Αναγνώστες

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Αντρέ Μαλρώ

Σημειωματάριο από την ΕΣΣΔ, 1934,
του Αντρέ Μαλρώ

Το σημειωματάριο συνιστά, άραγε, ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος; Μέσα από τις σημειώσεις τους μπορεί ν’ ανακαλύψει κανείς ξανά τον Φλωμπέρ, τον Προυστ, τον Τζέιμς. Η εντύπωση της στιγμής, η εκκολαπτόμενη ιδέα, μια εικόνα που σβήνει, ένας λόγος που τον συνέλαβε η ακοή για να τον μεταμορφώσει στη συνέχεια η γραφή, πρόσωπα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, ένα έργο που θα μπορούσε να υπάρξει. Το σημειωματάριο είναι για το μυθιστόρημα ό,τι το σκίτσο για τον ζωγραφικό πίνακα ή, ενίοτε, ό,τι το ασυνείδητο για το συνειδητό: ένας κόσμος που ζητά να γεννηθεί. Συχνά χρησιμοποιήθηκε από τους ταξιδιώτες, που αντικατέστησαν με αυτό τη φωτογραφία, σαν μια σειρά λεκτικών ενσταντανέ. Η επιθυμία για τη σύλληψη του ασύλληπτου σ’ έναν κόσμο που διαρκώς κινείται είναι έντονη. Ο Μαλρώ καταγράφει στο σημειωματάριό του αυτά που βλέπει και αφηρημένες σκέψεις, όχι τα συναισθήματά του και τις πράξεις του. Τίποτα ενδόμυχο ή ναρκισσιστικό δεν υπάρχει σ’ αυτό εκπληκτικό ντοκουμέντο για μια επίσης εκπληκτική εποχή...
«Το 1934, σκεφτόμουν, σ’ αυτό τον μικρό κήπο κάτω απ’ το Κρεμλίνο, αυτήν την τεράστια χώρα, που ο Χίτλερ την απειλεί από τόσο κοντά, και που έχει ήδη λυσσάξει να ανταγωνιστεί την κολοσσιαία Αμερική».
Η «τελευταία του ρωσική ανάμνηση»; Ένας μετανάστης του 1918 τού ζητά να πάει να δει τη μητέρα του· στο σινεμά τον ρωτά «Η μητέρα μου μοιάζει τώρα μ’ αυτή τη γριά γυναίκα στην οθόνη, έτσι δεν είναι;» Ο Μαλρώ (που δεν μιλούσε για τη μητέρα του, η οποία είχε πεθάνει πριν από δύο χρόνια) μπορεί να μην είναι φωτογράφος∙ κλείνει, ωστόσο, σε μια ποιητική εικόνα όλο το δράμα της μετανάστευσης, της νοσταλγίας, του αποχωρισμού, του απαρηγόρητου γήρατος.

Από τον πρόλογο του Zαν-Υβ Ταντιέ


Όταν μεταφερόταν η σορός του Γκόγκολ, ένας θεός ξέρει από ποια τρέλα, μια ομάδα συγγραφέων αρπάζει το φέρετρο. Το μεταφέρουν στο σπίτι ενός απ’ αυτούς, το ανοίγουν πάνω στο τραπέζι, και αρχίζουν ένα μεθύσι μέχρι θανάτου. Μετά από λίγες ώρες, το μόνο που υπάρχει στο δωμάτιο είναι ένα τραπέζι πάνω στο οποίο στέκεται ένα ανοιχτό φέρετρο – σκόρπια οστά, μαλλιά, σκόνη– ανάμεσα σε ποτήρια σπασμένα ή γεμάτα βότκα, και κάτω απ’ το οποίο προεξέχουν παπούτσια και μπότες.
Φτάνει η πολιτοφυλακή, που ειδοποιήθηκε, για να πάρει πίσω το φέρετρο. Μισοξυπνημένοι, οι μάγκες πέρνουν τον δρόμο για το τμήμα (αφήνουν πού και πού τους φρουρούς για να βρουν κανένα μαξιλάρι), ενώ ο Στένιτς3 ουρλιάζει πίσω απ’ το φέρετρο που είχε χάσει το καπάκι του: «Το καπάκι, για τ’ όνομα του Θεού, κλείστε το καπάκι! Νομίζετε ότι υπάρχει θυρωρός εδώ πέρα!». Κάποια οστά που είχαν πέσει τα μαζεύουν στην πετσέτα που φέρνει κάποιος (οι άκρες της είναι δεμένες σε τεράστια αυτιά λαγού).
Τελικά το θέμα τακτοποιείται. Όμως ο Στένιτς αντιλαμβάνεται ότι λείπει ένας σπόνδυλος. Τηλεγραφεί στον Νικούλιν, ο οποίος έχει απελευθερωθεί απ’ τους πρώτους κι έχει επιστρέψει σε μια γειτονική πόλη (ο Ν. φημίζεται για τη φιλαργυρία του).
«Παλιοτόμαρο. Αν ο σπόνδυλος Γκόγκολ δεν αποκατασταθεί άμεσα, θα ειδοποιήσω την Γκεπεού».
Το τηλεγράφημα μεταφέρεται αμέσως στην προαναφερθείσα Γκεπεού και ο Στένιτς περνά τη βδομάδα στη στενή.
_________________________
1 Το χειρόγραφο του Σημειωματάριου ξεκινά με μια σειρά από σύντομες σημειώσεις, χωρίς εμφανή σύνδεση μεταξύ τους.
2 Γκεπεού, Κρατική Πολιτική Υπηρεσία (ιδρύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1922).


Από: http://www.apiliotis.gr/ArticlesContinuous.aspx?C=164

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου