλλει τις πλαγιές των ορέων Πρέον και Πίον.105 Την περιέβαλε με επιβλητικά τείχη, μήκους 9 χλμ., περίφημα ήδη κατά την Αρχαιότητα, τα οποία σώζονται σήμερα σε εξαιρετική κατάσταση στο όρος Πρέον και αποτελούν το πλέον αξιόλογο δείγμα αμυντικής αρχιτεκτονικής στην ελληνιστική Μικρά Ασία.106 Από τις πύλες της πόλης σπουδαιότερες ήταν δύο, γνωστές από άφθονες φιλολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες. Η κυριότερη, η λεγόμενη Πύλη της Μαγνησίας, έχει ταυτιστεί ήδη από το 1863. Η ελληνιστική πύλη είχε έναν τετράπλευρο πύργο σε κάθε πλευρά και μία αυλή, πίσω από την οποία ανοιγόταν η είσοδος στην πόλη. Η κατασκευή πάντως της υπάρχουσας δομής ανάγεται στην εποχή του Αυγούστου.107

Η πορεία του τείχους στο όρος Πίον δεν έχει ακόμη καθοριστεί με ακρίβεια. Φαίνεται πως ταυτιζόταν εν μέρει με την πορεία του βυζαντινού τείχους, περνώντας στα νότια του ρωμαϊκού θεάτρου ή κάτω από το κοίλο. Στο σημείο εκείνο θα πρέπει να βρισκόταν και η Πύλη της Κορησσού.108 Στο βόρειο σημείο του όρους Πίον, πάνω από το λιμάνι της Κορησσού, έχουν βρεθεί τα ίχνη της ισχυρής οχύρωσης της Ελληνιστικής περιόδου. Σώζονται μόνο οι λαξεύσεις της θεμελίωσης στο βράχο, καθώς οι λίθοι του τείχους αυτού χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση του υστερορωμαϊκού τείχους. Υπήρχε ένα ισχυρό οχυρό στην κορυφή του όρους, ενώ στην ανατολική κλιτύ η οχύρωση ενωνόταν με την οχύρωση της κυρίως πόλης.109

Το λιμάνι της ελληνιστικής πόλης δεν έχει ακόμη εντοπιστεί με ακρίβεια. Θεωρείται πιθανότερη η εκδοχή να βρισκόταν μπροστά ακριβώς στον κύριο αστικό ιστό της πόλης, κατά μήκος της κλιτύος του όρους Πρέον. Ενδεχομένως να υπήρχε και ένα δεύτερο, πολεμικό, λιμάνι στα νότια του ακρωτηρίου Τραχεία.110 Στην ίδια περιοχή, στα δυτικά του λόφου σώζονται τα ίχνη μιας οχύρωσης των Eλληνιστικών χρόνων, καθώς και ένας μικρός περίπτερος ναός (διαστάσεων 22,05 x 14,7 μ.) στο στυλοβάτη και σηκό μήκους 10,3 μ.), δίπλα σε ένα πηγάδι που ταυτίζεται με τη θέση Υπέλαιον, όπου, σύμφωνα με το μύθο, ο Άνδροκλος σκότωσε έναν αγριόχοιρο.111

Η πόλη οικοδομήθηκε με βάση το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα. Λίγα μνημεία είναι σήμερα ορατά και σε γενικές γραμμές η εικόνα που έχουμε δεν είναι πλήρης. Σώζονται τα ερείπια μιας μικρού σχετικά μεγέθους Αγοράς στην περιοχή όπου αργότερα χτίστηκε η Κάτω Αγορά, η ονομαζόμενη Τετράγωνος Αγορά, και συγκεκριμένα το δυτικό της τμήμα. Κάλυπτε το μισό περίπου της ρωμαϊκής Κάτω Αγοράς, ήταν περίπου τετράγωνη στην κάτοψη και είχε διαστάσεις 100-110μ. Για την κατασκευή της ελληνιστικής Αγοράς ισοπεδώθηκε αρχικά η συνοικία της Σμύρνης. Τα κτήρια περιλάμβαναν μια ελλιπώς διατηρημένη αποθήκη με δύο σειρές από 7 ή 9 τετράγωνα δωμάτια, με τα ανατολικά να βλέπουν την Αγορά και τα δυτικά μια οδό. Οι διαστάσεις του κτηρίου ήταν 43,4 μήκος x 11,5 μ. πλάτος.112 Αργότερα, το κτήριο άλλαξε όψη, με την προσθήκη κιονοστοιχίας στην ανατολική πλευρά (με βάθος ίσο με το βάθος ενός δωματίου, δηλαδή 4,6 μ. περίπου), ενώ ο βόρειος και ο νότιος τοίχος επεκτάθηκαν. Τέλος, περαιτέρω τροποποιήσεις επήλθαν στο κτήριο, με την προσθήκη κιονοστοιχίας στη βόρεια πλευρά, ενώ περίπου το 100 π.Χ. όλη η πλατεία της Αγοράς πλαισιώθηκε από στοές, αποκτώντας την τυπική όψη των ελληνιστικών αγορών της Μικράς Ασίας. Στο σημείο όπου βρίσκεται η δυτική πύλη της Ρωμαϊκής Αγοράς, ανασκάφηκαν τα ίχνη πύλης που ίσως να ταυτίζεται με την αρχική, πρώιμη ελληνιστική πύλη της Κορησσού.113 Στην ίδια περιοχή εντοπίστηκαν δύο κρηναία οικοδομήματα της Ελληνιστικής περιόδου, καθώς και οικίες του β΄ μισού του 1ου αι. π.Χ.114

Υπήρχε και δεύτερη αγορά, η οποία μάλλον εξυπηρετούσε διοικητικούς και θρησκευτικούς σκοπούς. Αν και δεν έχει εντοπιστεί με ακρίβεια, μαρτυράται σε μια επιγραφή της περιόδου του Λυσιμάχου και θα πρέπει να αναζητηθεί δυτικά της Τετραγώνου Αγοράς.115

Μπροστά από τις οικίες της Εμβόλου και λίγο πιο χαμηλά από τη λεγόμενη στοά του Αλυτάρχου (5ος αι. μ.Χ.) διακρίνονται τα ερείπια ενός οκταγωνικού ταφικού μνημείου, ενδεχομένως της Αρσινόης, της δολοφονημένης αδελφής της Κλεοπάτρας (41 π.Χ.), το οποίο ήταν απομίμηση του φάρου της Αλεξάνδρειας. Πολυγωνικό στην κάτοψη με κορινθιακούς κίονες και πλούσια διακοσμημένο επιστύλιο, το κτήριο στήριζε οκταγωνική πυραμίδα, που επιστεφόταν από σφαίρα.116 Ακριβώς δίπλα βρέθηκε το Ηρώο του Ανδρόκλου. Τέλος, ένα μνημείο του β΄ μισού του 1ου αι. π.Χ., στην άκρη της Ιεράς Οδού, ήταν αφιερωμένο σε έναν εγγονό του Σύλλα, το Γ. Μέμμιο.

Στο σημείο όπου χτίστηκε η Βασιλική Στοά της περιόδου του Αυγούστου, ανακαλύφθηκε μικρότερη ελληνιστική στοά και πιθανότατα τα ίχνη ενός ελληνιστικού σταδίου.117 Στα μνημεία της Ελληνιστικής περιόδου συγκαταλέγεται και η αρχική μορφή του θεάτρου στους πρόποδες του όρους Πίον, το οποίο θα πρέπει να χρονολογηθεί μάλλον στον 1ο αι. π.Χ., παράλληλα με την παρακείμενη μνημειακή κρήνη.118

Η πόλη του Αυγούστου

Ο πολεοδομικός ιστός της ρωμαϊκής πόλης και ο αρχαιολογικός χώρος διακρίνονται σε δύο τμήματα: στην άνω πόλη, κατά μήκος του Panayir Dağ, όπου βρίσκονταν τα κυριότερα δημόσια μνημεία, και η οποία ονομαζόταν Κορησσός κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο,119 και στην κάτω πόλη μπροστά στο λιμάνι. Η ανοικοδόμηση της πόλης ως ενός ιδιαίτερου εμπορικού, θρησκευτικού, διοικητικού και πολιτισμικού κέντρου επικεντρώθηκε στο μικρό υψίπεδο μεταξύ και των ορέων Πίον και Πρέον, όπου χτίστηκε η λεγόμενη Δημόσια Αγορά, ένα μεγάλο πλακοστρωμένο ορθογώνιο διαστάσεων 160 x 58 μ. Η πλατεία ενδεχομένως να προϋπήρχε. Στο δυτικό τμήμα της είχε αναγερθεί ένας πρόστυλος ναός του 1ου αι. π.Χ., που εξαιτίας της ολοσχερούς καταστροφής του δεν έχει ταυτιστεί με ασφάλεια.120

Στον άξονα με το ναό αυτό χτίστηκε το πολυτελέστατο Πρυτανείο, προφανώς υπό την επίβλεψη του απελεύθερου του αυτοκράτορα Ιουλίου Νικηφόρου, ο οποίος εξελέγη διά βίου πρύτανης της Εφέσου, το 18 π.Χ.121 Δίπλα στο Πρυτανείο βρίσκεται το Βουλευτήριο ή Ωδείο, το οποίο στη μορφή που έχει αποκατασταθεί σήμερα ανήκει κυρίως στην περίοδο της βασιλείας του Λεύκιου Βήρου (160-169). Είναι ένας ευρύχωρος αμφιθεατρικός χώρος, στηριγμένος στο πρανές του λόφου Panayir Dağ. Η χωρητικότητά του έχει υπολογιστεί σε 1.400 άτομα. Χρονολογείται γύρω στο 150 μ.Χ. και αποδίδεται στον Παύλο Βήδιο Αντώνιο και στη σύζυγό του Φλαβία Παπιανή.122

Δυτικά του Βουλευτηρίου ή Ωδείου υπήρχε ένα τέμενος του Αυγούστου και της Αρτέμιδος, που περιβαλόταν από κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού στις τρεις πλευρές του και περιέκλειε ένα υψηλό βάθρο πλάτους 15 μ., στο οποίο εδραζόταν βωμός ή μικρός ναός ρωμαϊκού τύπου. Το κτήριο υπήρχε ήδη το 25 π.Χ., όταν ο Απολλώνιος Πασσάλας αφιέρωσε ένα άγαλμα του Αυγούστου.123 Στην ίδια περιοχή ενδέχεται να τοποθετείται και το ελληνιστικό ή πρώιμο ρωμαϊκό γυμνάσιο στο οποίο ο πατέρας του Απολλωνίου, ο Ηρακλείδης, με την ιδιότητα του νεάρχου, μαζί με τους νέους έκανε μια αφιέρωση στον Αύγουστο, τον κτίστη της πόλης.124 Στην ανατολική πλευρά της Αγοράς, στηριγμένο στο λόφο του Pinar Dagi, βρίσκεται ένα μεγάλο συγκρότημα ρωμαϊκών λουτρών, που παλιότερα πιστευόταν ότι είναι τα λουτρά του Βαρίου και χρονολογείται στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.125

Στη βόρεια πλευρά της Αγοράς, μπροστά από το ναό και το τέμενος, βρίσκεται η Βασιλική Στοά, μια μεγάλη τρίκλιτη διώροφη στοά με ιωνικές κιονοστοιχίες, δύο εσωτερικές και μία εξωτερική. Πρόκειται για ένα από τα εντυπωσιακότερα κτήρια της Εφέσου, το οποίο αφιέρωσε ο C. Sextilius Pollio και η οικογένειά του το 11 μ.Χ.126

Ο κύριος άξονας της πόλης, που προφανώς ήταν σε ισχύ ήδη από την Αρχαϊκή περίοδο, η λεγόμενη Πλατεία, ξεκινούσε στην Πύλη της Μαγνησίας, περνούσε νότια και δυτικά από τη δημόσια Αγορά και κατόπιν κατέβαινε στην κοιλάδα μεταξύ των ορέων Πίον και Πρέον, για να καταλήξει στην Τετράγωνο Αγορά.

Η Τετράγωνος Αγορά της Εφέσου χρονολογείται επίσης στην περίοδο της επανίδρυσης της πόλης από τον Αύγουστο και διαδέχεται την αντίστοιχη Διοικητική Αγορά της ελληνιστικής Εφέσου. Βρισκόταν κοντά στο λιμάνι και αποτελούσε το εμπορικό κέντρο της πόλης. Είναι ένα τετράγωνο με πλευρά 111 μ., που περιβάλλεται από στοές, πίσω από τις οποίες βρίσκονταν καταστήματα και εργαστήρια. Το συνολικό μήκος κάθε πλευράς είναι 149,5 μ. Η Αγορά προσεγγίζεται μέσω της πύλης που αφιέρωσαν δύο πλούσιοι απελεύθεροι του Αυγούστου, ο Μαζαίος και ο Μιθριδάτης, το 4 ή 3 π.Χ., η οποία κατά την Αρχαιότητα ονομαζόταν Τρίοδος. Πρόκειται για μια αψίδα με τρεις εισόδους, στηριζόμενη σε ισχυρούς πεσσούς και πλούσια αρχιτεκτονική διακόσμηση στην αψίδα και το επιστύλιο. Ήταν αφιερωμένη στον αυτοκράτορα, τη γυναίκα του Λιβία, την κόρη του Ιουλία και το γαμπρό του Αγρίππα.127 Εκτός από την πύλη αυτή, στην Αγορά υπήρχαν δύο ακόμη είσοδοι, μία μνημειακή πύλη με πρόπυλο στη δυτική πλευρά, όπου κατέληγε η Δυτική Οδός (διαστάσεις 160 x 24 μ.), η οποία πλαισιωνόταν από δωρική κιονοστοιχία και μια αρκετά απλούστερη στη βόρεια πλευρά.128

Ο κύριος οδικός άξονας στο σημείο της Τριόδου διχαζόταν: ο ένας δρόμος οδηγούσε στο λιμάνι και στην Πυγέλα, ενώ ο άλλος κατέληγε, ακολουθώντας παραθαλάσσια διαδρομή, στην Κορησσό. Το Στάδιο, το οποίο ήταν χτισμένο εν μέρει στους πρόποδες του όρους Πίον, θεωρείται συνήθως ότι αντικαθιστά κτίσμα της εποχής του Λυσιμάχου, αν και οι πρόσφατες έρευνες δεν απέδωσαν στοιχεία της Ελληνιστικής περιόδου. Στη μορφή που σώζεται ανάγεται στην περίοδο του Νέρωνα (54-68). Έχει διαστάσεις 230 x 30 μ. Στα ανατολικά ο στίβος είναι στενότερος, ένδειξη που θεωρείται ότι πιστοποιεί την ύπαρξη αρένας για βίαια θεάματα, κυρίως αγώνες μονομάχων και άγριων θηρίων. Σώζεται σε πολύ κακή κατάσταση: από τις κερκίδες διατηρούνται μόνο οι απολήξεις των υπόγειων περασμάτων στις άκρες του πετάλου.129

Η πόλη του Αυγούστου, και ιδιαίτερα τα μνημεία στις δύο Αγορές, για τα οποία έχουμε στοιχεία, καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια των σεισμών του 23 μ.Χ. Το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας έως τη βασιλεία του Δομιτιανού εξαντλήθηκε σε εργασίες ανακατασκευής. Την εποχή του Νέρωνα αφιερώθηκε το Στάδιο, ενώ επιγραφές της περιόδου βρίσκονται στην Τετράγωνο Αγορά. Το σημαντικότερο πάντως μνημείο της περιόδου είναι η μεγάλη δίκλιτη βασιλική που πλαισίωνε την ανατολική πλευρά της Τετραγώνου Αγοράς. Σύμφωνα με τις επιγραφές, ήταν αφιερωμένη στην Αρτέμιδα Εφεσία, το Νέρωνα, τη μητέρα του Αγριππίνα και τους πολίτες της Εφέσου.130 Μεταξύ 54 και 59 χτίστηκε στην περιοχή του λιμανιού ένα μεγάλο κτήριο για την εξυπηρέτηση των αλιέων της πόλης.131 Την ίδια περίοδο έγιναν εργασίες στο λιμάνι της πόλης από τον ανθύπατο Barea Soranus επί Νέρωνα, για τις οποίες αργότερα κατηγορήθηκε ότι αποσκοπούσαν στην αύξηση της δημοτικότητάς τους στην Ασία, με σκοπό να επαναστατήσει.132 Τέλος, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βεσπασιανού (69-79), η Πύλη της Μαγνησίας ξαναχτίστηκε και απόκτησε τρεις μνημειακές εισόδους που επιστέφονται με αψίδες.

Πηγή:http://asiaminor.ehw.gr/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=4338







Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Βεργίνα







Το 274π.Χ. ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος κατέλαβε αιφνιδιαστικά τη Μακεδονία, όταν βασίλευε σ’ αυτήν ο Αντίγονος Γονατάς. Στις Αιγές (Βεργίνα) εσύλησε όλους τους βασιλικούς τάφους, διεσκόρπισε τα οστά όλων των βασιλέων και αφαίρεσε όλα τα κτερίσματα [1] .


Στον ίδιο χώρο το 1977-1980, ο καθ. Αρχαιολογίας Μαν. Ανδρόνικος ανακάλυψε δυο ασύλητους βασιλικούς τάφους τον ΙΙ και ΙΙΙ και τους απέδωσε στο βασιλιά Φίλιππο Β’ και στην τελευταία του σύζυγο μαζί με όλα τα χρυσοποίκιλτα κτερίσματα. Τον ΙΙΙο τον ονόμασε «Τάφο του Πρίγκηπα» [2] .

Τα παραπάνω συμπεράσματα του καθ. Ανδρόνικου δεν με είχαν πείσει.

Ο Φίλιππος Β’ είχε ταφεί εκεί 62 και ο γιος του Αρριδαίος 42 χρόνια πριν από την εισβολή του Πύρρου και κρίνεται αδύνατον να είχαν διασωθεί τα οστά τους. Τρεις καθηγητές Ανθρωπολογίας αποφάνθηκαν ότι «τα ανδρικά οστά του τάφου ΙΙ δεν ανήκαν στο Φίλιππο Β’» [3] .

Ύστερα από μια μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, έγραψα το 1993 ένα σχετικό βιβλίο, στο οποίο παρουσίασα ιστορικά στοιχεία που αμφισβητούσαν τα παραπάνω συμπεράσματα του καθ. Ανδρόνικου [4] .

Μελέτησα για αρκετά χρόνια την αρχαία ελληνική και περσική ιστορία και τέχνη. Οι πληροφορίες που πήρα, με βοήθησαν σημαντικά στην ερμηνεία των κτερισμάτων και στην αποκάλυψη της ταυτότητας ενός ζεύγους με το δωδεκάχρονο παιδί τους που είχαν επαναταφεί στους ΙΙ και ΙΙΙ τάφους, μετά την εκδίωξη του Πύρρου το 273π.Χ.



Τα συμπεράσματα που κατέληξα μου έδωσαν τη δυνατότητα να γράψω το 2001 το δεύτερο βιβλίο «Ο ΙΙος βασιλικός τάφος της Βεργίνας αποκαλύπτει τον Μ.Αλέξανδρο».

Σήμερα 26 χρόνια μετά την ανακάλυψη των τάφων της Βεργίνας, έχω την χαρά και την ικανοποίηση να παρουσιάσω το παρακάτω σοβαρό θέμα με την ερμηνεία του οποίου ασχολήθηκα πρόσφατα.

Μέσα στα κτερίσματα του τάφου ΙΙ βρέθηκε από τον καθ. Ανδρόνικο ένα επίχρυσο περιλαίμιο διακοσμημένο με ρόδακες. Στους τέσσερις μεγάλους κύκλους του, διακρίνεται ένας έφιππος που καλπάζει, κρατώντας στο δεξιό υψωμένο χέρι του ένα αντικείμενο που μοιάζει με δέσμη από άνθη ή στεφάνι. Μεταξύ των ποδιών των αλόγων εικονίζονται κατά σειρά ένα ερίφιο, πιθανόν μικρό ελάφι, ένας σκύλος και ένας λαγός. Στο επάνω κυκλικό μέρος διακρίνονται μέλισσες και στους δυο μικρούς κύκλους εικονίζεται κεφαλή νέου, που έχει μεγάλη ομοιότητα με αυτήν του Μ.Αλεξάνδρου (Εικ.1).

Άλλο ένα παρόμοιο έργο βρέθηκε στον ίδιο τάφο πιθανόν για το λινοθώρακα του.

Βέβαια η ομοιότητα και μόνο μεταξύ δυο προσώπων δεν αποτελεί πάντοτε αποδεικτικό στοιχείο ταυτότητας. Εδώ όμως στην περίπτωση του περιλαιμίου, όπως θα φανεί από τα παρακάτω στοιχεία, φαίνεται καθαρά ότι ο εικονιζόμενος στους δυο μικρούς κύκλους ταυτίζεται αποκλειστικά με τον Μ.Αλέξανδρο και δεν τίθεται θέμα ομοιότητας με κάποιον άλλο.

Ο καθ. Ανδρόνικος στο βιβλίο του «Βεργίνα-Οι βασιλικοί τάφοι 1984» (σελ.189) γράφει για το περιλαίμιο αυτό, ότι μέσα στους δυο μικρότερους κύκλους, «εικονίζεται μετωπικά κεφαλή αγένειου νέου, πιθανόν Ηρακλή, αν ερμηνεύω σωστά ως λεοντή το σχηματοποιημένο κάλυμμα της κεφαλής».





• Από ότι βλέπουμε όμως δεν υπάρχει κάλυμμα στο κεφάλι, ούτε διακρίνονται γνωρίσματα λεοντής που να προσδίδουν, κατά τον καθ. Ανδρόνικο, πιθανή ομοιότητα με τον Ηρακλή. Άλλωστε οι παραστάσεις των μικρών ζώων στους τέσσερις κύκλους σχετίζονται κατά την Ελληνική Μυθολογία, με τον Διόνυσο και μόνο [5].

• Η ανάγλυφη κεφαλή που βλέπουμε, δεν είναι βέβαια έργο του Απελλή ή του Λεοχάρη, αναγνωρίζεται όμως από τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες του προσώπου του σε σύγκριση με άλλα έργα που εικονίζεται, ότι είναι αναμφισβήτητα του Μ.Αλεξάνδρου.

• Το υπόψη περιλαίμιο αποτελούσε εξάρτημα της πανοπλίας του Μ.Αλεξάνδρου και είναι πιθανόν το ίδιο που αναφέρει ο Πλούταρχος [6] ότι το έφερε πριν την έναρξη της μάχης στα Γαυγάμηλα το 331π.Χ. Εκτιμώ ότι μπορεί να συγκαταλεγόταν στα πολυτιμότατα δώρα που έστειλε, κατά τον Αρριανό [7] , με ειδική πρεσβεία ο βασιλιάς των Σκυθών της Ευρώπης στον Μ.Αλέξανδρο, όταν βρισκόταν στην Ασία.

• Από έρευνα μας, προκύπτει ότι άλλα δυο εξαρτήματα της πανοπλίας του, όπως είναι ο θώρακας (επιπόρπωμα) και το ξίφος, που ανακαλύφθηκαν στον τάφο ΙΙ από τον ίδιο καθηγητή, κατασκευάστηκαν, κατά τον Πλούταρχο [8] , το πρώτο στη Ρόδο και το δεύτερο στο Κίτιο της Κύπρου και δόθηκαν ως δώρα στον Μ.Αλέξανδρο (Εικ.2).

• Και τα δυο μοιάζουν καταπληκτικά με αυτά που βλέπουμε να φέρει ο Μ.Αλέξανδρος στο ψηφιδωτό της Πομπηίας, διακοσμημένα, μεταξύ των άλλων, και με τα εμβλήματα των δυο νησιών [9] .

• Κρίνεται βέβαιο ότι οι παραστάσεις στους τέσσερις κύκλους του περιλαιμίου σχετίζονται με τον Μ.Αλέξανδρο ως θεό Διόνυσο, ο οποίος στις μετακινήσεις του συνοδευόταν κατά την Ελληνική μυθολογία [10] από σκύλους, και σχετίζονταν και με αφιερωμένα σ’ αυτόν μικρά ζώα και μέλισσες, ίδια με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επιπλέον φρονώ, ότι συμβολίζουν την πορεία που ακολούθησε ο Μ.Αλέξανδρος και ο Διόνυσος στη Μ.Ασία - Παλαιστίνη, Αίγυπτο, Περσία, Ινδική.

• Κατά τους αρχαίους ιστορικούς, ο Μ.Αλέξανδρος ταύτιζε τον εαυτό του με τον Διόνυσο και ανακηρύχτηκε τελικά επίσημα θεός Διόνυσος [11] . Πίστευε ότι ακολουθούσε τα βήματα του στην εκστρατεία της Ασίας. Κατά τον Πλίνιο [12] ο ζωγράφος Πρωτογένης τον είχε ζωγραφίσει ως θεό Διόνυσο. Στην Πέλλα βρέθηκε αγαλματίδιο που αποδίδεται στον Αλέξανδρο ως Πάνα ή Διόνυσο. Στον τάφο ΙΙ βρέθηκαν πολλές ελεφαντοστέινες και χρυσές παραστάσεις του Διονύσου και της ακολουθίας του.


Η παρουσία της εικόνας του Μ.Αλεξάνδρου σε ένα εξάρτημα της πανοπλίας του αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, που δίνει μια άλλη διάσταση στις πολυετείς αναζητήσεις του τάφου και των λειψάνων του στην Αίγυπτο. Αμφισβητεί όλες τις μυθοπλασίες και αμφιλεγόμενες μαρτυρίες που έχουν αλλοιώσει σε πολλές περιπτώσεις την αληθινή ιστορία του. Τέλος επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα μου, από όσα έχω γράψει μέχρι τώρα, ότι στη Βεργίνα βρισκόμαστε μπροστά στην επαναταφή όχι μόνο του Μ.Αλεξάνδρου αλλά ολόκληρης της οικογένειας του.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα μου: www.tdpapazois.gr

Συμπέρασμα

Όχι μόνο η πανοπλία, αλλά όλα τα ευρήματα, σε συνδυασμό με την «τοιχογραφία του κυνηγίου», την ηλικία των νεκρών κ.α., μου δίνουν το δικαίωμα να υποστηρίξω και τη δυνατότητα να παρουσιάσω σειρά στοιχείων που αποδεικνύουν ότι ο Μ.Αλέξανδρος επανατάφηκε μαζί με την οικογένειά του μετά το 273 π.Χ. στους βασιλικούς τάφους ΙΙ και ΙΙΙ της Βεργίνας.



Copyright © 2006

Τρ.Δ.Παπαζώης

Ιστορικός Ερευνητής